Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών συζητήθηκαν οι επενδύσεις, οι μεταρρυθμίσεις και οι προκλήσεις για το νερό στο πάνελ «Σημείο καμπής: Στρατηγικές απαντήσεις στη λειψυδρία στην Ελλάδα».
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χάρης Σαχίνης, έδωσε το στίγμα της επόμενης ημέρας, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της εταιρείας στην εξασφάλιση επάρκειας νερού, ιδιαίτερα για την Αττική. «Θέλουμε να συνεχίζουμε να προσφέρουμε αδιάλειπτα καθαρό νερό για όλους», σημείωσε, θέτοντας ως προτεραιότητα τη σταθερότητα της παροχής, ακόμη και σε συνθήκες αυξημένης πίεσης.
Η φετινή χρονιά, με τις αυξημένες βροχοπτώσεις, έδωσε μια προσωρινή ανάσα στο σύστημα. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, αυτό δεν αποτελεί λόγο εφησυχασμού.
Επενδύσεις και έργα για την επόμενη ημέρα
Στο επίκεντρο της στρατηγικής της ΕΥΔΑΠ βρίσκονται οι επενδύσεις, οι οποίες αυξάνονται με στόχο τη θωράκιση του δικτύου. Όπως ανέφερε ο κ. Σαχίνης, «το 2025 έκλεισε με επενδύσεις 85 εκατ.», ενώ συνολικά οι επενδύσεις αναμένεται να ξεπεράσουν τα 200 εκατ. ευρώ, με την έγκριση του ρυθμιστή. Σε βάθος δεκαετίας, τα έργα αγγίζουν τα 2,5 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας το μέγεθος της προσπάθειας.
Η κατανομή αυτών των πόρων αποκαλύπτει και τις προτεραιότητες. Το ένα τρίτο των επενδύσεων αφορά έργα ύδρευσης, όπως η ανακαίνιση υποδομών, η κατασκευή νέων αγωγών σε περιοχές όπως η Δυτική Αττική και τα νότια προάστια, αλλά και η εγκατάσταση «έξυπνων» υδρομέτρων. Ένα μέρος κατευθύνεται στην αποχέτευση, με έργα αναβάθμισης και τη συνέχιση της τρίτης φάσης της Ψυττάλειας. Το υπόλοιπο ποσό αφορά μεγάλα έργα στην Ανατολική Αττική, όπου προγραμματίζονται τέσσερις νέες μονάδες επεξεργασίας λυμάτων.
«Έχουμε το φθηνότερο νερό στην Ευρώπη, αλλά πρέπει να γίνουν όλα τα έργα», υπογράμμισε ο κ. Σαχίνης, αναδεικνύοντας τη δυσκολία εξισορρόπησης μεταξύ χαμηλού κόστους για τους πολίτες και υψηλών επενδυτικών αναγκών. Παράλληλα, δεν απέκλεισε την επέκταση της ΕΥΔΑΠ και εκτός Αττικής, σημειώνοντας ότι υπάρχει σκέψη για δραστηριοποίηση στη Στερεά Ελλάδα.
Η ανάγκη αυτή συνδέεται άμεσα με την πραγματικότητα της κλιματικής κρίσης. «Υπάρχουν σημαντικές περίοδοι ανομβρίας», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η διασφάλιση αποθεμάτων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποφυγή της λειψυδρίας. «Για να υπάρχει αδιάλειπτη παροχή νερού, πρέπει να υπάρχει νερό», είπε με έμφαση, συνοψίζοντας την πρόκληση.
Δομικά προβλήματα και ανάγκη μεταρρυθμίσεων
Πέρα από τις επενδύσεις, οι συμμετέχοντες στη συζήτηση στάθηκαν και στα διαρθρωτικά προβλήματα του τομέα. Ο Γενικός Γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων, Πέτρος Βαρελίδης, σημείωσε ότι τα προβλήματα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής. «Τα προβλήματα που υπάρχουν είναι δομικά. Δεν σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Αυτή είναι το κερασάκι στην τούρτα», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι πολλά συστήματα ύδρευσης λειτουργούν ήδη στα όριά τους.
Η κατάσταση αυτή γίνεται πιο έντονη κατά τους θερινούς μήνες, όταν η ζήτηση αυξάνεται σημαντικά, ιδίως σε τουριστικές περιοχές. Για την Αττική, ο ίδιος τόνισε ότι «δεν μας εφησυχάζει το γεγονός ότι κερδίσαμε έναν χρόνο με τις βροχές», υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης του δικτύου και αύξησης των αποθεμάτων.
Από την πλευρά της αγοράς, ο Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης της Deloitte ανέδειξε ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα, που αφορά στον κατακερματισμό των φορέων διαχείρισης. «Έχουμε 740 φορείς που διαχειρίζονται το νερό και πολλοί δεν είναι βιώσιμοι», σημείωσε, προτείνοντας συγχωνεύσεις και δημιουργία μεγαλύτερων οργανισμών με ενιαία διαχείριση, στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Σε διεθνές επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο νερό ως στρατηγική προτεραιότητα. Όπως ανέφερε η Μαριάννα Ναθαναήλ, «οι γεωπολιτικές πιέσεις, η μείωση των πόρων και η κλιματική κρίση έχουν δημιουργήσει νέο πλαίσιο», που απαιτεί πιο ολιστική προσέγγιση. Η ίδια υπογράμμισε ότι η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση, καθώς συνδυάζει άνιση κατανομή υδάτινων πόρων και υψηλές τουριστικές ανάγκες, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στο σύστημα.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Βαρελίδης έδωσε έναν πιο αισιόδοξο τόνο, σημειώνοντας ότι «το αισιόδοξο μήνυμα είναι οι σημαντικές διαχρονικές μεταρρυθμίσεις» και ότι χρειάζεται χρόνος για να αποδώσουν. Ωστόσο, η γενική εικόνα που προκύπτει είναι ότι ο χρόνος αυτός δεν είναι απεριόριστος.
