Υπάρχει μια συζήτηση που γίνεται συνεχώς στα διοικητικά συμβούλια των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά ποτέ με το σωστό όνομα. Μιλούν για «χαμηλή παραγωγικότητα». Για «υψηλό turnover». Για «δυσκολία στη συγκράτηση ταλέντου». Για «ομάδες που δεν αποδίδουν όσο θα έπρεπε». Σπάνια μιλούν για αυτό που κρύβεται πίσω από όλα αυτά, εργαζόμενους που δεν είναι καλά.
Και όταν κάποιος τολμά να το πει ανοιχτά, η αντίδραση είναι συχνά η ίδια: «Αυτό είναι θέμα του HR.» Ως να ήταν η ψυχική υγεία ένα διοικητικό ζήτημα που λύνεται με ένα email και ένα πρόγραμμα ευεξίας.
Δεν είναι. Και η αποτυχία να το καταλάβουμε κοστίζει ακριβά με αριθμούς που χωράνε σε κάθε ισολογισμό. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι η κατάθλιψη και το άγχος κοστίζουν στην παγκόσμια οικονομία 1 τρισ. δολάρια ετησίως σε χαμένη παραγωγικότητα. Στην Ευρώπη, το κόστος των ψυχικών διαταραχών στον εργασιακό χώρο ξεπερνά τα 620 δισ. ευρώ αριθμός που περιλαμβάνει απουσίες, μειωμένη απόδοση, πρόωρες αποχωρήσεις και κόστος αντικατάστασης. Στην Ελλάδα, έρευνα του ΙΟΒΕ (2025) δείχνει ότι το 38% των εργαζομένων αναφέρει σημαντικά επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης burnout ενώ το 52% δηλώνει ότι το εργασιακό άγχος επηρεάζει αρνητικά την απόδοση του. Και όμως, μόλις 1 στις 5 ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτει οποιοδήποτε δομημένο πρόγραμμα υποστήριξης ψυχικής υγείας.
Αυτό δεν είναι έλλειψη ενσυναίσθησης. Είναι έλλειψη πληροφόρησης — και κοστίζει πολύ περισσότερο από ό,τι θα κόστιζε η πρόληψη. Έχουμε χτίσει εργασιακές κουλτούρες που ανταμείβουν την αντοχή και τιμωρούν την ευαλωτότητα. Ο εργαζόμενος που δουλεύει μέχρι αργά, που δεν παραπονιέται, που «βγάζει τη δουλειά» ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στη ζωή του αυτός θεωρείται «αξιόπιστος». Αυτό που δεν βλέπουμε είναι τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια. Έρευνα της Deloitte (2024) δείχνει ότι το 77% των εργαζομένων έχει βιώσει burnout στην τρέχουσα εργασία τους και εκ τούτων, το 70% λέει ότι δεν το ανέφερε ποτέ στη διοίκηση. Όχι γιατί δεν υπήρχε πρόβλημα. Γιατί δεν ένιωθαν ασφαλείς να το κάνουν. Αυτή η σιωπή είναι η πιο ακριβή γραμμή κόστους που δεν εμφανίζεται σε κανένα report.
Γράφει η Κατερίνα Φιλοσοφοπούλου, MA Assoc CIPD, Talent Resourcing & Organisational Development, Mental Health First Aider:
«Στα χρόνια που δουλεύω στο HR σε διαφορετικές βιομηχανίες, σε Ελλάδα και Βρετανία έχω δει μια σταθερή εικόνα ότι η ψυχική υγεία αντιμετωπίζεται ως “μαλακό” θέμα. Κάτι που αναφέρεται στο diversity report, που αποκτά θέση σε ένα webinar τον Οκτώβριο για την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας και μετά ξεχνιέται.
Ως Mental Health First Aider ξέρω από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι ο άνθρωπος που κάποιος εμπιστεύεται όταν δεν έχει πού αλλού να στραφεί. Και ξέρω επίσης πόσο σπάνιο είναι αυτό μέσα στους οργανισμούς. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν χρειάζονται θεραπευτή χρειάζονται έναν οργανισμό που έχει χτίσει ασφάλεια. Ψυχολογική ασφάλεια. Το δικαίωμα να πεις “δεν είμαι καλά” χωρίς να φοβάσαι τι θα επακολουθήσει.
Αυτό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η βάση κάθε λειτουργικής ομάδας. Και η απουσία του εξηγεί περισσότερα από ό,τι φανταζόμαστε για τον κύκλο εργασιών, τη χαμηλή παραγωγικότητα και τις ομάδες που “δεν κάνουν χημεία”.»
Το 2016, η Google δημοσίευσε τα αποτελέσματα του Project Aristotle μιας πολυετούς έρευνας για το τι κάνει μια ομάδα να αποδίδει εξαιρετικά. Το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο από ό,τι περίμεναν ότι δεν ήταν οι δεξιότητες, η εμπειρία ή η σύνθεση της ομάδας. Ήταν η ψυχολογική ασφάλεια το αίσθημα ότι μπορείς να μιλήσεις, να κάνεις λάθος, να διαφωνήσεις, χωρίς να τιμωρηθείς. Δέκα χρόνια αργότερα, η έρευνα επιβεβαιώνεται επανειλημμένα. Ομάδες με υψηλή ψυχολογική ασφάλεια παρουσιάζουν 27% χαμηλότερο turnover, 76% υψηλότερη δέσμευση και 50% υψηλότερη παραγωγικότητα σε σχέση με ομάδες χωρίς αυτή (Edmondson, Harvard Business School). Το πρόβλημα με την ψυχική υγεία στον εργασιακό χώρο δεν είναι μόνο η απουσία υποστήριξης. Είναι η απουσία έγκαιρης αναγνώρισης.
Οι οργανισμοί αντιδρούν όταν κάποιος παραιτείται, όταν η απόδοση πέφτει κατακόρυφα, όταν η σύγκρουση γίνεται ορατή. Δεν διαθέτουν εργαλεία για να δουν τι συμβαίνει πριν τα σήματα που προηγούνται της κατάρρευσης. Η συναισθηματική νοημοσύνη η ικανότητα να αναγνωρίζεις, να διαχειρίζεσαι και να εκφράζεις συναισθήματα, και να κατανοείς τα συναισθήματα των άλλων είναι η πιο κρίσιμη μεταβλητή εδώ. Και είναι μετρήσιμη. Εργαλεία πολυδιάστατης αξιολόγησης όπως το Holistic Quotient συμπεριλαμβάνουν τη συναισθηματική νοημοσύνη ως μία από τις έξι διαστάσεις που μετρούν δίνοντας στους οργανισμούς τη δυνατότητα να κατανοήσουν όχι μόνο τι μπορεί να κάνει κάποιος, αλλά πώς λειτουργεί κάτω από πίεση, πώς επικοινωνεί σε δύσκολες στιγμές, πώς ανακάμπτει.
Αυτή η γνώση δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη φροντίδα. Την ενισχύει. Κάθε εργαζόμενος που φεύγει γιατί δεν άντεξε, κάθε ομάδα που κατέρρευσε από εξουθένωση, κάθε ταλέντο που επέλεξε τον ανταγωνιστή γιατί «εκεί νιώθουν ότι τους νοιάζονται» όλα αυτά έχουν αριθμό. Και ο αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος από το κόστος ενός δομημένου προγράμματος υποστήριξης. Η ψυχική υγεία στον εργασιακό χώρο δεν είναι θέμα ευαισθησίας. Είναι θέμα στρατηγικής επιλογής. Οι οργανισμοί που θα το καταλάβουν πρώτοι δεν θα είναι απλώς καλύτεροι εργοδότες. Θα είναι οι πιο ανταγωνιστικοί.
* Ο Δημήτρης Πάφρας είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Η Κατερίνα Φιλοσοφοπούλου είναι MA, Assoc CIPD, Talent Resourcing & Organisational Development. Ο Θοδωρής Αντωνίου είναι CEO, HQ Intelligence.
