Ο πόλεμος στο Ιράν δύσκολα μπορεί να καταλήξει σε ξεκάθαρη νίκη για οποιαδήποτε πλευρά. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες το κόστος είναι υπερβολικά υψηλό, ενώ για το Ιράν οι συνέπειες ενδέχεται να είναι καταστροφικές σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.
Η απόφαση του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ βασίστηκε στην προσδοκία ότι η διαταραχή της παγκόσμιας ενεργειακής ροής θα ανάγκαζε άλλες χώρες να ασκήσουν έντονη πίεση στις ΗΠΑ για αποκλιμάκωση. Ωστόσο, η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να στοχεύει στο αντίθετο: να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει χωρίς το πετρέλαιο του Περσικού Κόλπου, μεταφέροντας έτσι την πίεση σε άλλους μεγάλους καταναλωτές ενέργειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα, καθώς απορροφά περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η κινεζική οικονομία είναι πολύ πιο εκτεθειμένη σε μια διακοπή αυτών των ροών. Αυτό δημιουργεί μια διαφορετική ισορροπία πίεσης: ενώ οι ΗΠΑ επιχειρούν να ενισχύσουν τη θέση τους μέσω συμμαχιών και γεωπολιτικών κινήσεων, το Ιράν προσπαθεί να αξιοποιήσει την ενεργειακή εξάρτηση τρίτων χωρών.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση του ιρανικού καθεστώτος μέσω έμμεσων πιέσεων, ενισχύοντας εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες που θα μπορούσαν να το αποδυναμώσουν. Από την άλλη πλευρά, τα κράτη του Κόλπου -όπως η Σαουδική Αραβία- εμφανίζονται διατεθειμένα να αποδεχθούν βραχυπρόθεσμες οικονομικές απώλειες, εφόσον αυτό συμβάλλει στον περιορισμό της ιρανικής ισχύος. Ένα πυρηνικό Ιράν θα άλλαζε δραστικά την ισορροπία ισχύος στην περιοχή, δίνοντάς του τη δυνατότητα να επηρεάζει ακόμη και τις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου.
Η επιλογή του Ιράν να συνεχίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, ακόμη και υπό την απειλή πολέμου, υποδηλώνει ότι θεωρεί αυτή την ικανότητα κρίσιμη για την αποτροπή και την περιφερειακή του επιρροή. Παράλληλα, το κλείσιμο των Στενών δεν στοχεύει μόνο στη διεθνή πίεση, αλλά και στην εσωτερική δυναμική των ΗΠΑ. Η άνοδος των τιμών και το αυξανόμενο κόστος ζωής ενδέχεται να επηρεάσουν την αμερικανική κοινή γνώμη και να δημιουργήσουν πολιτική πίεση για τερματισμό της σύγκρουσης.
Ωστόσο, από οικονομική άποψη, οι περισσότερες χώρες υφίστανται μεγαλύτερη πίεση από ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό περιορίζει την αποτελεσματικότητα της ιρανικής στρατηγικής. Αν οι ΗΠΑ δεν υποχωρήσουν υπό διεθνή πίεση, τότε η πίεση αυτή μπορεί να ανακατευθυνθεί προς το ίδιο το Ιράν. Σε αυτό το σημείο, η Κίνα αποκτά καθοριστικό ρόλο: η άσκηση πίεσης της Κίνας προς τις ΗΠΑ είναι δύσκολη και κοστοβόρα, ενώ η πίεση της Κίνας προς το Ιράν είναι πιο εφικτή. Η επικείμενη συνάντηση των δύο αρχηγών της Κίνας και των ΗΠΑ τον Μάϊο θα αναδείξει αυτήν την πίεση.
Το βασικό ερώτημα για όλες τις πλευρές δεν είναι μόνο ποιος δέχεται την μεγαλύτερη πίεση, αλλά και ποιος έχει τη μεγαλύτερη αντοχή. Ένας παρατεταμένος αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών και των εξαγωγών θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά την ιρανική οικονομία, επηρεάζοντας ακόμη και την καθημερινή επιβίωση του πληθυσμού.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, εάν η Κίνα επιλέξει να περιορίσει ή να αποσύρει τη στήριξή της προς το Ιράν, εκτιμώντας ότι το κόστος είναι μεγαλύτερο από το όφελος, τότε η πίεση στο ιρανικό καθεστώς θα αυξηθεί δραματικά. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση οικονομικής ασφυξίας, η οποία ενδέχεται τελικά να αναγκάσει το Ιράν να υποχωρήσει.
Όμως η σύγχρονη γεωπολιτική σύγκρουση δεν διεξάγεται μόνο με στρατούς και όπλα, αλλά και με ροές ενέργειας, εμπορίου και κεφαλαίων. Το Ιράν, αξιοποιώντας τη γεωγραφική του θέση και τη σημασία των Στενών του Ορμούζ, έχει καταφέρει να μετατρέψει την ενεργειακή εξάρτηση του κόσμου σε εργαλείο πίεσης. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο μια περιφερειακή κρίση, αλλά μια αλυσιδωτή διαταραχή που επηρεάζει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Ένα από τα πρώτα σημάδια της πίεσης αυτής είναι η αστάθεια στις αγορές ενέργειας. Η έντονη απόκλιση μεταξύ των τιμών στη φυσική αγορά και των τιμών στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης δημιουργεί αντικρουόμενα σήματα. Οι εταιρείες ενέργειας και οι επενδυτές αδυνατούν να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα, καθώς οι τιμές μεταβάλλονται απρόβλεπτα, συχνά υπό την επίδραση πολιτικών εξελίξεων ή ακόμη και δηλώσεων ηγετών. Αυτή η αβεβαιότητα παραλύει τις επενδυτικές αποφάσεις. Κανείς δεν θέλει να επενδύσει δισεκατομμύρια σε νέες γεωτρήσεις όταν η αγορά μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση μέσα σε λίγες ημέρες. Έτσι, η προσφορά παραμένει περιορισμένη και η αστάθεια ενισχύεται.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση. Δεν παράγει αρκετή ενέργεια για να καλύψει τις ανάγκες της και εξαρτάται από εισαγωγές. Στον τομέα των αεροπορικών καυσίμων, η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη: η ευρωπαϊκή διυλιστική ικανότητα καλύπτει μόλις το 70% της ζήτησης. Τα αποθέματα επαρκούν για περίπου 50 ημέρες, αλλά αυτή είναι μια οριακή ισορροπία. Αν οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ δεν αποκατασταθούν, τα αποθέματα αυτά θα μειωθούν ταχύτατα. Οι αεροπορικές εταιρείες θα βρεθούν αντιμέτωπες με ελλείψεις, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και ενισχύοντας περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Η πίεση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Το Κατάρ, βασικός παραγωγός υγροποιημένου φυσικού αερίου, είναι ταυτόχρονα ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ηλίου παγκοσμίως. Το ήλιο είναι κρίσιμο για τεχνολογίες αιχμής και δεν μπορεί να μεταφερθεί παρά μόνο δια θαλάσσης. Η σημασία του είναι τεράστια: χρησιμοποιείται σε μηχανήματα μαγνητικής τομογραφίας, στην παραγωγή μικροτσίπ και σε εξειδικευμένα βιομηχανικά περιβάλλοντα. Δεν υπάρχει υποκατάστατο. Έτσι, μια διακοπή της εφοδιαστικής αλυσίδας δεν επηρεάζει μόνο την ενέργεια, αλλά και την τεχνολογία, την υγεία και τη βιομηχανία.
Η διαταραχή στη ναυσιπλοΐα έχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. Τα πλοία αποφεύγουν την περιοχή και αναγκάζονται να ακολουθούν πολύ μεγαλύτερες διαδρομές γύρω από την Αφρική. Αυτό αυξάνει το κόστος και μειώνει τη διαθέσιμη ναυτιλιακή χωρητικότητα. Ταυτόχρονα, η Διώρυγα του Παναμά βρίσκεται υπό πίεση, καθώς αυξάνεται η ζήτηση για εναλλακτικές διαδρομές. Τα δεξαμενόπλοια πληρώνουν υπέρογκα ποσά για προτεραιότητα, αφήνοντας πίσω φορτία χαμηλότερης αξίας, όπως τα σιτηρά. Οι καθυστερήσεις φτάνουν τις 40 ημέρες και τα μεταφορικά κόστη έχουν αυξηθεί έως και 60%. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση στην ενέργεια μετατρέπεται σε κρίση στην εφοδιαστική αλυσίδα συνολικά.
Η σύνδεση μεταξύ ενέργειας και τροφίμων είναι άμεση αλλά συχνά υποτιμημένη. Η σύγχρονη γεωργία εξαρτάται απόλυτα από τους υδρογονάνθρακες. Το φυσικό αέριο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για τα λιπάσματα, ενώ το πετρέλαιο είναι απαραίτητο για την παραγωγή και μεταφορά τροφίμων. Με την αύξηση των τιμών, το κόστος των λιπασμάτων έχει εκτοξευθεί. Η τιμή της αμμωνίας έχει αυξηθεί δραματικά, ενώ περίπου το 70% των αγροτών δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αγοράσουν τις ποσότητες που χρειάζονται. Παράλληλα, πρώτες ύλες όπως το θείο κατευθύνονται σε πιο κερδοφόρες βιομηχανικές χρήσεις, αφήνοντας τη γεωργία σε δεύτερη μοίρα. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη απειλή για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
Η κρίση επιτείνεται από τις κινήσεις άλλων δυνάμεων. Η Ρωσία, για παράδειγμα, επέλεξε να περιορίσει τις ροές πετρελαίου προς τη Γερμανία την ίδια στιγμή που η Ευρώπη αντιμετωπίζει ήδη ενεργειακή στενότητα. Αυτό ενισχύει τη συνολική πίεση και επιδεινώνει την κατάσταση. Παράλληλα, η κρίση αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται την ενέργεια. Η πράσινη μετάβαση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, οι ανανεώσιμες πηγές δεν μπορούν να καλύψουν άμεσα ένα μεγάλο ενεργειακό κενό, γεγονός που καθιστά τη μετάβαση πιο σύνθετη.
Ο άμεσος οικονομικός αντίκτυπος των παραπάνω πιέσεων είναι η επιστροφή του πληθωρισμού. Οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας μεταφέρονται σε ολόκληρη την οικονομία. Ταυτόχρονα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα εμφανίζεται πιο ευάλωτο από ό,τι στο παρελθόν, λόγω υψηλών αποτιμήσεων και αυξημένης διασύνδεσης. Οι αγορές μπορεί να δείχνουν ανθεκτικότητα, αλλά το περιθώριο ασφαλείας είναι μικρότερο. Ένα παρατεταμένο σοκ μπορεί να έχει πολύ πιο σοβαρές συνέπειες από ό,τι σε προηγούμενες δεκαετίες.
Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί πλέον εγγύηση σταθερότητας. Για χρόνια επικρατούσε η άποψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση αποτρέπει τις συγκρούσεις. Όμως η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο: η αλληλεξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο πίεσης.
Το Ιράν πιέζει την παγκόσμια οικονομία με την αξιοποίηση αυτής της λογικής, χρησιμοποιώντας τη γεωγραφία και την ενέργεια ως μέσα επιρροής. Ταυτόχρονα, οι μεγάλες οικονομίες μειώνουν την εξάρτησή τους μεταξύ τους, αποδυναμώνοντας το ίδιο το σύστημα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται έτσι σε μια πιο ασταθή και συναλλακτική εποχή, όπου η ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από την παραγωγή, αλλά και από τον έλεγχο κρίσιμων σημείων του συστήματος.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να κερδίσει στρατιωτικά για να ασκήσει πίεση. Αρκεί να διαταράξει τις ροές ενέργειας και εμπορίου. Μέσα από τα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζει το κόστος ενέργειας, τη ναυτιλία, τη βιομηχανία, τη γεωργία και τελικά τον πληθωρισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι η ευαλωτότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Και σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική επιστρέφει στο προσκήνιο, η οικονομική σταθερότητα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Το Ιράν έκλεισε τα στενά του Ορμούζ, περιμένοντας ότι άλλες χώρες θα ασκούσαν τεράστια πίεση στις Ηνωμένες Πολιτείες για να τερματίσουν αυτή την κατάσταση. Συνολικά, η σύγκρουση δεν κρίνεται μόνο στο στρατιωτικό πεδίο, αλλά κυρίως στο πεδίο της οικονομικής αντοχής και της γεωπολιτικής πίεσης. Και σε αυτό το πεδίο, το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο — όχι απλώς από το ποιος ασκεί τη μεγαλύτερη πίεση.
* Ο Ατσαλάκης Γιώργος είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.
