Η κλιμάκωση της αμερικανικής στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο τρεις μικρές, αλλά στρατηγικής σημασίας νησίδες, οι οποίες βρίσκονται στο σημείο όπου συναντώνται ο Περσικός Κόλπος με τα Στενά του Ορμούζ.
Πρόκειται για τις νησίδες Αμπού Μούσα, βόρειο Τουνμπ και νότιο Τουνμπ, οι οποίες πέρασαν υπό τον έλεγχο του Ιράν το 1971, λίγο πριν από τη δημιουργία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Έκτοτε, η Τεχεράνη τις έχει αξιοποιήσει ως στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενισχύοντας τη δυνατότητά της να ελέγχει ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα παγκοσμίως, από το οποίο σε περιόδους ομαλής λειτουργίας μεταφέρεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι πρόσφατες αμερικανικές επιθέσεις σε δύο από τα συγκεκριμένα νησιά έχουν προκαλέσει νέα συζήτηση γύρω από το μέλλον των μικρών αυτών βραχονησίδων, η κυριαρχία των οποίων εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης.

Οι τρεις νησίδες που ελέγχουν το Ορμούζ
Παρά το μικρό τους μέγεθος, καθώς η συνολική επιφάνεια των τριών νησιών δεν ξεπερνά τα 25 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η γεωπολιτική τους αξία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η θέση τους πάνω στη θαλάσσια διαδρομή μεγάλου βάθους, την οποία ακολουθούν τα πλοία που κινούνται ανάμεσα στα Στενά του Ορμούζ και τον Περσικό Κόλπο, τους προσδίδει κρίσιμη στρατηγική σημασία.
Το μεγαλύτερο από αυτά, το Αμπού Μούσα, διαθέτει έναν μικρό οικισμό, ωστόσο ο βασικός του ρόλος είναι στρατιωτικός, καθώς αποτελεί εγκατάσταση των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν. Στο νησί έχουν αναπτυχθεί ταχύπλοα σκάφη και πυραυλικά συστήματα, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν σε επιχειρήσεις εναντίον πλοίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, υπάρχουν και υποδομές αεράμυνας. Αντίστοιχη στρατιωτική ανάπτυξη υπάρχει και στο Μεγάλο Τουνμπ, ενώ στο μικρότερο Μικρό Τουνμπ η παρουσία περιορίζεται αποκλειστικά σε στρατιωτικές δυνάμεις.
Η στρατηγική θέση των τριών νησιών έχει αποτελέσει διαχρονικά αιτία αντιπαράθεσης μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων, οι οποίες επιδιώκουν τον έλεγχο της περιοχής.
Το Ιράν, υπό την ηγεσία του σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί, προχώρησε στην κατάληψη των νησιών στις 30 Νοεμβρίου 1971, μόλις δύο ημέρες πριν από την ίδρυση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η κίνηση αυτή δεν προκάλεσε τότε ουσιαστική διεθνή αντίδραση, καθώς ο Σάχης αποτελούσε τον σημαντικότερο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών στον τομέα της ασφάλειας στην περιοχή.
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, η Τεχεράνη αξιοποίησε τα νησιά ως στρατιωτικά ορμητήρια κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «πολέμου των δεξαμενόπλοιων» τη δεκαετία του 1980. Την περίοδο εκείνη, το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό συνόδευε πετρελαιοφόρα στον Περσικό Κόλπο, ενώ το Ιράν πραγματοποιούσε επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων. Από τα συγκεκριμένα νησιά γίνονταν επιχειρήσεις επιτήρησης των Στενών, αλλά και αποστολές μικρών σκαφών για ναρκοθέτηση ή άμεσες επιθέσεις κατά πλοίων.
Σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου το Ιράν επιτέθηκε σε περισσότερα από 160 πλοία. Στη σημερινή αντιπαράθεση, οι καταγεγραμμένες επιθέσεις εναντίον πλοίων και πετρελαϊκών εγκαταστάσεων έχουν ξεπεράσει τις 50, σύμφωνα με στοιχεία του Διακλαδικού Κέντρου Ναυτικών Πληροφοριών (Joint Maritime Information Center) του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και περιστατικά στα οποία αμερικανικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ εναντίον πλοίων που, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, επιχείρησαν να παραβιάσουν τον αποκλεισμό που έχει επιβληθεί στο Ιράν.

Στόχος των ΗΠΑ
Τις τελευταίες ημέρες, καθώς η ένταση στην περιοχή έχει κλιμακωθεί, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποίησαν πλήγματα τόσο στο Αμπού Μούσα όσο και στο νότιο Τουνμπ. Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει ορισμένους αναλυτές να εκτιμούν ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης, ακόμη και μιας προσπάθειας κατάληψης των νησιών.
«Τα δύο νησιά λειτουργούν από κοινού ως ένα πολυεπίπεδο αμυντικό σύστημα για το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα στον κόσμο», ανέφερε σε άρθρο της η δημοσιογράφος της βρετανικής εφημερίδας «The Telegraph», Ίζαμπελ Όουκσοτ, η οποία ζει πλέον στο Ντουμπάι. Η ίδια χαρακτήρισε ειδικά το Αμπού Μούσα ως ένα είδος «σταθερού αεροπλανοφόρου» που παρέχει στρατηγικό πλεονέκτημα στο Ιράν.
Μια πιθανή επιχείρηση κατάληψης των νησιών θα μπορούσε θεωρητικά να πραγματοποιηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες διαθέτουν στην περιοχή δυνάμεις πεζοναυτών και αλεξιπτωτιστών. Ωστόσο, η παραμονή αμερικανικών στρατευμάτων σε αυτά τα σημεία θα τα καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτα σε αντίποινα από την πλευρά του Ιράν.
Ο Μπράντον Καρ, αναλυτής του Quincy Institute for Responsible Statecraft στην Ουάσινγκτον, υπογράμμισε ότι η προστασία των αμερικανικών δυνάμεων θα αποτελούσε εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, καθώς τα νησιά δεν διαθέτουν επαρκώς οργανωμένες και ενισχυμένες αμυντικές υποδομές, ακόμη και στην περίπτωση παροχής αεροπορικής κάλυψης από κοντινά πολεμικά πλοία.
Όπως προειδοποίησε, οι αμερικανικές δυνάμεις θα βρίσκονταν αντιμέτωπες με την απειλή βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών του Ιράν, γεγονός που θα περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητά τους να ελέγξουν ή να επηρεάσουν τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ.
