Δισεκατομμύρια δολάρια αναμένεται να εξοικονομήσουν οι αεροπορικές εταιρείες από τα καύσιμα αεροσκαφών αφού η ειρηνευτική συμφωνία των ΗΠΑ με το Ιράν οδήγησε σε πτώση των τιμών πετρελαίου.
Οι επιβάτες, όμως, είναι απίθανο να δουν άμεση ελάφρυνση στις τιμές των ναύλων καθώς η περιορισμένη διαθέσιμη χωρητικότητα θα επιτρέψει στους αερομεταφορείς να διατηρήσουν τα εισιτήρια σημαντικά πάνω από τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από τη σύγκρουση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αμερικανική αγορά. Οι αυξήσεις των ναύλων εξακολουθούν να υπολείπονται της ανόδου που σημείωσαν τα κόστη καυσίμων, ενώ η αύξηση της διαθέσιμης χωρητικότητας στις εγχώριες πτήσεις παραμένει περιορισμένη.
Αυτό δίνει στις αεροπορικές τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν το χαμηλότερο πλέον κόστος καυσίμων για να ενισχύσουν τα περιθώρια κέρδους τους αντί να αντιστρέψουν τις πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές εισιτηρίων.
Οι τιμές spot των καυσίμων αεροσκαφών έχουν σημειώσει σημαντική πτώση στα $2,85 το γαλόνι από το υψηλό των $4,88 το γαλόνι όπου εκτοξεύτηκαν στις αρχές Απριλίου. Αν η μεγάλη αυτή μείωση διατηρηθεί σε μόνιμη βάση θα μπορούσε να μειώσει τον ετήσιο λογαριασμό του jet fuel της αεροπορικής βιομηχανίας των ΗΠΑ κατά περίπου $40 δις.
Καθώς οι τιμές καυσίμων αεροσκαφών εκτοξεύονταν, οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες αύξησαν τις τιμές εισιτηρίων και τις χρεώσεις για αποσκευές ενώ παράλληλα περιόρισαν τα πτητικά τους προγράμματα. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά αντιστάθμισαν μόνο ένα μέρος της αύξησης του κόστους καυσίμων.
Το κόστος καυσίμων αεροσκαφών αυξήθηκε πάνω από τρεις φορές ταχύτερα από τις τιμές των εισιτηρίων την περίοδο από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάϊο.
Σύμφωνα με τη Deutsche Bank, οι αμερικανικές αεροπορικές θα κατάφερναν να ανακτήσουν μόλις 60 σεντς για κάθε επιπλέον δολάριο που θα δαπανούσαν για καύσιμα, δηλαδή $14,4 δις σε πρόσθετα έσοδα έναντι $24,1 δις σε αυξημένο κόστος καυσίμων.
Delta Airlines, United και American Airlines εκτιμούν ότι το ποσοστό ανάκτησης το δεύτερο τρίμηνο κυμαινόταν μεταξύ 40% και 50%. Η Alaska Air εκτιμούσε ότι θα κατάφερνε να ανακτήσει περίπου το ένα τρίτο της αύξησης του κόστους καυσίμων.
Σύμφωνα με στοιχεία του οίκου Raymond James, οι μέσοι ναύλοι για εγχώριες πτήσεις που έκλειναν μια εβδομάδα πριν από την αναχώρηση ήταν αυξημένοι κατά 34,1% σε σύγκριση με ένα χρόνο νωρίτερα έως τις 8 Ιουνίου.
Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι αεροπορικές εταιρείες θα μπορέσουν να διατηρήσουν τις πρόσφατες αυξήσεις στους ναύλους καθώς οι τιμές των καυσίμων υποχωρούν.
Εκτός των ΗΠΑ, η αποκλιμάκωση των αεροπορικών ναύλων είναι πολύ πιθανό να είναι άνιση.
Οι χαμηλότερες τιμές του αργού πετρελαίου θα χρειαστούν χρόνο για να μεταφερθούν στο κόστος των καυσίμων αεροσκαφών και οι αεροπορικές είναι πιθανό να διατηρήσουν τους ναύλους σε υψηλά επίπεδα ή ακόμη και να τους αυξήσουν όπου η ζήτηση το επιτρέπει, εκτιμούν στον οίκο έρευνας Goodbody με έδρα το Λονδίνο.
Στην Ευρώπη ενδέχεται να παρατηρηθεί διαφοροποίηση. Οι ναύλοι στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων είναι πιθανότερο να υποχωρήσουν καθώς οι αεροπορικές κατάφεραν να μετακυλήσουν με μεγαλύτερη επιτυχία το αυξημένο κόστος καυσίμων σε αυτές τις διαδρομές.
Αντίθετα, οι ναύλοι των πτήσεων μικρών αποστάσεων ενδέχεται να παραμείνουν πιο ανθεκτικοί σε μειώσεις, αν η ειρηνευτική συμφωνία ενισχύσει τις κρατήσεις και τη ζήτηση για ταξίδια. Στην Ασία οι τρεις μεγάλες κινεζικές αεροπορικές αντιμετωπίζουν περιορισμένη δυνατότητα αύξησης των τιμών εισιτηρίων και μειούμενη αξιοποίηση του στόλου τους, σύμφωνα με την HSBC.
