To μοντέλο που αλλάζει, φέρνει μεγαλύτερη απασχόληση και καλύτερες αμοιβές
Shutterstock
Shutterstock

To μοντέλο που αλλάζει, φέρνει μεγαλύτερη απασχόληση και καλύτερες αμοιβές

H άποψη ότι το «παραγωγικό μοντέλο» της χώρας πρέπει να αλλάξει δεν αποτελεί μια αόριστη έννοια. Ούτε μια εμμονή, ούτε μια ιδεοληπτική προσέγγιση των υποστηρικτών της ελεύθερης οικονομίας. Αποτελεί την αδήριτη και πιο επιτακτική ανάγκη της χώρας. Όχι μόνο για την επιβίωση της στην παγκόσμια οικονομική σκακιέρα, που για αρκετούς πολίτες είναι κάτι το μακρινό, το αόριστο και ακόμα και αδιάφορο. Αλλά για κάτι πολύ πιο απτό και κοντινό. Όπως είναι η αύξηση των θέσεων απασχόλησης και η αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων.

Όπως διαπιστώνουμε, είναι πολλές φορές δύσκολο οι σημαντικές οικονομικές επιτυχίες της Ελλάδας, να αποτυπωθούν άμεσα και με επιτυχία στα οικονομικά των νοικοκυριών. Εκφράσεις όπως: «τι με νοιάζει εμένα το spread των ομολόγων», «τι κέρδισα εγώ από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας», και «δεν σημαίνει τίποτα για μένα η αύξηση των επενδύσεων», ανάμεσα σε τόσες άλλες, απαντώνται πιο εύκολα, όταν οι επιτυχίες της οικονομίας μεταφράζονται σε θέσεις απασχόλησης και αποδοχές.

Το μοντέλο λοιπόν έχει αρχίζει να αλλάζει. Η συμμετοχή της βιομηχανίας στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), έχει παρουσιάσει από το 2019 μια αύξηση από το 13,9% στο 15,5%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024. Δηλαδή καταγράφει μια αύξηση της τάξης του +11,5%. Αρκεί; Όχι, σίγουρα δεν αρκεί. Όσο και αν η αύξηση αυτή βρίσκεται σε προνομιακή θέση συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.  

Ωστόσο, το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το +11,5% που αντικειμενικά δεν είναι κάτι το ιδιαίτερα εντυπωσιακό και υπολείπεται των αναγκών της εθνικής οικονομίας, συνοδεύεται από δύο εξαιρετικά στατιστικά δεδομένα. Τα οποία είναι τα ποσοστά αύξησης της απασχόλησης και αύξησης των μισθών. 

Σύμφωνα με στοιχεία που προέρχονται από το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ οι αυξήσεις των θέσεων απασχόλησης σε σημαντικούς τομείς της μεταποίησης και της βιομηχανίας από το 2019 μέχρι σήμερα, είναι πραγματικά εντυπωσιακές. 

Ο αριθμός των εργαζομένων στη χαρτοποιία αυξήθηκε κατά +28%, στην παραγωγή βασικών μετάλλων κατά +29%, στην κατασκευή επίπλων κατά +32%, στα προϊόντα μη μεταλλικών ορυκτών κατά +33%, στη βιομηχανία ξύλου κατά +33%, στην κατασκευή μεταλλικών προϊόντων κατά +35%, στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό κατά +52%, στην κατασκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά +55%, στη φαρμακοβιομηχανία κατά +58% και στην επισκευή και εγκατάσταση μηχανημάτων κατά +80%.  

Αυτές οι θέσεις απασχόλησης, δεν έχουν πέσει από τον ουρανό. Δεν είναι ένα τυχαίο αποτέλεσμα. Προέκυψαν μέσα από επενδύσεις. Από επενδυτές που διέκριναν χαμηλότερο ρίσκο και υψηλότερες προσδοκίες, στη χώρα μας. Αυτό το πιστώνεται ασφαλώς η κυβέρνηση που έχει συμβάλλει στη δημιουργία ενός καλύτερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος και ενός φιλικότερου επενδυτικού οικοσυστήματος. Και φυσικά στην επιτυχή ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. 

Είναι δε προφανές ότι οι επενδύσεις αυτές επέτυχαν. Γιατί; Διότι αυξήθηκαν αντίστοιχα και οι αποδοχές των εργαζομένων. Σαν αποτέλεσμα της αύξησης του κύκλου εργασιών των βιομηχανικών εταιρειών και των εταιρειών μεταποίησης. Μιας αύξησης που επέτρεψε στις επιχειρήσεις να προβούν με τη σειρά τους σε αυξήσεις των απολαβών των εργαζομένων.

Έτσι από το 2019 μέχρι σήμερα, στον κλάδο της φαρμακοβιομηχανίας η αύξηση των μισθών ήταν της τάξης του +22%, των χημικών προϊόντων του +24%, των προϊόντων πλαστικού +33%, της βιομηχανίας τροφίμων +36%, της κατασκευής μεταλλικών προϊόντων +39%, του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού +40%, των μηχανημάτων και εξοπλισμών +49% και της βιομηχανίας ξύλου κατά 52%. 

Όπως βλέπουμε λοιπόν υπάρχουν αρκετοί κλάδοι της βιομηχανίας και της μεταποίησης που καταγράφουν ισχυρούς ρυθμούς προσλήψεων νέων εργαζομένων, προσφέροντας υψηλές αμοιβές.

Επιστρέφοντας λοιπόν στη μεγάλη εικόνα που αρκετές φορές αφήνει αδιάφορους και ασυγκίνητους τους πολίτες, η ανάπτυξη της βιομηχανίας και της μεταποίησης, καθώς και η «διαφοροποίηση» των πηγών του ΑΕΠ, αφήνουν ένα ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα. Ισχυροποιούν την οικονομία, την κάνουν πιο ανθεκτική απέναντι σε εξωγενείς κινδύνους, προωθούν την καινοτομία, συμβάλουν στην μείωση των εισαγωγών καθώς παράγουν ανταγωνιστικά προϊόντα που μπορούν κάλλιστα να αντικαταστήσουν τα εισαγόμενα και αυξάνουν τις εξαγωγές αφού διεκδικούν επάξια θέσεις στις ξένες αγορές.  

Από το 2019 μέχρι σήμερα,  οι ελληνικές εξαγωγές προϊόντων μεταποίησης και βιομηχανίας με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, του ΣΕΒΕ και της Enterprise Greece, έχουν σημειώσει ισχυρή αύξηση της τάξης του 35%–50% σε αξία, ενώ σε ορισμένους δυναμικούς κλάδους, όπως είναι για παράδειγμα τα φάρμακα και τα χημικά, η αύξηση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η μεταποίηση έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς μοχλούς της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας.  

Ειδικότερα οι αυξήσεις στις εξαγωγές χημικών προϊόντων είναι από +50% έως +70%, των φαρμάκων από +60% έως +90%, των μηχανημάτων και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού από +40% έως +60%, των μεταλλικών προϊόντων από +35% έως +60%, των μεταποιημένων τροφίμων από +40% έως +50% και των βιομηχανικών ειδών από +45% έως +60%.

Επομένως η αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας και της μεταποίησης στο ΑΕΠ κατά +11,5%, από το 2019 μέχρι σήμερα, πέρα από απτά αποτελέσματα στο τομέα της απασχόλησης και ων αποδοχών των εργαζομένων, υποδηλώνει μια στροφή προς την παραγωγή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και δυναμικής διείσδυσης στις ξένες αγορές.

Αλλάζει λοιπόν η ελληνική οικονομία; Ναι αλλάζει. Με τις άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) στην Ελλάδα να ξεπερνούν  για πρώτη φορά το ψυχολογικό όριο των $10 δισ. το 2025,  προσεγγίζοντας τα $12,86 δισ. Η Ελλάδα προσέλκυσε το 2025, τις περισσότερες άμεσες ξένες επενδύσεις από όλες τις γειτονικές οικονομίες της περιοχής μας, αφήνοντας πίσω τόσο την Τουρκία και όσο την Ρουμανία. 

Αρκεί; Όχι. Πρέπει να μας εφησυχάζει; Ούτε. Οι προκλήσεις είναι πολλές. Η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί με πολύ πιο εντατικούς ρυθμούς. Το οικονομικό και επενδυτικό περιβάλλον είναι αντίξοο και ανταγωνιστικό. Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή ολιγωρία, θέτει σε αυξημένο ρίσκο ακόμα και την ίδια τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας. 

Για να μην αναφερθούμε στην πιθανότητα ανακοπής της προσπάθειας, η οποία δεν θα πρέπει να αποκλείεται σε περίπτωση που τα αποτελέσματα των εκλογών γείρουν την πλάστιγγα προς την πλευρά των οικονομικών πειραματισμών, της επενδυτικής εχθροπάθειας και του αδιόρθωτου κρατισμού. Εάν τα κόμματα της αντιπολίτευσης αγωνιούσαν για την αύξηση της οικονομικής πίτας στο ίδιο βαθμό με το «μοίρασμα» της, θα νιώθαμε σχετική ασφάλεια. Ωστόσο, το μοντέλο που έχουν στο μυαλό τους θα μας γυρίσει πίσω σε εποχές πριν από την οικονομική κρίση της χώρας. Και σε εποχές και σε πρακτικές που μας οδήγησαν στην πτώχευση.