Η παγκόσμια κρίση στη μνήμη (memory) διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη φετινή περίοδο ανακοινώσεων αποτελεσμάτων των τεχνολογικών εταιρειών, με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Apple, Τιμ Κουκ, να προειδοποιεί ότι τα προβλήματα μόλις ξεκινούν. Όπως ανέφερε, το αυξανόμενο κόστος μνήμης αναμένεται να επηρεάσει όλο και περισσότερο την εταιρεία, η οποία ήδη αντιμετωπίζει περιορισμούς στην προσφορά.
Παρά τις δυσκολίες, η Apple παρουσίασε ισχυρά αποτελέσματα, ξεπερνώντας τις προβλέψεις και δίνοντας αισιόδοξη καθοδήγηση για τα έσοδα. Ωστόσο, το ζήτημα του αυξημένου κόστους μνήμης επισημάνθηκε και από άλλους τεχνολογικούς κολοσσούς, όπως η Microsoft και η Meta, οι οποίες προβλέπουν σημαντική αύξηση στις κεφαλαιουχικές δαπάνες τους. Συγκεκριμένα, η Microsoft εκτιμά δαπάνες 190 δισ. δολαρίων για το 2026, ενώ η Meta αύξησε την πρόβλεψή της έως και τα 145 δισ. δολάρια, εν μέρει λόγω ακριβότερων εξαρτημάτων, σύμφωνα με το CNBC.
Η εκτίναξη των τιμών οφείλεται κυρίως στη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς τα chips της Nvidia απαιτούν ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες μνήμης. Αυτό έχει οδηγήσει σε παγκόσμια έλλειψη, με εταιρείες όπως η Micron Technology, η Samsung Electronics και η SK Hynix να προσπαθούν να αυξήσουν την παραγωγή.
Η πίεση στην αγορά επηρεάζει και τα καταναλωτικά προϊόντα, όπως υπολογιστές και smartphones, όπου η μνήμη γίνεται πιο δυσεύρετη και ακριβή. Ο Cook σημείωσε ότι ο αντίκτυπος ήταν περιορισμένος στα τέλη του 2025, αλλά αυξήθηκε στις αρχές του 2026 και αναμένεται να επηρεάσει ιδιαίτερα τα μοντέλα Mac τους επόμενους μήνες.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Apple εξετάζει διάφορες επιλογές, όπως μακροχρόνιες συμφωνίες με προμηθευτές, αυξήσεις τιμών – κυρίως σε ακριβότερα μοντέλα – ή απορρόφηση μέρους του κόστους με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους. Παρά τις πιέσεις, η εταιρεία θεωρείται σε πλεονεκτική θέση λόγω μεγέθους και οικονομικής ισχύος, γεγονός που της επιτρέπει να διαχειριστεί καλύτερα την κρίση σε σχέση με ανταγωνιστές.
