Θ. Τσίκας: Η συμφωνία προ των πυλών, το Ορμούζ και το ορόσημο της 4ης Ιουλίου
Shutterstock
Shutterstock

Θ. Τσίκας: Η συμφωνία προ των πυλών, το Ορμούζ και το ορόσημο της 4ης Ιουλίου

Για τη διαδρομή προς μία συμφωνία-πλαίσιο Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, που ως φαίνεται τις ώρες αυτές «κλειδώνει», αλλά και γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα ήθελε να «φθάσει» στα 250 χρόνια της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ με ανοιχτή την κρίση στον Περσικό Κόλπο, μιλά ο επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), Θόδωρος Τσίκας, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν έχει σε πρώτο πλάνο τον απεγκλωβισμό της παγκόσμιας ναυτιλίας από τα Στενά του Ορμούζ. Παράταση της εκεχειρίας κατά δύο μήνες εντός των οποίων θα τεθούν στο τραπέζι τα «δύσκολα» του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος φέρεται να περιλαμβάνει η συμφωνία, που υπόκειται στην «τελική κρίση» Τραμπ, και μένει να αποκωδικοποιηθεί όταν γίνουν επίσημα γνωστές οι ακριβείς διατυπώσεις του κειμένου.

Καθώς οι εξελίξεις «τρέχουν», ο Θόδωρος Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, μιλά για το Ορμούζ ως κομβικό σημείο της διαπραγμάτευσης και για το πώς έχει εξελιχθεί ένα εξαιρετικά δύσκολο παζάρι «λέξη προς λέξη», με ζητούμενο μία φόρμουλα που να μπορεί να παρουσιαστεί ως αποδεκτή και από τις δύο πλευρές χωρίς να εμφανίζεται κάποιος ηττημένος. Στοιχείο της ίδιας της διαπραγματευτικής διαδικασίας αποτέλεσαν άλλωστε επί της ουσίας και τα πλήγματα που αντάλλαξαν ΗΠΑ και Ιράν το τελευταίο διήμερο, με διακριτή την πρόθεση αμφοτέρων να αποφύγουν γενικευμένη ανάφλεξη, επισημαίνει.

Στη συνολική εικόνα της διαπραγμάτευσης, ο κ. Τσίκας αναδεικνύει παράλληλα ως πολιτικό και χρονικό ορόσημο την 4η Ιουλίου, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπληρώνουν 250 χρόνια από την Ανεξαρτησία τους, επισημαίνοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δύσκολα θα ήθελε να φτάσει σε αυτή την επέτειο με ανοιχτή την κρίση στον Περσικό Κόλπο - εξ ου και αν έκρινε πως δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει πολιτικά μια συμφωνία στο εσωτερικό των ΗΠΑ, θα πρόβαλλε το ενδεχόμενο επιστροφής των ΗΠΑ σε εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις για την περαιτέρω αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν. Ήτοι, μια «ανακήρυξη νίκης» μέσω νέων επιδρομών, πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρήσουν.

Στο πλαίσιο της συνέντευξής του, ο Θόδωρος Τσίκας αναφέρεται στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ως διεθνές ζήτημα και διεθνή απαίτηση, στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ και τα ανταλλάγματα για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, την άρση κυρώσεων και το «ξεπάγωμα» ιρανικών κεφαλαίων, καθώς και στην κλιμάκωση των ισραηλινών επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ στο μέτωπο του Λιβάνου.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης 

Κύριε Τσίκα, ΗΠΑ και Ιράν εμφανίζονται κοντά σε συμφωνία για ένα μνημόνιο κατανόησης, στη σκιά μιας εύθραυστης εκεχειρίας και έπειτα από «μετρημένη» ανταλλαγή πληγμάτων. Ποια είναι η εικόνα σας σχετικά με την προοπτική συμφωνίας και την κατάσταση στο Περσικό Κόλπο τρεις μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης;

Βρισκόμαστε σε μια πολύ ιδιόρρυθμη κατάσταση. Είμαστε στο όριο μεταξύ πολέμου και ειρήνης, σε μια γκρίζα ζώνη, στα όρια της οποίας θα συνεχίσουν να κινούνται οι σχέσεις των δύο πλευρών, εφόσον δεν οριστικοποιηθεί η αρχική αυτή συμφωνία: ένταση και πίεση σε ρητορικό επίπεδο, που κάποιες φορές φτάνει και σε περιορισμένα χτυπήματα. Έπειτα θα ακολουθεί αποκλιμάκωση και ξανά το ίδιο. Αυτή η παλινδρόμηση είναι πολύ πιθανόν να συνεχίζεται μέχρι να φτάσουμε στο τελικό σημείο της συμφωνίας. 

Η διπλωματία προφανώς λειτουργεί, οι «μηχανές» λειτουργούν στο παρασκήνιο, μέσω των διαμεσολαβητών, πρωτίστως του Πακιστάν και του Κατάρ. Το ζήτημα είναι ότι στο σύντομο κείμενο αυτού του μνημονίου κατανόησης θα πρέπει και οι δύο πλευρές να δουν στοιχεία των διεκδικήσεών τους και ταυτόχρονα να μη φαίνεται ότι κάποια πλευρά ηττήθηκε. Οι διατυπώσεις έχουν «δουλευτεί» πρόταση προς πρόταση και λέξη προς λέξη σε αυτό το «δούναι και λαβείν», ώστε να υπάρξει ένα αποτέλεσμα αποδεκτό ή έστω ανεκτό και από τις δύο πλευρές.

Τα χτυπήματα, λοιπόν, εκατέρωθεν ήταν μέρος της ίδιας της διαπραγμάτευσης. Μαζί με την επιθετική ρητορική, τις απειλητικές δηλώσεις - αλλά ταυτόχρονα και με τις δηλώσεις όλων αυτών των τελευταίων ημερών ότι συντελείται πρόοδος προς συμφωνία. Και πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι τις τελευταίες ημέρες μιλούσαν για πρόοδο και οι δύο πλευρές. Δεν είχαμε τη μία πλευρά να μιλά για πρόοδο και την άλλη να το διαψεύδει. Αυτό που διέψευδαν, είναι επιμέρους στοιχεία του περιεχομένου των συνομιλιών, όχι όμως ότι έχουν γίνει βήματα.

Το γεγονός ότι τόσο η αμερικανική όσο και η ιρανική πλευρά, αλλά και οι Πακιστανοί που διαδραματίζουν βασικό ρόλο στη διαμεσολάβηση, μιλούσαν ήδη για πρόοδο πριν έλθουν και οι χθεσινές πληροφορίες, δείχνει κατά την εκτίμησή μου ότι το ποτήρι είναι μάλλον μισογεμάτο παρά μισοάδειο. Επίσης, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι τόσο τα τελευταία αμερικανικά πλήγματα όσο και η απάντηση της άλλης πλευράς δεν ήταν ακραίες. Αυτό δείχνει ότι καμία πλευρά δεν θέλει ή δεν μπορεί -ή και τα δύο μαζί- να επιστρέψει σε πλήρη πολεμική αναμέτρηση, όπως εκείνη που είχαμε επί δύο μήνες.

Υπάρχει ο κίνδυνος ενός «ατυχήματος»;

Βεβαίως, υπάρχει πάντα και παντού ο κίνδυνος ενός «ατυχήματος». Σε όλες αυτού του τύπου τις συγκρούσεις υπάρχει κίνδυνος κάτι να ξεφύγει. Νομίζω όμως ότι ο βασικός παράγοντας είναι η πολιτική βούληση των ηγεσιών και των δύο πλευρών. Απ’ ό,τι φαίνεται αυτή τη στιγμή, η πολιτική βούληση -όχι απαραίτητα με «καλή διάθεση», αλλά με βάση την εκτίμηση των δυνατοτήτων και των προβλημάτων κάθε πλευράς- επιβάλλει μια στοιχειώδη αυτοσυγκράτηση.

Υπάρχει, βέβαια, και μια μάχη γοήτρου και κύρους. Καμία πλευρά δεν θέλει να δείξει ότι πιέζεται, υποχωρεί ή βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Γι’ αυτό βλέπουμε και λεκτική, αλλά ορισμένες φορές και πραγματική σύγκρουση, πάντοτε όμως εντός ορίων και σε διαχειρίσιμο επίπεδο.

Επίσης, να επισημάνουμε το εξής: η εκεχειρία τυπικά έχει λήξει από καιρό. Το τελευταίο διάστημα συντηρείται ατύπως, επειδή οι δύο πλευρές δεν θέλουν να την παραβιάσουν. Το γεγονός ότι, ενώ η συμφωνία για την εκεχειρία είχε λήξει τυπικά, η κατάσταση δεν οδηγήθηκε σε μείζονα ανάφλεξη, είναι ενδεικτικό τόσο των δυνατοτήτων όσο και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι δύο πλευρές σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε χρονικά πότε μπορεί να οριστικοποιηθεί η συμφωνία ή εάν υπάρχουν κάποιοι «δείκτες» που πρέπει να προσμετρήσουμε;

Ο χρόνος εδώ είναι ένα πολύ δύσκολο στοιχείο. Καταρχάς, φαίνεται ότι στο Ιράν υπάρχει μια πολύ αργή και αρκετά περίπλοκη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο ανώτατος ηγέτης Μοτζταμπά Χαμενεΐ είναι απομονωμένος και ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν πού βρίσκεται. Επιπλέον, φέρεται να αποφεύγει τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες ώστε να μην εντοπιστεί, κυρίως από τους Ισραηλινούς. Αυτό σημαίνει ότι τα μηνύματα μεταφέρονται προφορικά ή γραπτά μέσω ελάχιστων ανθρώπων-αγγελιοφόρων, και εκείνος απαντά με τον ίδιο τρόπο. Αυτό επιβραδύνει σημαντικά τη δυναμική των διαπραγματεύσεων. Μπορεί, δηλαδή, οι συζητήσεις να έχουν προχωρήσει και η απάντηση του Χαμενεΐ να αφορά προηγούμενο στάδιο των συνομιλιών.

Παράλληλα, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα διαφορετικά κέντρα εξουσίας στο εσωτερικό του Ιράν. Άλλοι εισηγούνται πιο μετριοπαθή στάση, και άλλοι πιο σκληροπυρηνική. Τελικός κριτής είναι ένας άνθρωπος που δεν βρίσκεται σε άμεση επικοινωνία με όλους αυτούς. Αυτό δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την κατάσταση όταν πρέπει να βρεθεί η σωστή «δοσολογία» μέσα στο κείμενο της συμφωνίας, ώστε κάθε πλευρά να μπορεί να πει ότι κέρδισε κάτι, αναδεικνύοντας τα σημεία που τη συμφέρουν και υποβαθμίζοντας όσα δεν την εξυπηρετούν.

Τώρα, όσον αφορά τα χρονικά πλαίσια, στις 4 Ιουλίου θα γίνει ο εορτασμός για τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Θεωρώ ότι δεν είναι δυνατόν να «φθάσει» ο Ντόναλντ Τραμπ σε αυτό το ορόσημο χωρίς να έχει κλείσει με κάποιον τρόπο το ζήτημα του Ιράν -είτε μέσω συμφωνίας, είτε μέσω νέου κύκλου χτυπημάτων. Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι θα γιορτάζονται στην Αμερική τα 250 χρόνια ανεξαρτησίας -και δη με ένα χολιγουντιανό τρόπο όπως μάλλον θα επιθυμούσε ο Τραμπ- ενώ ταυτόχρονα θα υπάρχει ανοιχτή κρίση στον Περσικό Κόλπο, αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία, αβεβαιότητα για τα Στενά του Ορμούζ, εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες ανεπτυγμένοι στην περιοχή και υψηλές τιμές πετρελαιοειδών στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Εάν, λοιπόν, διαψευστούν οι θετικές πληροφορίες των τελευταίων ωρών, και ο Ντόναλντ Τραμπ δει ότι βρίσκεται πολιτικά με την πλάτη στον τοίχο -δηλαδή ότι οι Ιρανοί δεν του δίνουν μια συμφωνία που να μπορεί ο ίδιος να υπερασπιστεί στο εσωτερικό των ΗΠΑ- ενδέχεται να διατάξει εντατικά στρατιωτικά χτυπήματα για αρκετές ημέρες και στη συνέχεια να αποχωρήσει ανακηρύσσοντας νίκη. Δηλαδή να πει ότι «στην προηγούμενη φάση είχαμε πετύχει το 70% των στόχων μας, ενώ με τα νέα χτυπήματα πετύχαμε το 90%». Να υποστηρίξει ότι αποδυνάμωσε τον στρατιωτικό μηχανισμό του Ιράν, τους βαλλιστικούς πυραύλους αλλά και κρίσιμες υποδομές του πυρηνικού προγράμματος και, επομένως, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες νίκησαν και αποχωρούν.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τα χτυπήματα δεν θα είναι πλέον τα περιορισμένα πλήγματα που λειτουργούν εντός της διαπραγμάτευσης, αλλά μια πιο οργανωμένη στρατιωτική επιχείρηση. Άλλωστε, στην περιοχή βρίσκονται ακόμα αεροπλανοφόρα και σημαντικές αμερικανικές δυνάμεις. Και ανεξαρτήτως του ότι δεν «διαλύθηκε» το Ιράν, υπήρξε αποτελεσματικότητα στα προηγούμενα χτυπήματα. Άρα ο Τραμπ θα μπορούσε να επιχειρήσει να παρουσιάσει μια τέτοια εξέλιξη ως επιτυχία, λέγοντας ουσιαστικά: «Θέλαμε ειρήνη, οι άλλοι δεν ανταποκρίθηκαν, επανήλθαμε στρατιωτικά, τους αποδυναμώσαμε ακόμα περισσότερο και τώρα αποχωρούμε ως νικητές». Αυτό είναι ένα σενάριο που δεν πρέπει να αποκλείεται.

Υπάρχει άλλωστε πλέον και άλλου τύπου κριτική στις ΗΠΑ και στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών. Μέχρι πρόσφατα οι επικρίσεις προέρχονταν κυρίως από τους Δημοκρατικούς και ορισμένους Ρεπουμπλικάνους που έλεγαν ότι η κρίση αυξάνει τις τιμές και δημιουργεί προβλήματα εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Τώρα όμως, καθώς έχουν αρχίσει να διαφαίνονται οι όροι μιας πιθανής προκαταρκτικής συμφωνίας, εμφανίζονται και οι σκληροπυρηνικοί εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που κατηγορούν τον Τραμπ για υποχώρηση. Υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί, μετά από όλη αυτή την επιχείρηση, η κατάσταση να έχει οδηγηθεί πιο πίσω από το σημείο που αυτή άρχισε ή να καταλήξει σε μια συμφωνία πιο «αδύναμη» από εκείνη που πέτυχε ο πρόεδρος Ομπάμα το 2015, την οποία ο ίδιος ο Τραμπ κατηγορούσε θεωρώντας την πολύ «χαλαρή» και από την οποία αποχώρησε μονομερώς το 2018. 

Την ίδια στιγμή, υπάρχει και το πολύ σοβαρό ζήτημα της οικονομίας του Ιράν. Βλέπουμε τεράστια εκτόξευση του πληθωρισμού, μεγάλη δυσκολία των λαϊκών στρωμάτων να προμηθευτούν ακόμη και είδη πρώτης ανάγκης και έντονη κοινωνική δυσφορία. Καθώς «ανοίγει» μερικώς το διαδίκτυο στο Ιράν, υπάρχουν σχετικές αναρτήσεις που αποτυπώνουν αυτή την κατάσταση. Έχουν απολυθεί εργαζόμενοι, έχουν κλείσει επιχειρήσεις είτε λόγω οικονομικής δυσπραγίας είτε και λόγω της διακοπής του διαδικτύου, καθώς πολλές εταιρίες βασίζονται στο διαδίκτυο για τη λειτουργία τους.

Πρόκειται για ένα κράμα ακρίβειας, ανεργίας και δυσφορίας στο εσωτερικό του Ιράν, το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν η βασική αιτία των μαζικότατων διαδηλώσεων στις αρχές του 2026. Άρα αυτή τη στιγμή παίζεται ένα παιχνίδι για το ποιος θα κάνει πρώτος την κίνηση ή θα φανεί ότι την κάνει.

Περνώντας στο κρίσιμο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε το Ομάν και πού κυμάνθηκε η διαπραγμάτευση με το Ιράν σχετικά με τη διέλευση, αλλά και όσον αφορά τις διατυπώσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα;

Ο Τραμπ προειδοποιεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό να μετατραπούν τα Στενά του Ορμούζ σε πεδίο ελέγχου ή επιβολής «διοδίων» από οποιαδήποτε χώρα. Εν προκειμένω, το Ομάν μετείχε σε συζητήσεις με το Ιράν με αντικείμενο τη συνδιαχείριση των Στενών, καθώς οι δύο χώρες κατέχουν τις απέναντι ακτές των Στενών. Η ελεύθερη ναυσιπλοΐα πρέπει να διασφαλίζεται πλήρως. Δεν μπορεί ο πόλεμος να ξεκίνησε με ανοιχτά τα Στενά και να ολοκληρωθεί με τα Στενά κλειστά. Αυτό θα ήταν καταστροφικό για τις ΗΠΑ, για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και προσωπικά για τον ίδιο τον Τραμπ.

Η βασική διαπραγμάτευση εκτιμώ ότι έγινε πάνω στο τι θα δοθεί ως αντάλλαγμα ώστε να παραμείνουν ανοιχτά τα Στενά. Και εκεί μπαίνουν ζητήματα όπως το ξεπάγωμα ιρανικών κεφαλαίων που βρίσκονται σε αμερικανικές και δυτικές τράπεζες, αλλά και η άρση των οικονομικών κυρώσεων σε βάρος του. Το ερώτημα είναι αν αυτά θα γίνουν σταδιακά, τμηματικά ή συνολικά. Εκεί υπάρχει διαπραγμάτευση.

Βεβαίως, δεν μπορεί να υπάρχει συμφωνία χωρίς αναφορά στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Κάποια μορφή αναφοράς είναι απολύτως αναγκαία για τον Τραμπ. Διαφορετικά, δεν μπορεί να σταθεί πολιτικά . Μπορεί οι τεχνικές λεπτομέρειες να παραπεμφθούν σε επόμενες διαπραγματεύσεις που θα κρατήσουν δύο και πλέον μήνες, αλλά δεν μπορεί να ανακοινωθεί κείμενο χωρίς αυτό το στοιχείο.

Ήδη οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι έχουν βγει εκτός συζήτησης. Το ίδιο και το ζήτημα της στήριξης από την Τεχεράνη των ακραίων οργανώσεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή που διεξάγουν τρομοκρατικές επιθέσεις. Δεν μπορεί, λοιπόν, προφανέστατα να αφαιρεθεί και το βασικό αρχικό θέμα, δηλαδή το πυρηνικό πρόγραμμα. Άλλωστε αυτό δεν είναι μόνο αμερικανικό αίτημα. Είναι αίτημα της διεθνούς κοινότητας. Πρόκειται για διεθνές ζήτημα, ανεξαρτήτως του λανθασμένου τρόπου με τον οποίο ο Τραμπ το χειρίστηκε. Άλλο το αν κάποιος διαφωνεί με τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα ο Τραμπ και άλλο το ότι το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος υφίσταται. Υπάρχουν αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, διεθνείς κυρώσεις και ανάμειξη της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. 

Να σταθούμε εδώ όμως και στη στάση του Ισραήλ. Γνωρίζουμε ότι ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν συμφωνεί με αυτή τη διαδικασία διαπραγμάτευσης με το Ιράν. Θεωρεί ότι πρέπει να συνεχιστούν τα χτυπήματα ώστε να μειωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι δυνατότητες του πυρηνικού προγράμματος, ει δυνατόν και οι βαλλιστικοί πύραυλοι του Ιράν.

Ο Τραμπ, βέβαια, δεν μπορεί εύκολα να ακολουθήσει αυτή τη λογική. Θέλει να διασφαλίσει ότι το μέτωπο του Λιβάνου δεν θα τινάξει στον αέρα μια συνολική συμφωνία με το Ιράν. Για τον Τραμπ ο Λίβανος είναι δευτερεύον ζήτημα. Για το Ισραήλ όμως η Χεζμπολάχ θεωρείται υπαρξιακή απειλή, όπως φυσικά και το Ιράν. Αυτό που, πάντως, παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα είναι ότι το Ιράν δεν μιλά ιδιαίτερα για το θέμα του Λιβάνου. Αυτό έχει σημασία ως διαπίστωση, χωρίς βέβαια να μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς σημαίνει.

Ο Νετανιάχου από πλευράς του αντιλαμβάνεται πως κάποια στιγμή θα υπάρξει συμφωνία με το Ιράν, η οποία πιθανόν θα εμποδίσει ισραηλινές ενέργειες στον Λίβανο. Γι’ αυτό εντείνει τώρα τις επιθέσεις. Και δεν τα εντείνει μόνο ποσοτικά, αλλά και γεωγραφικά. Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη ξεπεράσει τα όρια του ποταμού Λιτάνι, δηλαδή τη ζώνη των 30 χιλιομέτρων από τα σύνορα Ισραήλ-Λιβάνου, και επεκτείνονται βορειότερα φθάνοντας στα όρια του ποταμού Ζαχράνι που απέχει περίπου 40 χιλιόμετρα από τη μεθόριο. Δεν σημαίνει αυτό ότι η «κίτρινη γραμμή» που έχει ορίσει το Ισραήλ ως όριο της «ζώνης ασφαλείας» στα εδάφη του Λιβάνου θα επεκταθεί έως εκεί, αλλά πάντως το Ισραήλ επιχειρεί σχεδόν στο σύνολο του νότιου Λιβάνου, τον οποίο επιδιώκει να εκκαθαρίσει πριν ενδεχομένως υποχρεωθεί να περιορίσει ή να σταματήσει τις επιχειρήσεις του.

Δηλαδή, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός προσπαθεί να κερδίσει χρόνο μέχρι την επίσημη λήξη των συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν. Παράλληλα, καθώς είναι βέβαιο πως το Ισραήλ οδεύει σε πρόωρες εκλογές -δεδομένου ότι το σχετικό νομοσχέδιο έχει κατατεθεί από τα ίδια τα κυβερνώντα κόμματα στην Κνέσετ και συγκεντρώνεται η πλειοψηφία για την ψήφισή του-, ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει και το ζήτημα ότι δυσκολεύεται να παρουσιάσει ένα ξεκάθαρο αφήγημα νίκης. Στο Ιράν πιθανότατα θα υπάρξει τελικά ένας συμβιβασμός που θα είναι κατώτερος των ισραηλινών προσδοκιών. Το ήμισυ της Γάζας δε, παρά τα δύο και πλέον χρόνια επιχειρήσεων, εξακολουθεί να ελέγχεται από τη Χαμάς που αρνείται να αφοπλιστεί. Την ίδια στιγμή, η δεινή ανθρωπιστική κατάσταση για τους Παλαιστινίους στη Γάζα τείνει να γίνει μονιμότητα διότι δεν υπάρχει εξέλιξη επί του πεδίου. Άρα, με δυσκολίες στο Ιράν και στη Γάζα, ο Νετανιάχου φαίνεται να επιδιώκει να κάνει στρατιωτικές κινήσεις -όσο τουλάχιστον του επιτρέπεται- και να εμφανίσει τουλάχιστον κάποια αποτελέσματα σε σχέση με τον Λίβανο, μέτωπο το οποίο αφορά εμπράκτως τους πολίτες που ζουν στις πόλεις και τα χωριά του βόρειου Ισραήλ που δέχονται επιθέσεις από τη Χεζμπολάχ.