Θ. Τσίκας: Από το Ιράν στην Ταϊβάν και το εμπόριο - Η «ακτινογραφία» της συνάντησης
Maxim Shemetov/Pool Photo via AP
Maxim Shemetov/Pool Photo via AP
Τραμπ - Σι

Θ. Τσίκας: Από το Ιράν στην Ταϊβάν και το εμπόριο - Η «ακτινογραφία» της συνάντησης

Οικονομία μπροστά, γεωπολιτική στο παρασκήνιο. Τη δυναμική των σινοαμερικανικών σχέσεων, όπως χαράσσεται κατά τις συνομιλίες των Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, αποτυπώνει ο επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), Θόδωρος Τσίκας, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Από το οικονομικό σκέλος των συνομιλιών, με έμφαση στη διατήρηση της εμπορικής «εκεχειρίας», την υψηλή τεχνολογία, τους ημιαγωγούς και τις σπάνιες γαίες, καθώς και το κινεζικό «άνοιγμα» στην αμερικανική επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις στις ΗΠΑ, έως τα περί «παγίδας του Θουκυδίδη» όσον αφορά την Ταϊβάν και σαφώς το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, αλλά και της Ουκρανίας, ο κ. Τσίκας αναλύει το τοπίο ΗΠΑ-Κίνας σε καιρούς παγκόσμιων μεταβολών και ανακατατάξεων.

Τι έχει αλλάξει σχεδόν σε μία δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο ως προς το πώς τοποθετείται η Κίνα στο διεθνές σύστημα, καταγράφει ο Θόδωρος Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος. Αν υπάρχουν δύο μείζονες δυνάμεις -καθώς ο ίδιος δεν θα τοποθετούσε την Κίνα ως υπερδύναμη- αυτές είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα, και αυτό γίνεται πλέον αμοιβαία αποδεκτό, αναφέρει· εταίροι και ανταγωνιστές ταυτόχρονα, επιδιώκουν αμφότερες να κρατήσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό εντός ελεγχόμενου πλαισίου, ώστε να αποφευχθεί μια σύγκρουση. Θέτουν όρια και κόκκινες γραμμές, αλλά επιζητούν προβλεψιμότητα και σταθερότητα - όπως τουλάχιστον έκαστη πλευρά την αντιλαμβάνεται.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Τσίκα, πριν περάσουμε στην αποτίμησή σας για τη συνάντηση κορυφής, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε ρωτώντας σας σε ποια Κίνα επέστρεψε ο Ντόναλντ Τραμπ εννέα χρόνια μετά την τελευταία επίσκεψή του; Πόσα έχουν αλλάξει σε επίπεδο οικονομίας και γεωπολιτικής επιρροής;

Αναμφισβήτητα πρόκειται για μία Κίνα πιο ισχυρή από εκείνη που είχε επισκεφθεί κατά την πρώτη προεδρική θητεία του ο Ντόναλντ Τραμπ, υπό την έννοια ότι έχει προχωρήσει περισσότερο στο εμπόριο και στις εξαγωγές προϊόντων και έχει ενισχύσει την οικονομική δύναμη της. Βεβαίως, από την εποχή του κορoνοϊού, όταν εφάρμοσε μια δρακόντεια πολιτική περιορισμών -ουσιαστικά το «κλείσιμο των πάντων»- μειώθηκαν πάρα πολύ οι ρυθμοί ανάπτυξής της και αυτό αποτελεί αρνητικό στοιχείο για την οικονομική και εμπορική δύναμη της. Δηλαδή, η Κίνα δεν διατήρησε τους ρυθμούς ανάπτυξης που κατέγραφε προ της πανδημίας.

Επίσης είναι μια Κίνα που έχει εντείνει την εθνικιστική ρητορική της προς διάφορες κατευθύνσεις. Έχει αυξήσει ιλιγγιωδώς τους εξοπλισμούς της, γεγονός το οποίο προκαλεί μεγάλη ανησυχία στους γείτονές της, κυρίως φυσικά στην Ταϊβάν, αλλά και σε άλλες σημαντικές δυνάμεις, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, οι Φιλιππίνες, ακόμη και η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Διότι η Κίνα επιδιώκει με πολύ ισχυρότερους ρυθμούς να κυριαρχήσει σε έναν πολύ βασικό εμπορικό δίαυλο, αυτόν της Νότιας Σινικής Θάλασσας, όπου αυτές οι νησιωτικές χώρες διατηρούν συμφέροντα.

Η Κίνα έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να καταλαμβάνει διαφιλονικούμενα νησιά και νησίδες, θεωρώντας ότι της ανήκουν. Κατασκευάζει και τεχνητά νησιά, στα οποία εγκαθιστά στρατιωτικές δυνάμεις, όπως και σε εκείνα που καταλαμβάνει. Ο στόχος της είναι να διευρύνει, κατά το δυνατόν, τη δικαιοδοσία της σε θαλάσσιες ζώνες, που σημαίνει ουσιαστικά πλήρη επικυριαρχία στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Σε αυτό, βεβαίως, αντιδρούν όλες οι προαναφερθείσες χώρες, διότι θεωρούν ότι παραβιάζονται τα δικά τους δικαιώματα, και ότι κάποια από αυτά τα νησιά ανήκουν στις ίδιες. Κατ’ επέκταση, στρέφονται προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχουν ήδη διαμορφωθεί σχήματα συνεργασιών και συμμαχιών προς ανακοπή της επιθετικότητας της Κίνας. Οι κινήσεις αυτές είχαν γίνει κυρίως επί Ομπάμα και Μπάιντεν. 

Επομένως, όλες αυτές οι χώρες προσπαθούν να καταλάβουν τι θα κάνει ο Τραμπ: αν θα διατηρήσει τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ στην περιοχή του Ειρηνικού, και με ποιον τρόπο, και αν θα παραμείνουν αυτά τα σχήματα συνεργασίας ενεργά. Αυτό έχει σημασία όχι μόνο για την ίδια την περιοχή, αλλά και για το πώς το βλέπουν οι υπόλοιποι διεθνείς δρώντες, δηλαδή πώς αντιλαμβάνονται την ισορροπία δυνάμεων.

Όσον αφορά τώρα το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα: η Κίνα, ενώ εντάχθηκε με παρέμβαση των ΗΠΑ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου επί προεδρίας Ομπάμα, ουσιαστικά έχει κάνει, σε μεγάλο βαθμό, κατάχρηση των κανόνων του. Διατηρεί τεχνητά υποτιμημένο το νόμισμά της, το γουάν, και επιδοτεί τις εξαγωγές των προϊόντων της. Το αποτέλεσμα είναι να πλημμυρίζει τις παγκόσμιες αγορές με εξαιρετικά φθηνά προϊόντα. Και γι’ αυτό βλέπουμε ότι ανησυχούν για τα εμπορικά ισοζύγια όλες οι χώρες και οι περιοχές με τις οποίες συνεργάζεται εμπορικά - από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες περιοχές του κόσμου.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί πάρα πολλές ανισορροπίες και τίθεται από πάρα πολλούς διεθνείς εταίρους της Κίνας ως ζήτημα. Διότι οι περισσότερες από αυτές τις οικονομίες είναι οικονομίες ελεύθερης αγοράς και δεν μπορούν να επιδοτούν εξαγωγές προϊόντων. Αντίθετα, η Κίνα επιδοτεί και ταυτόχρονα, με την τεχνητή υποτίμηση του γουάν, καθιστά τα προϊόντα της εξαιρετικά φθηνά και επιθετικά ανταγωνιστικά σε σχέση με τα ευρωπαϊκά, τα αμερικανικά και άλλων χωρών.

Παράλληλα, πρέπει να σημειώσουμε σε αυτή την αναδρομή, ότι η Κίνα έχει ακολουθήσει μια επεκτατική οικονομική πολιτική στις χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου. Σε εποχές που χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας χρειάζονταν χρήματα ώστε να μη χρειαστεί να προσφύγουν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Κίνα έσπευδε να τους προσφέρει χρηματοδότηση για να διεισδύσει ωστόσο και να εκμεταλλευτεί τις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους, σε μέταλλα και ορυκτά, πετρέλαιο κ.λπ. Όταν, κατόπιν, πολλές χώρες δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνεια που τους είχε χορηγήσει, συμπεριφέρεται ουσιαστικά με αποικιακό τρόπο. Έχει διαμορφώσει μια οικονομική αποικιοκρατία σε πολλές φτωχές χώρες του Παγκόσμιου Νότου. 

Γεωπολιτικά, η Κίνα έχει προφανώς ξεπεράσει τη Ρωσία, λόγω εμπλοκής της τελευταίας στην Ουκρανία. Η Ρωσία είναι πλέον εξαρτημένη οικονομικά από την Κίνα. Στον ενεργειακό τομέα, η Κίνα αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε πολύ χαμηλές τιμές, επειδή η Ρωσία δεν έχει τη δυνατότητα να τα διαθέσει εύκολα σε άλλες αγορές λόγω των διεθνών κυρώσεων.

Αν υπάρχουν στον σημερινό κόσμο δύο υπερδυνάμεις ή μείζονες δυνάμεις θα έλεγα -διότι θεωρώ ότι υπερδύναμη είναι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες- τότε αυτές είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα. Πλέον καθίσταται σαφές ότι αυτό γίνεται αποδεκτό και από τις δύο πλευρές - είναι μία διαπίστωση αμοιβαία αποδεκτή. ΗΠΑ και Κίνα βρίσκονται σε ανταγωνισμό, αλλά αμφότερες δεν θέλουν ο ανταγωνισμός να ξεφύγει από τα όρια και να οδηγήσει σε σύγκρουση. Είναι ταυτόχρονα, και εταίροι, και ανταγωνιστές. Διατηρούν αμοιβαία καχυποψία, αλλά επιδιώκουν την προβλεψιμότητα.

Η πλέον σημαντική αλλά και «επικίνδυνη» διμερής σχέση παγκοσμίως βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν κάθε σημαντικής οικονομικής γεωπολιτικής έντασης: από το εμπόριο και την τεχνολογία έως τους ημιαγωγούς, τις σπάνιες γαίες, την Τεχνητή Νοημοσύνη, τη στρατιωτική ισχύ, την κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, τη Νότια Σινική Θάλασσα, τη Ρωσία, το Ιράν και σαφώς την Ταϊβάν για την οποία ήλθε και η προειδοποίηση Σι με την αναφορά στην «παγίδα του Θουκυδίδη». Τι αφήνει πίσω της η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ;

Ο βασικός σκοπός αυτής της επίσκεψης είναι οικονομικός και εμπορικός. Αυτό είναι το κεντρικό στοιχείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει. Είναι χαρακτηριστική άλλωστε η σύνθεση της αμερικανικής αντιπροσωπείας, η οποία περιλαμβάνει περισσότερους επιχειρηματίες από τους «γίγαντες» της τεχνολογίας, παρά διπλωμάτες ή στρατιωτικούς.

Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει να αυξήσει κατά πολύ τις εξαγωγές προς τη μεγάλη κινεζική αγορά, κυρίως αγροτικών προϊόντων, όπως το βόειο κρέας και η σόγια, που θα ωφελήσουν μεγάλα τμήματα της εκλογικής βάσης του στην αμερικανική ύπαιθρο. Αυτό επιδιώκει να το πιστωθεί ως μεγάλος «deal maker». Επίσης, υπάρχει και το «mega-deal» της πώλησης περίπου 200 αεροσκαφών Boeing στην Κίνα, που μπορεί να στηρίξει την εταιρεία και θέσεις εργασίας. Άρα, το μεγάλο ζήτημα του Τραμπ είναι το οικονομικό.

Παράλληλα, υπάρχει αμοιβαίο ενδιαφέρον για κρίσιμα προϊόντα προηγμένων τεχνολογιών. Η Κίνα θέλει να αρθούν κατά το δυνατόν οι περιορισμοί, που έχουν επιβληθεί για λόγους ασφάλειας και υπό το φόβο κατασκοπείας, στην πρόσβαση κινεζικών εταιρειών σε αμερικανικά μικροτσίπ, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θέλουν περιορισμούς στις εξαγωγές «σπάνιων γαιών» από την Κίνα. Επομένως, το κεντρικό θέμα είναι οι οικονομικές-εμπορικές σχέσεις, τα προϊόντα, οι τιμές, οι δασμοί και η διατήρηση του υφιστάμενου «μορατόριουμ», δηλαδή η αποφυγή επιστροφής στον εμπορικό πόλεμο που ξεκίνησε πέρυσι με την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Φυσικά, επί τάπητος βρίσκονται και γεωπολιτικά ζητήματα, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα μάθουμε πολλές λεπτομέρειες. Είναι πιθανό να δούμε τις επιπτώσεις αυτών των συζητήσεων σε μεταγενέστερο χρόνο.

Ως προς το Ιράν, υπάρχει μία ταύτιση σε ορισμένα σημεία. Και η Κίνα, η οποία πραγματοποιεί πολύ μεγάλο μέρος του εμπορίου της μέσω θαλάσσιων οδών, θέλει να παραμένουν ανοιχτά τα διεθνή στενά, μεταξύ αυτών φυσικά και τα Στενά του Ορμούζ, καθώς από το Ιράν προμηθεύεται μεγάλες ποσότητες πετρελαίου, ιδίως σε μια περίοδο που οι ροές από τη Βενεζουέλα έχουν σταματήσει.

Η Κίνα δεν θέλει σε καμία περίπτωση το κλείσιμο ή ο περιορισμός της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ να δημιουργήσει ένα «προηγούμενο» και για άλλα κρίσιμα περάσματα της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας, όπως τα Στενά της Μαλάκα, ανάμεσα στην Ινδονησία, τη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη, ή το Στενό του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα. Υπάρχει ο κίνδυνος, αν -κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας- περιοριστεί η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, να μπουν στον πειρασμό να επιβάλλουν αντίστοιχους περιορισμούς και άλλα κράτη που ελέγχουν ανάλογα στρατηγικά σημεία. Αυτό δεν το επιθυμούν ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε η Κίνα.

Επιπλέον, και η Κίνα συγκαταλέγεται στις χώρες που δεν θέλουν το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Αυτό είναι βασικό, ανεξαρτήτως των διαφωνιών που υπάρχουν ως προς τον τρόπο διαχείρισης του ζητήματος. Συνεπώς, καταγράφονται και σημεία σύγκλισης. Βέβαια, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα ήθελε να αναδείξει την Κίνα σε βασικό παίκτη στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, ούτε η Κίνα θα θελήσει να εμφανιστεί ότι παρεμβαίνει για να μεταβάλει τη στάση του Ιράν. Είναι πιο πιθανό οι σχετικές διεργασίες να εξελιχθούν παρασκηνιακά.

Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα της Ουκρανίας. Συζητείται υπό το πρίσμα της δυνατότητας της Κίνας, λόγω της αυξημένης εξάρτησης της Ρωσίας από αυτήν, να ασκήσει επιρροή στη Μόσχα. Δηλαδή, να συμβάλει, ενδεχομένως, σε μια κατεύθυνση ειρηνευτικής διευθέτησης, πιθανώς και με παράλληλη πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ουκρανία. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, δεν αναμένεται να υπάρξει άμεση και επίσημη ενημέρωση· ενδεχομένως οι επιπτώσεις αυτών των συζητήσεων να φανούν σε μεταγενέστερο χρόνο.

Φθάνοντας τώρα στο κρίσιμο ζήτημα της Ταϊβάν -υπ’ αριθμόν 1 προτεραιότητα στην εξωτερική πολιτική της Κίνας-, ας δούμε αρχικά το ιστορικό πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής. Από τη δεκαετία του 1970 -και συγκεκριμένα το 1972 επί Νίξον- όταν οι Αμερικανοί επιδίωξαν να «τραβήξουν» την Κίνα από την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης, αναγνώρισαν ως επίσημη κυβέρνηση της Κίνας την κυβέρνηση του Πεκίνου, δηλαδή τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ενώ έως τότε αναγνώριζαν την ανατραπείσα κυβέρνηση των Εθνικιστών, η οποία μετά το 1949 είχε εγκατασταθεί στην Ταϊβάν.

Ως αντιστάθμισμα αυτής της αναγνώρισης, ψηφίστηκε στο αμερικανικό Κογκρέσο νόμος, ο οποίος δεσμεύει τον εκάστοτε Αμερικανό πρόεδρο να αποτρέπει, με κάθε τρόπο, μια πιθανή στρατιωτική επιθετική ενέργεια εναντίον της Ταϊβάν και τη βίαιη προσάρτησή της από την Κίνα. Για τον λόγο αυτό, παρότι ούτε ο ΟΗΕ ούτε η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζουν την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο κράτος, γίνονται πολλές επισκέψεις, ανταλλαγές και, κυρίως, υπάρχει μεγάλη προμήθεια αμερικανικού οπλισμού προς την Ταϊβάν. Αυτό, προφανώς, δεν αρέσει στην Κίνα.

Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι, με την άνοδο του Σι Τζινπίνγκ στην ηγεσία της Κίνας, η επιθετική ρητορική και οι επιθετικές ενέργειες εναντίον της Ταϊβάν έχουν αυξηθεί πολύ. Φαίνεται ότι το όραμά του Σι Τζινπίνγκ είναι, κάποια στιγμή, να παραδώσει την Κίνα ενωμένη, που σημαίνει προσάρτηση της Ταϊβάν. Αυτό, πράγματι, θα μπορούσε, με βάση τις σημερινές συνθήκες, να οδηγήσει σε απευθείας αντιπαράθεση δύο μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων, της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών, διότι οι ΗΠΑ είναι δεσμευμένες στην άμυνα της Ταϊβάν. Βεβαίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν διατυπώσει ποτέ ρητά ότι θα εμπλακούν άμεσα σε έναν πόλεμο για την Ταϊβάν. Διατηρούν τη λεγόμενη στρατηγική αμφισημία. Όμως, στέλνουν όπλα και ενισχύουν τους δεσμούς τους με την Ταϊβάν.

Είναι, λοιπόν, πιθανό οι Κινέζοι να αναμένουν κάποια μορφή «λείανσης» ή άμβλυνσης των επίσημων διατυπώσεων των ΗΠΑ σε σχέση με την Ταϊβάν. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι αναμένουν ρεαλιστικά αλλαγή ή ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής, διότι πρόκειται για πολιτική που έχει ασκηθεί επί πολλές δεκαετίες και διατηρεί δικομματική υποστήριξη στο αμερικανικό Κογκρέσο.

Ποια η πολιτική στόχευση της δημόσιας προειδοποίησης του Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες για την Ταϊβάν με την αναφορά στην «παγίδα του Θουκυδίδη», έπειτα από μια υποδοχή με τιμές και σε ένα κλίμα επίσημης επίσκεψης;

Πρώτα απ’ όλα, ο Σι Τζινπίνγκ θέλει να δείξει ότι η Κίνα είναι ουσιαστικά ισότιμη δύναμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η «παγίδα του Θουκυδίδη» αναφέρεται στη σύγκρουση μεταξύ μιας ανερχόμενης δύναμης και μιας ήδη κυρίαρχης δύναμης. Άρα, η Κίνα θέλει να παρουσιαστεί ως τουλάχιστον ισότιμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν πιθανό μια αμερικανική παρέμβαση σε περίπτωση κινεζικής επιθετικής ενέργειας εναντίον της Ταϊβάν να οδηγήσει σε απευθείας αντιπαράθεση των δύο δυνάμεων. Εκτιμώ ότι η κινεζική πλευρά ήθελε να δείξει ότι αυτά είναι τα όριά της -οι «κόκκινες γραμμές» της- και ενδεχομένως να ζητήσει κάποια ανταλλάγματα σε άλλα γεωπολιτικά ζητήματα στο «τραπέζι». Σε κάθε περίπτωση, ο Σι Τζινπινγκ ήθελε να καταδείξει ότι το ζήτημα της Ταϊβάν αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της Κίνας - κάτι, βεβαίως, που το γνωρίζαμε.

Αναφερθήκατε στην αλλαγή διατύπωσης που θα ήθελε η Κίνα -αντικατάσταση του ότι οι ΗΠΑ «δεν υποστηρίζουν» την ανεξαρτησία με το ότι «αντιτίθενται» προς αυτήν-, ως κάτι μάλλον απίθανο. Από την άλλη, ο Τραμπ δεν είχε αποκλείσει να συζητήσει στο Πεκίνο τους εξοπλισμούς όπως ζητά ο Σι. Προφανώς δεν θα μάθουμε εάν συνέβη και τι ειπώθηκε, αλλά και μόνο η σχετική δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί απόκλιση από πολιτική δεκαετιών ότι οι ΗΠΑ δεν διαβουλεύονται με το Πεκίνο όσον αφορά τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν. Όταν σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα κάθε τι μετράει, μας προσθέτει αυτό κάποιο στοιχείο;

Αρχικά, οι Αμερικανοί αποδέχονται τη λεγόμενη πολιτική της «Μίας Κίνας». Δηλαδή επίσημη αναγνώριση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Ωστόσο, ενδέχεται η κινεζική πλευρά να ήθελε ένα επιπλέον βήμα: σαφή αποθάρρυνση εκ μέρους των Αμερικανών σε περίπτωση που η ηγεσία της Ταϊβάν επιχειρήσει να ανακηρύξει επίσημα την ανεξαρτησία του νησιού.

Στην Ταϊβάν υπάρχουν δύο βασικές πολιτικές τάσεις και κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία: το ένα διατηρεί κατά κάποιο τρόπο την αντίληψη ότι, παρά την αντιπαλότητα με τη σημερινή κινεζική ηγεσία, υπάρχει κοινή κινεζική ταυτότητα. Η άλλη τάση επιδιώκει την πλήρη και επίσημη ανεξαρτησία. Για το Πεκίνο η δεύτερη εκδοχή συνιστά casus belli. Δηλαδή, αν υπάρξει μια ηγεσία που θα κινηθεί προς επίσημη ανακήρυξη ανεξαρτησίας, αυτό θα θεωρηθεί αιτία πολέμου. Επομένως, η Κίνα θα επιθυμούσε κατά κάποιο τρόπο, ενδεχομένως, και μια αμερικανική συμβολή στην αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχομένου.

Τώρα, η Κίνα ενοχλήθηκε ιδιαίτερα από την -εκκρεμούσα προς προεδρική έγκριση- πρόσφατη απόφαση για μαζική πώληση αμερικανικού οπλισμού στην Ταΐβάν. Είναι πολύ πιθανό γενικά το ζήτημα να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο «δούναι και λαβείν», μαζί τα υπόλοιπα ζητήματα. 

Γνωρίζουμε ωστόσο σε κάποιο βαθμό την αντίληψη του Τραμπ· θέλει να έχει τη δική του μεγάλη και σημαντική ζώνη επιρροής παγκοσμίως και δεν είναι εκτός της λογικής του να δώσει μικρότερες ζώνες επιρροής είτε στη Ρωσία του Πούτιν είτε στην Κίνα. Από εκεί και πέρα πρόκειται για ζήτημα που χωρά πάρα πολύ μεγάλη συζήτηση, και βεβαίως εξαρτάται και από τι θα μπορούσε να «περάσει» στην ίδια την Αμερική, δηλαδή από τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε.

Έχει διαφανεί και από παλαιότερες αναφορές του ότι ο Ντόναλντ Τραμπ διευκρινίζει περισσότερο από άλλους Αμερικανούς προέδρους ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα εμπλακούν άμεσα σε μια σύγκρουση που θα προκύψει από επιθετική ενέργεια της Κίνας έναντι της Ταϊβάν. Βεβαίως από την άλλη έχουμε και την τωρινή δήλωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, που επιβεβαιώνει ότι δεν αλλάζει η αμερικανική πολιτική για την Ταϊβάν. Έχουμε ξαναδεί αυτό το μοτίβο στον Λευκό Οίκο: συχνά ο Τραμπ προβαίνει σε δηλώσεις και στη συνέχεια υπουργοί ή σύμβουλοί του τις «διορθώνουν» ή τις εξειδικεύουν.Το ζήτημα, επομένως, χρειάζεται προσεκτική παρατήρηση και περισσότερο χρόνο για να αποσαφηνιστεί.

Ως προς το Ιράν, πώς έχει επιδράσει η εξέλιξη του πολέμου στους κινεζικούς υπολογισμούς έναντι των ΗΠΑ; Επίσης στις επίσημες δηλώσεις και οι δύο ηγέτες συμφωνούν προφανώς πως τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να είναι ανοιχτά. Τι θα κάνει γι’ αυτό η Κίνα;

Καταρχάς ο Τραμπ θα ήθελε να είχε μεταβεί στην Κίνα με κλειστό το θέμα του Ιράν, ώστε να εμφανιστεί ως ηγέτης που έχει επιβάλλει τη θέλησή του και που επιλύει προβλήματα. Το γεγονός ότι το θέμα παραμένει ανοιχτό, δεν ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση του.

Η Κίνα, από την πλευρά της, θα μπορούσε να «συμβουλεύσει» το Ιράν, ώστε αυτό να κινηθεί προς μια πιο συμβιβαστική κατεύθυνση, προκειμένου να αποφευχθεί νέα σύγκρουση. Ο βασικός στόχος της Κίνας είναι να διασώσει το ιρανικό καθεστώς, καθώς αποτελεί προνομιακό σύμμαχο της στο χώρο της Μέσης Ανατολής, στον οποίο η Κίνα θέλει να διαδραματίσει ρόλο. Είχε μεσολαβήσει για την αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας -κάτι που συνέβη αλλά οι σχέσεις παρέμειναν ανταγωνιστικές, ειδικά δε μετά τις τελευταίες εξελίξεις είναι πολύ πιο εχθρικές απ’ ότι στο παρελθόν-, ενώ είχε επιχειρήσει επίσης να μεσολαβήσει και για συμφιλίωση ανάμεσα στις διάφορες παλαιστινιακές οργανώσεις, τόσο εντός της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, όσο και εκτός, δηλαδή κυρίως ανάμεσα στη Φατάχ και τη Χαμάς. Το συμφέρον της Κίνας είναι να μην αποδυναμωθεί, πολλώ δε μάλλον να ανατραπεί, το ιρανικό καθεστώς.

Ίσως, θα μπορούσε, προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο μόνιμη ειρηνευτική διευθέτηση, να επηρεάσει το Ιράν προς μια πιο ισορροπημένη αποδοχή ορισμένων από τις αμερικανικές προτάσεις. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι η Κίνα διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με το Πακιστάν, το οποίο λειτουργεί αυτή τη στιγμή ως βασικός διαμεσολαβητής μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Επομένως, και μέσω του Πακιστάν θα μπορούσε να επηρεάσει, κατά κάποιο τρόπο, την εξέλιξη της κατάστασης.

Συνεπώς κ. Τσίκα περιμένουμε εάν και τι μπορεί να προκύψει μετά και την επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα, αλλά για πόσο μπορεί να μείνει μετέωρη αυτή η κατάσταση;

Εκτιμώ ότι μετά την επιστροφή του Αμερικανού προέδρου στην Ουάσινγκτον «ξαναρχίζει να τρέχει η κλεψύδρα» για το ζήτημα του Ιράν. Σε αυτή τη φάση, και μετά τις συζητήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί -έστω κι αν δεν είναι γνωστές στο σύνολό τους- ο Τραμπ θα πρέπει να λάβει αποφάσεις. Δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον μία κατάσταση όπου τίποτα δεν γίνεται, αλλά και τίποτα δεν έχει τελειώσει. Για πολιτικούς, οικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Επομένως, θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα προχωρήσει σε έναν νέο κύκλο χτυπημάτων προκειμένου να «λογικέψει» την ιρανική ηγεσία να αποδεχθεί περισσότερα, κυρίως σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα. Διότι δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε συμφωνία -όχι μόνο λόγω Τραμπ και Αμερικανών, αλλά και λόγω διεθνούς κοινότητας- που να μην αγγίζει το ζήτημα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Το πώς θα κινηθεί ο Τραμπ είναι κάτι που θα συνεκτιμήσει μετά και την επίσκεψη στην Κίνα, αλλά οι αποφάσεις του δεν μπορούν να καθυστερήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ, να επισημάνουμε ότι έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ πρόταση από το Μπαχρέιν, με την οποία οι ΗΠΑ συμφωνούν και βάσει της οποίας τα Στενά θα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά. Ωστόσο, η πρόταση δεν έχει γίνει ακόμη αποδεκτή, καθώς υπάρχουν αντιδράσεις από ορισμένες χώρες ως προς επιμέρους όρους - για παράδειγμα, δεν επιθυμούν να υπάρχει καν έμμεση αναφορά σε εξουσιοδότηση χρήσης βίας από το Συμβούλιο Ασφαλείας για τη διασφάλιση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας. Αρκετές από αυτές τις επιφυλάξεις έχουν διατυπώσει η Κίνα μαζί με τη Ρωσία. Είναι πιθανό, μετά τις συζητήσεις στο Πεκίνο, να υπάρξει συναίνεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας -και από την πλευρά της Κίνας- για ένα ψήφισμα που κατά κάποιο τρόπο θα επιβάλει ότι τα Στενά του Ορμούζ θα πρέπει να μείνουν ανοιχτά.