Η Κρήτη έχει περάσει από πολλά χέρια. Έχει δεχθεί πολλές επιρροές, αλλά έχει κρατήσει σθεναρά τον ελληνικό – και καθαρό κρητικό – χαρακτήρα της. Σημάδια, όμως, από όσους πέρασαν από εκεί, έχουν μείνει. Μέχρι σήμερα, έχουν διατηρηθεί διαφόρων ειδών οικοδομήματα που μαρτυρούν και θυμίζουν ακόμα το πέρασμά τους.
Ήρθε κάποια στιγμή, που η Βυζαντινή αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει. Μετά την σπουδαία δυναστεία των Κομνηνών, ακολούθησε η δυναστεία των Αγγέλων, η οποία δεν έμοιαζε καθόλου με την προηγούμενη. Η κατάσταση όταν είχαν εκείνοι την εξουσία, άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα.
Οι υποψήφιοι αυτοκράτορες τρώγονταν μεταξύ τους, κανείς δεν ήταν καλός στα οικονομικά, με αποτέλεσμα τα ταμεία του κράτους να αδειάσουν και η αυτοκρατορία να μείνει χωρίς αντίκρισμα. Γενικά επικρατούσε ένα χάος, που σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούσε να συμμαζευτεί με τίποτα.
Αυτό, οδήγησε στην αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας σε πολλούς τομείς. Άρα και στην γενική ευαλωτότητά της απέναντι στους εχθρούς της. Εκείνη την περίοδο, οι Σταυροφόροι έρχονταν από την Δύση. Ενώ στην αρχή είχαν σκοπό να ανακαταλάβουν την Ιερουσαλήμ από τους μουσουλμάνους, άλλαξαν γνώμη και πήραν την Κωνσταντινούπολη.
Το 1204, η Βυζαντινή αυτοκρατορία αντικαταστάθηκε κατά μεγάλο μέρος από την Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Με πρωτεύουσα – πάντα – την Κωνσταντινούπολη, οι γύρω και άλλες περιοχές που πριν ανήκαν στους Βυζαντινούς πέρασαν στα χέρια των Σταυροφόρων.
Το 1205, ακολούθησε η Κρήτη. Το νησί, έγινε από τότε κτήση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Παρά το γεγονός, ότι το 1261 ο βυζαντινός αυτοκράτορας επέστρεψε και ανακατέλαβε την Πόλη, αρκετές κτήσεις των Σταυροφόρων παρέμειναν υπό την κυριαρχία τους. Οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να τα πάρουν όλα πίσω. Αυτό συνέβη και με την Κρήτη.
Οι βενετικές κτήσεις είχαν να αντιμετωπίσουν από τον 16ο αιώνα και μετά τον κίνδυνο της επέκτασης των Οθωμανών. Στην Κρήτη, η οποία πάντα αποτελούσε σημαντικό γεωστρατηγικό κόμβο, αυτός ο κίνδυνος ήταν πάντα μεγάλος. Έτσι, οι Βενετοί άρχισαν να οχυρώνουν το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη.
Ένα από τα σημεία στα οποία αποφάσισαν να χτίσουν, ήταν το λιμάνι του Ρεθύμνου. Δυτικά της πόλης, στην κορυφή ενός λόφου που «κοιτάει» προς τον Βορρά, έχτισαν ένα φρούριο: την Fortezza (Φορτέτσα). Η φρουριακή ακρόπολη, χτίστηκε πάνω στα ερείπια αρχαίας ακρόπολης. Εκεί βρισκόταν πριν, η ακρόπολη της αρχαίας Ρίθυμνας και το ιερό της Ροκκαίας Αρτέμιδος, των οποίων την μορφή δεν γνωρίζουμε σήμερα.
Το μόνο που στέκει ακόμα στην κορυφή του λόφου, είναι η Φορτέτσα. Το 1571, οι Οθωμανοί, επιτέθηκαν στο Ρέθυμνο. Προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές και οι κάτοικοι κινδύνεψαν. Η ανάγκη για οχύρωση και αύξηση της άμυνας της περιοχής έγινε μεγάλη.
Η Φορτέτσα, προοριζόταν να περιλαμβάνει εντός της και τα σπίτια των κατοίκων. Κάτι που δεν μπόρεσε να επιτευχθεί, καθώς ο χώρος στην κορυφή του λόφου ήταν περιορισμένος. Ήταν ένα δύσκολο σημείο να κάνει κανείς ένα αποτελεσματικό οχυρωματικό έργο. Ήταν μικρό σε έκταση και βραχώδες από πολλές πλευρές. Ήταν το μόνο, όμως, που έβλεπε καθαρά και σε θάλασσα και σε στεριά.
Μέσα στο φρούριο, κατέληξε να μένει μόνο η βενετική φρουρά. Οι Λατίνοι κύριοι του νησιού, έμπαιναν από την κεντρική πύλη, η οποία βρισκόταν στα ανατολικά και ήταν ανάμεσα από τους προμαχώνες του Αγίου Λουκά και του Αγίου Νικολάου. Ψηλά στην είσοδο, είχε σκαλιστεί και το έμβλημα της Βενετίας, το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου.
Μια στοά ξεκινούσε από εκεί και διέτρεχε όλο το μήκος των τειχών, μέσα στα οποία μπορούσαν να κινούνται με αυτόν τον τρόπο οι αμυνόμενοι, χωρίς να κινδυνεύουν από τους επιτιθέμενους. Εκεί, μπορούσαν να μετακινούν το βαρύ πυροβολικό. Όταν δεν το χρειάζονταν, αποθηκευόταν σε αποθήκη εντός της οχύρωσης.
Στο φρούριο υπήρχαν επίσης τρεις εκκλησίες. Στον καθεδρικό ναό, που χτίστηκε το 1583, τον Άγιο Νικόλαο και τις άλλες δύο δευτερεύουσες εκκλησίες, την Αγία Αικατερίνη και τον Άγιο Θεόδωρο, προσεύχονταν ο Βενετός Ρέκτορας (Διοικητής), οι σύμβουλοί του και οι Καθολικοί αξιωματικοί.
Η πυρίτιδα, αλλιώς το μπαρούτι, η ανακάλυψη που άλλαξε τα μέχρι τότε πολεμικά δεδομένα, αποθηκευόταν επίσης σε ειδικά κτήρια, τα οποία φρόντιζαν να κρατούνται υπό επιτήρηση. Μέσα στο φρούριο υπήρχαν επίσης δεξαμενές, οι οποίες συγκέντρωναν νερό. Απαραίτητο αγαθό για κάθε είδους ανθρώπινη εγκατάσταση και ειδικά σε φρούρια, τα οποία μπορεί να πολιορκούνταν για μέρες, μήνες ή χρόνια.
Το 1646, η πόλη καταλήφθηκε τελικά από τους Οθωμανούς. Η Φορτέτσα απέκτησε μουσουλμανικό χαρακτήρα. Ο καθεδρικός ναός μετατράπηκε σε τζαμί και κάποιες κατοικίες χτίστηκαν εντός των τειχών.
Η Φορτέτσα παραμένει το πιο ζωντανό σύμβολο της ιστορίας της πόλης, έχοντας αντέξει σε πολέμους, πολιορκίες και αλλαγές κυρίαρχων. Σήμερα, το ιστορικό αυτό φρούριο έχει μετατραπεί σε έναν σπουδαίο χώρο πολιτισμού.
Στο εσωτερικό του φιλοξενείται το υπαίθριο Θέατρο «Ερωφίλη», όπου κάθε καλοκαίρι πραγματοποιούνται συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις και οι εκδηλώσεις του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ Ρεθύμνου. Έτσι, από ένα απόρθητο στρατιωτικό οχυρό του παρελθόντος, η Φορτέτσα αποτελεί πλέον έναν ανοιχτό τόπο συνάντησης, τέχνης και πολιτισμού.
Βιβλιογραφία:
