Όπως έχει καταστεί προφανές το φοβερό και τρομερό κόμμα το οποίο ευαγγελιζόταν η κυρία Καρυστιανού και περίμεναν με αγωνία τα κατεστημένα κόμματα, οδηγείται σε ταχύτατη συρρίκνωση. Γεγονός το οποίο καταδεικνύεται τόσο από τις δημοσκοπήσεις, όσο και κυρίως από την παντελή έλλειψη δημόσιου λόγου, ενώ πολλαπλασιάζονται και οι αποχωρήσεις στελεχών. Για άλλη μία φορά, μετά το 2010-2012, οι Έλληνες «αγανακτισμένοι» αποδείχτηκαν ανίκανοι να συγκροτήσουν ένα αξιόλογο πολιτικό κίνημα και για άλλη μια φορά οδηγούνται στην αποσάθρωση.
Ένας από τους λόγους είναι οι έλλειψη μιας κατάλληλης ηγετικής φυσιογνωμίας, πράγμα που όμως συναρτάται με τα ίδια τα χαρακτηριστικά αυτού του ρεύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μόνοι πολιτικοί που κατόρθωσαν να εγκολπωθούν αυτό το ρεύμα και να φτάσουν ακόμα και στην εξουσία, υπήρξαν υπαρκτοί πολιτικοί πυρήνες και κόμματα που κατάφεραν, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να «μαντρώσουν αυτό το ρεύμα σε ένα συστημικό / και ιδιότυπα αντισυστημικό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ήδη, κατά την περίοδο των αγανακτισμένων, παράλληλα με την «επάνω πλατεία» που εξέφραζε το αυθεντικό κίνημα των αγανακτισμένων που είχαν καταστραφεί από τον σιμούν των μνημονίων, υπήρχε και η περιβόητη «κάτω πλατεία», στην οποία ιερουργούσε ο Βαρουφάκης. Επρόκειτο για ανώτερα μεσαία στρώματα, κατεξοχήν διανοούμενα και συνδεδεμένα με τον ένα ή άλλο τρόπο με την Αριστερά. Μόνο αυτοί διέθεταν την παιδεία και την τεχνογνωσία για να μετατρέψουν αυτό το άμορφο αλλά μαζικό κίνημα σε πολιτικό υποπόδιο για την άνοδό τους στην εξουσία.
Τελικώς ήταν η «κάτω πλατεία» που χειραγώγησε τους αδέσποτους αγανακτισμένους της «πάνω πλατείας». Και όσα σχήματα όπως εκείνο της «Σπίθας που επιχειρούσε με το κύρος του Μίκη Θεοδωράκη να πραγματοποιήσουν μια γέφυρα ανάμεσα στις δύο «πλατείες», τελικώς θα παραδώσουν τους αγανακτισμένους στον Τσίπρα.
Άλλωστε μέσα από αυτόν ακριβώς τον πολιτικό χώρο, της «κάτω πλατείας» μπόρεσε να αναδειχθεί και μία ηγετική φυσιογνωμία όπως αυτός. Καθόλου τυχαία δε, έφερε τα χαρακτηριστικά και τα στίγματα του ίδιου του χώρου που τον οδήγησε στην εξουσία: τον μεταμόρφισμό, τον εθνομηδενισμό την ικανότητα στις κυβιστήσεις, καπελώνοντας την εθνοπατριωτική «πάνω πλατεία».
Το σχήμα είναι κλασικό από την εποχή του… Αλκιβιάδη, μέχρι τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη. Μία επιδέξια ομάδα θα κατορθώσει να ποδηγετήσει και να ελέγξει ένα μάλλον πληβειακό και χαοτικό κοινωνικό ρεύμα.
Κάτι ανάλογο συνέβη στη Γαλλία με τα «κίτρινα γιλέκα» που τελικά ενσωματώθηκαν, τουλάχιστον εκλογικά, στον Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν εἰτε στους Ανυπότακτους του Μελανσὀν.
Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση της Ιταλίας όπου ένα ανάλογο κύμα «αγανάκτησης» το οποίο είχε εκφραστεί πολιτικά από το όντως αδέσμευτο «Κίνημα των Πέντε Αστέρων», τελικώς θα καταλήξει στα χέρια της Μελόνι. Το αναδομημένο και αναθεωρητικό ναζιστικό γκρουπούσκουλο «Αδέλφια της Ιταλίας» από το 3,5% των ψήφων θα εκτιναχθεί στο 44% στις εκλογές του 2022.
Όπως τότε, το 2010-2012, έτσι και σήμερα μεγάλες προσδοκίες συνόδευαν το κίνημα των αγανακτισμένων των Τεμπών. Όλο το παλιό αλλά και το καινούργιο δυναμικό της «αγανάκτησης», σπρωγμένο επιτήδεια από τους ολιγάρχες αλλά και τη Ρωσία, θα συγκεντρωθεί γύρω από το ζήτημα των Τεμπών, κάνοντας ακόμα και τη Νέα Δημοκρατία να τρέμει – όπως φάνηκε από τις ταλαντεύσεις του ίδιου του πρωθυπουργού.
Αλλά όπως είχε συμβεί και το 2012, η απόπειρα του μετασχηματισμού αυτού του χαοτικού κινήματος, μέσω της ηγερίας της Μαρίας Καρυστιανού, σε πολιτικό κόμμα, θα αποδειχθεί εξίσου ατελέσφορο με τη Σπίθα του Μίκη Θεοδωράκη, κινδυνεύοντας να αρδεύσει και πάλι τον καραδοκούντα Αλέξη Τσίπρα, ίσως και εν μέρει τον Αντώνη Σαμαρά.
Και δεν ήταν δυνατόν να γίνει διαφορετικά. Ένα συνονθύλευμα από αντιεμβολιαστές – όπως και η ίδια η Μαρία Καρυστιανού –, ξυλολιόπληκτους, δηλωμένους ρωσόφιλους, ορθόδοξους φονταμενταλιστές, δραχμιστές, πολιτικούς γυρολόγους, ήταν αδύνατο να μετασχηματίσει σε αξιόπιστο πολιτικό κίνημα «το κίνημα» των Τεμπών.
Επομένως, στη διελκυστίνδα των δύο κομμάτων, Τσίπρα-Καρυστιανού που εμφανίστηκαν μαζί, προσπαθώντας μάλιστα το ένα να προλάβει το άλλο, είναι προφανές προς τα που γέρνει η ζυγαριά. Άλλωστε και οι ολιγάρχες που προς στιγμήν είχαν επενδύσει στην Καρυστιανού, την εγκαταλείπουν, τα στελέχη της αποχωρούν και μάλλον το ίδιο πράττουν και οι ψηφοφόροι, αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις.
Το συμπέρασμα είναι αδήριτο, κόμματα δεν δημιουργούνται χωρίς μία οραματική είτε τουλάχιστον μια οργανωτική βάση. Και ο Τσίπρας, ελλείψει οράματος, τo 2015 διέθετε τη στήριξη των ολιγαρχών, της Μέρκελ, καθώς και ένα μικρό αλλά υπαρκτό οργανωτικό δίκτυο. Σήμερα, και πάλι, «αναδομημένος» διαθέτει ένα οργανωτικό δίκτυο της παλιάς ανανεωτικής Αριστεράς και του Σύριζα, την εμπειρία των τεχνικών της εξουσίας και αναμφισβήτητα τη στήριξη των ολιγαρχών.
Παρότι η «Μαρία των Τεμπών» με είχε καθυβρίσει σκαιότατα, όταν συνήργησα και εγώ, ένα χρόνο πριν, στην κατεδάφιση της απάτης των ξυλολίων, νοιώθω μια σχετική θλίψη βλέποντας την κατάρρευση των ανεδαφικών ονείρων της. Ίσως, γιατί δεν παύει να είναι μια γυναίκα που έχασε το παιδί της, ίσως επειδή παραμένω αθεράπευτα ρομαντικός, και όπως ο Ρος Μακ Ντόναλντ, ο Ντάσιελ Χάμετ, ή ο Τζον Λε Καρέ, ένιωθα πάντοτε μια αδυναμία στους losers.
Και πάντως, παρά τα πολλά που μπορεί κανείς να της καταμαρτυρήσει, όπως την ασύγγνωστη έπαρσή της, την προτιμώ από τον σαφώς επικινδυνότερο ανταγωνιστή της.
