Σε μια εκτεταμένη προσπάθεια να μπει τάξη στο ζήτημα των αδειών ασθενείας οδηγών αστικών λεωφορείων, το υπουργείο Μεταφορών προχωρά σε εντατικούς ελέγχους, έπειτα από καταγγελίες και ευρήματα που προκαλούν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο δηλώνονταν προβλήματα υγείας από εργαζόμενους στις αστικές συγκοινωνίες, σύμφωνα με το Star, το οποίο αποκάλυψε πως 700 οδηγοί λεωφορείων δήλωναν ασθένεια και δούλευαν σε τουριστικά γραφεία.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, οι ιατρικοί έλεγχοι που ολοκληρώθηκαν σε περίπου 700 οδηγούς αστικών λεωφορείων στην Αττική αποκάλυψαν περιπτώσεις που, κατά το υπουργείο Μεταφορών, δημιουργούν έντονο προβληματισμό.
Οι συγκεκριμένοι οδηγοί φέρονται να επικαλούνταν λόγους υγείας προκειμένου να απέχουν από την εργασία τους στις δημόσιες συγκοινωνίες, παραμένοντας εκτός υπηρεσίας μέχρι να εξεταστούν από αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές. Την ίδια ώρα, ωστόσο, υπήρξαν καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες ορισμένοι από αυτούς εργάζονταν κανονικά ως οδηγοί σε τουριστικές επιχειρήσεις και τουριστικά γραφεία.
Το θέμα ανέδειξε ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο οποίος μιλώντας στο τηλεοπτικό σταθμό είπε ότι από το σύνολο των 2.700 οδηγών αστικών λεωφορείων που υπηρετούν στην Αττική, περίπου 700 είχαν δηλώσει ασθένεια ήδη από το προηγούμενο έτος.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κυρανάκης, οι διαδικασίες ελέγχου έχουν πλέον ολοκληρωθεί και ήδη έχουν προκύψει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου 150 οδηγοί έχουν επιστρέψει κανονικά στην εργασία τους και βρίσκονται ξανά πίσω από το τιμόνι των αστικών λεωφορείων.
Παράλληλα, περίπου 300 άτομα έχουν ενταχθεί στη διαδικασία ανάκλησης άδειας οδήγησης, γεγονός που - όπως υπογράμμισε - σημαίνει ότι δεν θα μπορούν να ασκούν το επάγγελμα του οδηγού ούτε σε τουριστικές επιχειρήσεις ούτε σε οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα απαιτεί αντίστοιχη άδεια.
Ο αναπληρωτής υπουργός σημείωσε ακόμη ότι οι υπόλοιποι 250 οδηγοί έχουν ήδη εκδηλώσει πρόθεση αποχώρησης από την Οδικές Συγκοινωνίες Α.Ε. (ΟΣΥ), υποστηρίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση για το Δημόσιο και, όπως είπε χαρακτηριστικά, «για τον Έλληνα φορολογούμενο».
