Κάθε φορά που η πολιτική κινητικότητα αυξάνεται, εμφανίζονται σχεδόν αυτόματα δύο αφηγήσεις: η πρώτη ότι οι εκλογές είναι προ των πυλών και η δεύτερη ότι διαμορφώνεται ένας νέος διπολισμός. Και όμως, η εμπειρία δείχνει ότι η πολιτική δεν λειτουργεί τόσο γραμμικά. Οι εντυπώσεις συχνά προηγούνται των εξελίξεων, όχι όμως και της πραγματικότητας.
Η έντονη δραστηριότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη, της Κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας έχει οδηγήσει αρκετούς στο συμπέρασμα ότι ο Οκτώβριος αποτελεί πιθανό εκλογικό ορίζοντα. Πρόκειται, ωστόσο, για μια εκτίμηση που μπορεί να αποδειχθεί βιαστική. Άλλωστε ο Πρωθυπουργός έχει μιλήσει κατ' επανάληψη για την απόφασή του να γίνουν οι εκλογές. Η Νέα Δημοκρατία, ανεξάρτητα από τον χρόνο των εκλογών, έχει αντικειμενική ανάγκη να ανεβάσει ρυθμούς.
Τα ποσοστά της, αν και την διατηρούν καθαρά πρώτη πολιτική δύναμη, εξακολουθούν να βρίσκονται σε απόσταση από εκείνο το επίπεδο που θα της επέτρεπε να προσεγγίσει με μεγαλύτερη ασφάλεια τον στόχο της αυτοδυναμίας. Άρα είναι λογικό να επιταχύνει, πολύ περισσότερο όταν υπάρχει και η εκκρεμότητα της ίδρυσης του «κόμματος Σαμαρά» που μένει να δει και να δούμε άλλη το μέγεθος της δυναμικής του και των πιθανών απωλειών που μπορεί να προκαλέσει στη ΝΔ.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αυξημένη κινητικότητα δεν αποτελεί κατ' ανάγκη προεκλογικό σήμα, αλλά μπορεί να είναι μέρος μιας στρατηγικής πολιτικής ανάκαμψης και διατήρησης της πρωτοβουλίας των κινήσεων. Μάλιστα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η κυβέρνηση επιδιώκει μια τακτική «λαχανιάσματος» των αντιπάλων της: να τους υποχρεώσει να βρίσκονται διαρκώς σε θέση άμυνας, να απαντούν στην κυβερνητική ατζέντα και να καταναλώνουν πολιτικό κεφάλαιο πολύ πριν στηθούν οι κάλπες. Μια τέτοια στρατηγική, εφόσον εφαρμόζεται, δεν προϋποθέτει άμεσες εκλογές. Αντίθετα, μπορεί να υπηρετεί έναν μακρύτερο πολιτικό σχεδιασμό.
Εξίσου πρόωρες μοιάζουν και οι αναφορές σε έναν νέο διπολισμό μεταξύ Κυριάκου Μητσοτάκη και Αλέξη Τσίπρα. Αναμφίβολα, η πιθανή επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού μετέβαλε τα δεδομένα ιδιαίτερα στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αντιπολίτευσης και επηρεάζει το πολιτικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, άλλο πράγμα η αυξημένη δημοσιότητα και άλλο η διαμόρφωση ενός πραγματικού διπολικού συστήματος.
Με τα σημερινά δεδομένα, η Νέα Δημοκρατία κινείται περίπου στο 28,5%-30,5%, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται, σε υποθετικά σενάρια, στην περιοχή του 16%-17%. Η διαφορά παραμένει σημαντική και δεν αποτυπώνει διπολική μάχη αλλά ένα εναμισοδικομματισμό. Επιπλέον, δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα από την Ε.Λ.Α.Σ, οργανωμένη κομματική δομή ή σαφής προγραμματική αντιπαράθεση. Επιπλέον, η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να παρουσιάζει υψηλά επίπεδα πολιτικής ρευστότητας, με σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων να δηλώνουν αναποφάσιστοι ή διαθέσιμοι να επαναξιολογήσουν την επιλογή τους. Οι πολιτικές ισορροπίες, επομένως, απέχουν ακόμη από το να χαρακτηριστούν παγιωμένες. Έχουμε να δούμε «πολλά επεισόδια στο πολιτικό παιχνίδι» και πιθανά τον Σεπτέμβριο μετά ειδικά την Δ.Ε.Θ να έχουμε μια καλύτερη, πιο καθαρή εικόνα των συσχετισμών, των δυναμικών όλων των κομμάτων
Το μεγαλύτερο, όμως, στοίχημα βρίσκεται αλλού. Αφορά την προοπτική μιας τρίτης συνεχόμενης κυβερνητικής θητείας του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πρόκειται για μια αντικειμενικά δύσκολη πολιτική αποστολή. Όχι επειδή η κυβέρνηση συγκεντρώνει σημαντική δυσαρέσκεια ιδιαίτερα λόγω της ακρίβειας και του βιοτικού επιπέδου, αλλά επειδή η φθορά της εξουσίας αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό κάθε δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Ακόμη και η πιο επιτυχημένη κυβέρνηση, μετά από δύο τετραετίες, έρχεται αντιμέτωπη με την κόπωση των πολιτών, την εξάντληση του αρχικού αφηγήματος και την αυξημένη απαίτηση για κάτι νέο.
Οι εκλογές, άλλωστε, δεν κρίνονται μόνο από την αξιολόγηση του παρελθόντος. Κρίνονται σε μεγάλο βαθμό από τις προσδοκίες που δημιουργούνται για το μέλλον. Οι πολίτες δεν αναζητούν μόνο απολογισμούς· αναζητούν λόγους να πιστέψουν ότι η επόμενη ημέρα μπορεί να είναι καλύτερη από τη σημερινή.
Γι' αυτό και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι απλώς να υπερασπιστεί το κυβερνητικό του έργο. Είναι να παρουσιάσει ένα νέο, σαφές και πειστικό αφήγημα για την Ελλάδα της επόμενης τετραετίας. Ένα αφήγημα που δεν θα περιορίζεται στη διαχείριση, αλλά θα δημιουργεί νέες προσδοκίες και θα απαντά στις αγωνίες μιας κοινωνίας που, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, θα ζητήσει περισσότερο το όραμα της επόμενης ημέρας παρά την υπενθύμιση των επιτυχιών της προηγούμενης.
*Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).
