Στις Βρυξέλλες το ελληνικό σχέδιο για την έξοδο από το ρωσικό αέριο

Στις Βρυξέλλες το ελληνικό σχέδιο για την έξοδο από το ρωσικό αέριο

Τον οδικό χάρτη για τον πλήρη τερματισμό των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το τέλος του 2027 έχει ήδη αποστείλει η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συμμετέχοντας στη συνολική ευρωπαϊκή προσπάθεια ενεργειακής απεξάρτησης που προωθείται μέσω του RepowerEU.

Η κατάθεση των εθνικών σχεδίων αποτέλεσε υποχρέωση για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, με τις Βρυξέλλες να ζητούν από κάθε χώρα να αποτυπώσει με σαφήνεια πώς θα διασφαλίσει την ενεργειακή της επάρκεια μετά την οριστική διακοπή των ρωσικών ροών.

Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές, το βασικό ζητούμενο για την Κομισιόν ήταν να διαπιστωθεί κατά πόσο οι χώρες διαθέτουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας και επαρκείς υποδομές για να αντικαταστήσουν το ρωσικό καύσιμο χωρίς να δημιουργηθούν κίνδυνοι ασφάλειας εφοδιασμού.

Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη-μέλη δεν κλήθηκαν να γνωστοποιήσουν συγκεκριμένες εμπορικές συμφωνίες ή προμηθευτές, αλλά να παρουσιάσουν τη συνολική στρατηγική που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια. Για την ελληνική πλευρά, ο σχεδιασμός στηρίζεται κυρίως στην ενίσχυση των εισαγωγών LNG, στη διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας και στη σταδιακή μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι μέχρι στιγμής η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει ζητήσει πρόσθετες διευκρινίσεις από την Αθήνα σχετικά με το περιεχόμενο του roadmap, στοιχείο που ερμηνεύεται από αρμόδιους κύκλους ως θετική αξιολόγηση της επάρκειας του ελληνικού σχεδίου.

Το ρωσικό αέριο παραμένει ισχυρό στο μείγμα

Παρά τη σημαντική διαφοροποίηση που έχει επιτευχθεί μετά την ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών, το ρωσικό φυσικό αέριο εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό μερίδιο στην ελληνική αγορά.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι εισαγωγές ρωσικού αερίου μέσω του σημείου εισόδου στο Σιδηρόκαστρο έφτασαν τις 8,77 TWh, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ένα τρίτο των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου της χώρας.

Σε επίπεδο εγχώριας κατανάλωσης, το ρωσικό καύσιμο κάλυψε περίπου το 43% της ζήτησης, γεγονός που αποτυπώνει τη δυσκολία της πλήρους απεξάρτησης μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο, τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι το LNG έχει πλέον αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο σύστημα τροφοδοσίας της χώρας. Το πρώτο τρίμηνο του έτους οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου ανήλθαν στις 14,9 TWh, καλύπτοντας το 56% των συνολικών εισαγωγών και καταγράφοντας αύξηση 36% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.

Ρεβυθούσα και Αλεξανδρούπολη στηρίζουν το νέο μοντέλο τροφοδοσίας

Κρίσιμο πλεονέκτημα για την ελληνική στρατηγική θεωρείται η σημαντική δυναμικότητα που διαθέτουν πλέον οι υποδομές LNG της χώρας.

Η Ρεβυθούσα και το FSRU Αλεξανδρούπολης έχουν τη δυνατότητα αεριοποίησης έως και 12,5 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως, ποσότητα που θεωρείται επαρκής όχι μόνο για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών αλλά και για την υποστήριξη εξαγωγών προς τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Το 2025 η συνολική κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις 70,16 TWh, ενώ μαζί με τις εξαγωγές η συνολική ζήτηση έφτασε τις 78,75 TWh, δηλαδή περίπου 8 bcm. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την εκτίμηση ότι η χώρα μπορεί να καλύψει πλήρως τις ανάγκες της ακόμη και χωρίς ρωσικές εισαγωγές.

Παρόλα αυτά, ενεργειακοί παράγοντες επισημαίνουν ότι το ισοζύγιο ενδέχεται να αλλάξει εφόσον αυξηθούν σημαντικά οι εξαγωγές μέσω του Κάθετου Διαδρόμου προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Σε ένα τέτοιο σενάριο, δεν αποκλείεται να επανέλθει στο τραπέζι η ανάγκη δημιουργίας και τρίτης πύλης LNG, προκειμένου η Ελλάδα να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο της ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου.

Ο TAP και το αζέρικο αέριο παραμένουν βασικός άξονας

Μετά τον τερματισμό των ρωσικών εισαγωγών, η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να λαμβάνει ποσότητες φυσικού αερίου από το Αζερμπαϊτζάν μέσω του TAP.

Η ΔΕΠΑ Εμπορίας διαθέτει ήδη μακροχρόνια συμφωνία για την προμήθεια 1 bcm ετησίως, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία market test για την επέκταση της μεταφορικής ικανότητας του αγωγού, με στόχο την αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων προς την ευρωπαϊκή αγορά.

ΑΠΕ, μπαταρίες και εξηλεκτρισμός μειώνουν τη ζήτηση αερίου

Ο δεύτερος βασικός άξονας του ελληνικού σχεδίου αφορά τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου τα επόμενα χρόνια.

Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ηλεκτρικό σύστημα, καθώς και με την ανάπτυξη έργων αποθήκευσης ενέργειας. Σήμερα, η ηλεκτροπαραγωγή εξακολουθεί να απορροφά πάνω από το 70% της εγχώριας κατανάλωσης φυσικού αερίου, ωστόσο το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ προβλέπει σταδιακή υποχώρηση της χρήσης μονάδων αερίου έως το τέλος της δεκαετίας.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση αναμένεται να διαδραματίσουν οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, που θα επιτρέπουν την αποθήκευση ενέργειας από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, περιορίζοντας την ανάγκη λειτουργίας θερμικών μονάδων κατά τις ώρες αιχμής.

Παράλληλα, η προώθηση τεχνολογιών εξηλεκτρισμού, όπως οι αντλίες θερμότητας, εκτιμάται ότι θα μειώσει περαιτέρω τη χρήση φυσικού αερίου στη θέρμανση και την ψύξη, επιταχύνοντας την πορεία ενεργειακής απεξάρτησης της χώρας από τη Ρωσία.