Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας συμμετείχε την Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026, σε συζήτηση στο Σύδνεϋ με τον πρώην γερουσιαστή της Αυστραλίας και Καθηγητή στο University of Technology Sydney (UTS), Στήφεν Λούσλευ, με θέμα «Ασφάλεια στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο».
Τη συζήτηση διοργάνωσε η πρεσβεία της Ελλάδας στην Αυστραλία και το Business Sydney, του οποίου Εκτελεστικός Διευθυντής είναι ο ομογενής Πωλ Νικολάου.
Στη συζήτηση παρευρέθηκαν επίσης, μεταξύ άλλων, ο πρέσβης της Ελλάδας στην Αυστραλία Σταύρος Βενιζέλος, ο πρέσβης της Κύπρου στην Αυστραλία Αντώνης Σαμούτης, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εξοπλισμών του ΓΕΝ υποναύαρχος Παναγιώτης Καραβάς ΠΝ, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Σύδνεϋ Γεώργιος Σκέμπερης, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος στην Καμπέρα κ.κ. Αθηναγόρας ως εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Bank of Sydney Kieran McKenna, εκπρόσωποι ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών στην Αυστραλία, Αξιωματούχοι της Αυστραλίας και εκπρόσωποι ομογενειακών φορέων.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, εκτίμησε ότι υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας συμφωνίας στο Κυπριακό, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος όλων των εμπλεκόμενων πλευρών. Όπως ανέφερε, μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε θετική εξέλιξη τόσο για την Κυπριακή Δημοκρατία όσο και για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Ο κ. Δένδιας διευκρίνισε ότι με τον όρο «Κύπρος» δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά στο σύνολο των κοινοτήτων του νησιού, την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή, τονίζοντας πως μια επίτευξη συμφωνίας θα είχε σημαντικό αντίκτυπο σε ολόκληρη την περιοχή.
Παράλληλα, εξέφρασε τη θετική του στάση απέναντι στη νέα πρωτοβουλία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχει περιθώριο να αξιοποιηθούν τα σημεία σύγκλισης που είχαν καταγραφεί στις διαπραγματεύσεις του Κραν Μοντανά, οι οποίες τελικά οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο.
Όπως ανέφερε ο ίδιος, βασική επιδίωξη θα πρέπει να αποτελέσει η άρση της διχοτόμησης της Κύπρου, η οποία παραμένει σε ισχύ από το 1974. Σύμφωνα με τον κ. Δένδια, η επίτευξη μιας τέτοιας εξέλιξης θα είχε ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για το νησί, αλλά και για τη συνολική σταθερότητα και ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Σημείο αναφοράς για τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας η Κύπρος»
Παράλληλα, ο κ. Δένδιας σημείωσε ότι υπάρχει μια κοινή αντίληψη, η οποία καταγράφεται τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, πως η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο το Κυπριακό παραμένει χωρίς οριστική λύση.
«Το Κυπριακό είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να χτιστεί μια ουσιαστικά καλή σχέση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία», ανέφερε χαρακτηριστικά. Παρά τις σημαντικές προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν, εξέφρασε την εκτίμηση ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια βλέπει «πραγματικά σημαντικές πιθανότητες» για πρόοδο, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η πορεία προς μια συμφωνία παραμένει δύσκολη και μακρά.
«Το ΝΑΤΟ κράτησε Ελλάδα και Τουρκία στον δυτικό κόσμο»
Αναφερόμενος στον ρόλο του ΝΑΤΟ στην περιοχή, ο Νίκος Δένδιας τόνισε ότι για να κατανοηθεί το μέλλον πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητό το παρελθόν.
Όπως είπε, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία πρέπει να αναγνωρίσουν ότι το ΝΑΤΟ αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα ώστε οι δύο χώρες να παραμείνουν στον δυτικό κόσμο.
Υπενθύμισε, δε, ότι η Ελλάδα και η Τουρκία εντάχθηκαν ταυτόχρονα στη Συμμαχία το 1952 και σημείωσε πως, αν δεν υπήρχε το ΝΑΤΟ, η εκτίμησή του είναι ότι το Σύμφωνο της Βαρσοβίας θα είχε τελικά ελέγξει και τις δύο χώρες.
«Χωρίς το ΝΑΤΟ η Ευρώπη, δεν θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει νέες απειλές»
Αναφερθείς στον ρόλο του ΝΑΤΟ αλλά και στις δυνατότητες της Ευρώπης, συνολικά, και όχι μόνο τις ΕΕ ως προς την αντιμετώπιση νέων απειλών, υπογράμμισε ότι χωρίς αυτό (σσ: το ΝΑΤΟ) δεν θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις νέες απειλές.
Όπως ανέφερε, η Ρωσία, παρά το γεγονός ότι οικονομικά δεν αποτελεί υπερδύναμη, κατάφερε να μετατρέψει την οικονομία της σε πολεμική και να αναπτύξει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, ενώ η Ευρώπη είχε αφήσει για χρόνια στην άκρη την άμυνα, θεωρώντας ότι ένας μεγάλης κλίμακας πόλεμος στην ήπειρο ήταν πλέον απίθανος.
«Γίναμε θύματα της ίδιας μας της επιτυχίας», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η μακρά περίοδος ειρήνης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι στρατιωτικές προετοιμασίες δεν ήταν πλέον απαραίτητες.
Παράλληλα, τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει τώρα να επενδύσει ξανά στην άμυνα, να ενισχύσει τις δυνατότητές της και παράλληλα να αλλάξει την αντίληψη των νέων γενεών για την ευθύνη της υπεράσπισης της χώρας.
