Μειώσεις ή αυξήσεις επιτοκίων; Μπορεί τα πονταρίσματα των επενδυτών να δείχνουν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα έως το τέλος του 2026, όμως αυτή είναι μία… φωτογραφία της στιγμής. Αν θα έπρεπε οι αγορές να επιλέξουν μεταξύ της μείωσης ή της αύξησης, κλίνουν προς μία μείωση ή δύο μειώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποκλιμακωθεί η ένταση στη Μέση Ανατολή και με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις οποίες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν νίκη των Δημοκρατικών.
Το «κύκνειο άσμα» του Τζερόμ Πάουελ συνοδεύεται από έντονο παρασκήνιο, πολιτικές κόντρες και μία διαδικασία που ενδέχεται να μας απασχολήσει πέραν της 15ης Μαΐου που λήγει η θητεία του επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Το πρώτο δεδομένο που έχουμε για την υπόθεση είναι ότι στη σημερινή συνεδρίαση η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια (οι αγορές δίνουν 100% πιθανότητες εδώ και μέρες), σε ένα περιβάλλον που η αμερικανική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά οι προκλήσεις εντείνονται και η αύξηση του κόστους των μεταφορών ωθεί σε αναθέρμανση τον πληθωρισμό.
Το δεύτερο δεδομένο αφορά στον ίδιο τον Πάουελ. Οι προβολείς στρέφονται στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου που ακολουθεί τη διήμερη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής για τη νομισματική πολιτική (FOMC). Διότι η σημερινή συνάντηση με τα μέσα ενημέρωσης θα είναι η τελευταία, ως επικεφαλής της Fed, καθώς η θητεία του λήγει στις 15 Μαΐου. Βέβαια, ο Πάουελ δεν αποχωρεί απαραιτήτως από τη μεγαλύτερη κεντρική τράπεζα του κόσμου, αφού έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να την υπηρετεί ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου έως το τέλος Ιανουαρίου του 2028.
Σε αυτό το σημείο αρχίζουν να μπαίνουν αρκετοί… άγνωστοι Χ στην εξίσωση.
Πρώτη και σημαντική αβεβαιότητα είναι ο πληθωρισμός. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή και ο δομικός πληθωρισμός (που εξαιρεί τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων) διαμορφώνονταν χαμηλότερα από τον στόχο του 2% και η τρέχουσα άνοδος των τιμών του πετρελαίου αναμένεται να στείλει ξανά τους δύο δείκτες πάνω από το 4%.
Η Fed δεν μπορεί να κάνει πολλά για να αποκρούσει το πληθωριστικό κύμα άμεσα και δείχνει να εστιάζει στον περιορισμό των πληθωριστικών προσδοκιών. Σύμφωνα με την ING, η τρέχουσα κρίση προσφοράς, με επίκεντρο τις τιμές των καυσίμων, δεν είναι τόσο ευρεία όσο η κρίση στις εφοδιαστικές αλυσίδες εξαιτίας της πανδημίας το 2020-21, ενώ δεν υπάρχει και η απότομη άνοδος της ζήτησης που καταγράφηκε όταν άνοιξαν οι οικονομίες, κάτι που θα απειλούσε να πυροδοτήσει νέα μεγάλη πληθωριστική κρίση.
Όλα αυτά τα γνωρίζει το Πάουελ, όπως γνωρίζει και ότι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών έχει πληγεί από την ακρίβεια και η τρομακτική άνοδος των τιμών των καυσίμων «σκοτώνει» την κατανάλωση. Αν λάβουμε υπόψη και το κόστος στέγασης, το οποίο αναμένεται να υποχωρήσει και στις ΗΠΑ αντιστοιχεί στο 35,5% του πληθωρισμού και στο 44% του δομικού πληθωρισμού, η κατάσταση ισορροπεί και απομακρύνει τον κίνδυνο να ξεφύγει ο πληθωρισμός στο 9% που ανήλθε το 2022.
Στη Fed εκτιμούν επιπλέον πως αν αποκλιμακωθεί η ένταση στη Μέση Ανατολή και οι τιμές του πετρελαίου υποχωρήσουν κάτω από τα 80 δολάρια, είναι πολύ πιθανό να επιτευχθεί ο στόχος μείωσης του πληθωρισμού κάτω από το 2% το 2027.
Τι θα κάνει ο Γουόρς
Ένας άλλος άγνωστος Χ είναι το outlook για τη νομισματική πολιτική. Στο σημείο που βρισκόμαστε τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Μπορεί ο Γουόρς να θεωρείται «άνθρωπος των αγορών» και να συντασσόταν με τον Τραμπ στην ανάγκη μείωσης των επιτοκίων, όμως αυτά ίσχυαν πριν τον πόλεμο στο Ιράν.
Οι οικονομικές εξελίξεις θα συνεκτιμηθούν από τον διάδοχο του Πάουελ αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Τραμπ συνεχίζει να πιέζει για μειώσεις επιτοκίων. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η αποστολή της Fed βάσει του καταστατικού της είναι διττή, καθώς εκτός από τον πληθωρισμό και τον στόχο του 2% πρέπει να διασφαλίζει και τις βέλτιστες συνθήκες στην αγορά εργασίας. Από τη στιγμή που ο Γουόρς θεωρείται «περιστέρι» και ο Τραμπ έχει μπροστά του τις εκλογές του Νοεμβρίου, οι πιέσεις ενδέχεται να ενταθούν και δεν αποκλείεται να δούμε τη Fed να μειώνει εντέλει τα επιτόκια δύο φορές, μία τον Σεπτέμβριο και μία τον Δεκέμβριο.
Πάντως, τα πρακτικά της συνεδρίασης του Μαρτίου δείχνουν ότι στη συντριπτική του πλειονότητα, τα μέλη της FOMC πιστεύουν ότι υπάρχει κίνδυνος ανόδου της ανεργίας και αναθέρμανσης του πληθωρισμού εξαιτίας του πολέμου.
Όπως δήλωσε πρόσφατα και το εξέχον μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed, Κρίστοφερ Γουόλερ, όσο περισσότερο παραμένουν στα ύψη οι τιμές της ενέργειας, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026.
Αυτό που γνωρίζουμε για τον Γουόρς είναι ότι επιθυμεί να μειώσει το χαρτοφυλάκιο ομολόγων της Fed και ειδικότερα των MBS, των τίτλων δηλαδή που καλύπτονται από ενυπόθηκα δάνεια. Στην παρούσα φάση, η Fed έχει στην κατοχή της περίπου 2 τρισ. δολάρια από αυτούς τους τίτλους και λήγουν με ρυθμό της τάξης των 10-15 δισ. δολαρίων μηνιαίως. Αν ο Γουόρς αποφασίσει να επιταχύνει τη διαδικασία «ξεφορτώματος» με απευθείας πωλήσεις, η αγορά ομολόγων μεγαλύτερης διάρκειας θα δεχθεί ανοδικές πιέσεις.
Στο παρασκήνιο της αποχώρησης Πάουελ, καθοριστικό ρόλο παίζει ο ρεπουμπλικάνος Τομ Τίλις, ο οποίος ως μέλος της Επιτροπής Τραπεζικών Υποθέσεων της Γερουσίας είχε μπλοκάρει την προώθηση της υποψηφιότητας του Γουόρς, όσο παρέμενε ανοιχτή η έρευνα κατά του Πάουελ για την υπόθεση των υπερβάσεων κόστους κατά την ανακαίνιση των κτιρίων της Fed.
Ο Τίλις υποστήριζε ότι η συνέχιση της έρευνας δημιουργούσε την εικόνα πολιτικής πίεσης προς τον επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας και υπονόμευε την ανεξαρτησία της Fed. Μετά την παύση της έρευνας, απέσυρε το μπλόκο του και άνοιξε τον δρόμο για τον διάδοχο του Πάουελ. Αν ο Τίλις καθυστερήσει περαιτέρω τη διαδικασία, ο Πάουελ έχει δηλώσει πως θα παραμείνει μεταβατικός πρόεδρος και μετά τις 15 Μαΐου, ανεβάζοντας το θερμόμετρο στην κόντρα με τον Τραμπ.
