Η πρωτοφανής ζήτηση για εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) οδηγεί σε ιστορικό ρεκόρ κερδοφορίας τους κορυφαίους κατασκευαστές τσιπ μνήμης παγκοσμίως, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Η ανάκαμψη του κλάδου είναι εντυπωσιακή, αν αναλογιστεί κανείς ότι μόλις πριν από τρία χρόνια βρισκόταν σε βαθιά ύφεση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Micron Technology, η οποία από τις ιστορικές ζημιές του παρελθόντος προβλέπεται πλέον να αναδειχθεί στην έκτη πιο κερδοφόρα εισηγμένη εταιρεία στις ΗΠΑ. Τα εκτιμώμενα κέρδη της για τους επόμενους 12 μήνες αγγίζουν τα 100 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας τις προβλέψεις για κολοσσούς όπως η Meta Platforms και η Berkshire Hathaway.
Η θετική αυτή δυναμική συμπαρασύρει και τους ασιατικούς ανταγωνιστές, Samsung Electronics και SK Hynix, τοποθετώντας τις σε πλεονεκτική θέση στον τρέχοντα παγκόσμιο κύκλο ημιαγωγών και οδηγώντας τους αναλυτές της Wall Street σε συνεχείς αναβαθμίσεις των προοπτικών του S&P 500.
Ωστόσο, η βιομηχανία τσιπ μνήμης παραμένει δομικά συνδεδεμένη με έντονους κυκλικούς κινδύνους.
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες που απαιτούνται για την κατασκευή εργοστασίων είναι τεράστιες, και το υψηλό σταθερό κόστος αναγκάζει τους παραγωγούς να λειτουργούν στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους. Αυτό ιστορικά οδηγεί σε υπερπροσφορά και απότομη πτώση των τιμών, όπως συνέβη την περίοδο 2022–2023.
Ήδη, τα τρέχοντα υψηλά περιθώρια κέρδους έχουν πυροδοτήσει επιθετικά επενδυτικά πλάνα, με τη Micron να δεσμεύει 150 δισ. δολάρια για επέκταση εγκαταστάσεων. Αν και η μετοχή της διαπραγματεύεται με ελκυστικό πολλαπλασιαστή κερδών (κάτω από 10 φορές τα μελλοντικά κέρδη), η ιστορία δείχνει ότι οι χαμηλές αποτιμήσεις στον κλάδο συχνά συμπίπτουν με την κορύφωση του κύκλου.
Παράλληλα, η είσοδος νέων παικτών, όπως η Cerebras Systems που άντλησε 5,55 δισ. δολάρια στην πρόσφατη IPO της, αλλά και η αυξανόμενη αποδοτικότητα των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs) που ίσως μειώσει τον όγκο της απαιτούμενης φυσικής μνήμης, εντείνουν την αβεβαιότητα για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της αγοράς.
