Με ένα εντυπωσιακό ράλι που διήρκεσε σχεδόν δύο εβδομάδες και οδήγησε τον S&P 500 σε κέρδη της τάξης του 7,58% και τον Nasdaq σε άνοδο 9,75%, τα χρηματιστήρια δείχνουν να ξεπερνούν, τουλάχιστον προσώρας, την αναταραχή του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Οι περίπου 40 ημέρες βομβαρδισμών, μέχρι να καταλήξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν σε μία ιδιαίτερα εύθραυστη εκεχειρία, είχαν ως αποτέλεσμα το πετρέλαιο να αποτελέσει τον ξεκάθαρο πρωταγωνιστή του Μαρτίου, ωστόσο τα χρηματιστήρια κατάφεραν να μην εμφανίσουν σημάδια ακραίου πανικού.
Η εκεχειρία ανάγκασε το πετρέλαιο τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων έξι ετών και τα χρηματιστήρια της Ασίας – που δέχθηκαν το μεγαλύτερο πλήγμα εξαιτίας του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ - στην καλύτερη εβδομάδα από το 2022. Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν μπορεί να κάνει με βεβαιότητα λόγο για… λήξη συναγερμού.
Πιστεύουν οι αγορές στην εκεχειρία ΗΠΑ-Ιράν και πόσο γρήγορα μπορούν να εξομαλυνθούν οι συνθήκες στις παγκόσμιες αγορές; Στην εποχή των μεγάλων ανατροπών και των απίστευτων πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, για τους επενδυτές υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι ιστορικών διαστάσεων, που απαιτούν μεγάλα ρίσκα, αλλά και ευκαιρίες οι οποίες ενδεχομένως εμφανίζονται κάθε 50 χρόνια.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συγκλόνισε τον κόσμο και λόγο έλλειψε να προκαλέσει ενεργειακή «ασφυξία» σε παγκόσμια κλίμακα. Όμως σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών τα χρηματιστήρια δεν κατέρρευσαν και σήμερα πολλοί εκτιμούν ότι οι μεγαλύτεροι δείκτες έχουν δει τους πυθμένες τους, ενώ άλλοι εντοπίζουν ένα αρκετά μεγάλο παράθυρο αγοραστικής ευκαιρίας.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έστειλε τις τιμές του πετρελαίου στα 120 δολάρια και οι ελλείψεις ανάγκασαν πολλές χώρες να εξετάσουν ακραία μέτρα (ακόμα και στην Κομισιόν υπήρξαν σενάρια επιβολής δελτίου στα καύσιμα). Απίστευτα πράγματα! Δεν είναι, μάλιστα, λίγοι οι αναλυτές που ακόμα και σήμερα προειδοποιούν ότι η ζημιά έχει ήδη γίνει και θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να επιστρέψουμε κάποια στιγμή στην κατάσταση πριν τον πόλεμο.
Για πολλούς, το επίπεδο του κινδύνου είναι υπερβολικά υψηλό, υψηλότερο ενδεχομένως από κάθε άλλη κρίση λόγω της αβεβαιότητας. Ποιος, για παράδειγμα, μπορεί να πει με ασφάλεια ότι το Brent θα παραμείνει κάτω από τα 100 δολάρια ή θα επιστρέψει στα 70 δολάρια που βρισκόταν πριν τον πόλεμο;
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά και ένας από τους κορυφαίους οίκους έρχεται να προειδοποιήσει το επενδυτικό κοινό για μία σημαντική αγοραστική ευκαιρία που εμφανίζεται πολύ σπάνια. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, οι μετοχές του αμερικανικού τεχνολογικού κλάδου έχουν «χτυπηθεί» τόσο πολύ που οι επενδυτές έχουν μπροστά τους την καλύτερη αγοραστική ευκαιρία εδώ και δεκαετίες, ειδικά για τον συγκεκριμένο κλάδο.
Όπως σημειώνει η Goldman, οι τεχνολογικές μετοχές καταγράφουν τη χειρότερη επίδοση των τελευταίων πενήντα ετών, έναντι της συνολικής αγοράς. Επιπλέον, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα εκτιμά πως οι αμερικανικές μετοχές δεν μοιάζουν τόσο ακριβές πια, καθώς τα εταιρικά κέρδη παραμένουν ισχυρά ενώ οι τιμές των μετοχών έχουν διορθώσει. Για παράδειγμα, ο δείκτης PEG (price-to-earnings-to-growth) - που υποδηλώνει κατά πόσο μία μετοχή είναι υπερτιμημένη ή υποτιμημένη – αντανακλά ένα άτυπο reset στη σχέση των αμερικανικών μετοχών με τον υπόλοιπο κόσμο. Κάτι που αν δεν σημειωνόταν η τρέχουσα κρίση πολύ δύσκολα θα το βλέπαμε.
Σήμερα ο δείκτης PEG για τον τεχνολογικό κλάδο είναι χαμηλότερος από της συνολικής παγκόσμιας αγοράς, σε μία ακόμη ένδειξη αγοραστικής ευκαιρίας.
Μετά την τρομακτική άνοδο της τελευταίας τριετίας, οι μετοχές της Τεχνητής Νοημοσύνης και κυρίως οι «Magnificent 7» πάτησαν… pause, εξαιτίας των ανησυχιών για την απόδοση των τεράστιων επενδύσεων που απαιτούνται. Οι επενδυτές άρχισαν ξανά να βλέπουν σχεδόν ξεχασμένους κλάδους, όπως της ενέργειας, των χημικών και της υγείας.
Όμως μετά τον πόλεμο και τη σημαντική διόρθωση των τεχνολογικών μετοχών προσφέρει μία σοβαρή ευκαιρία. Ο δείκτης Nasdaq έφτασε να υποχωρεί έως και 13% από το ιστορικό υψηλό της 28ης Ιανουαρίου (στα όρια της τεχνικής διόρθωσης), ωστόσο μετά από το ράλι ανακούφισης που ξεκίνησε στις 31 Μαρτίου, έχει καταφέρει να περιορίσει τις απώλειες στο 5%.
Για όσους πιστέψουν ότι τα χρηματιστήρια έχουν δει τον πυθμένα που οφείλεται στον πόλεμο, το παράθυρο της αγοραστικής ευκαιρίας κλείνει επικίνδυνα. Βέβαια, το γεγονός ότι η εκεχειρία είναι εύθραυστη αυξάνει τον κίνδυνο νέας πτώσης. Σε κάθε περίπτωση και βλέποντας πιο μακριά από τη γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή, η ομάδα της Goldman πιστεύει ότι ο τεχνολογικός κλάδος έχει τιμωρηθεί πολύ περισσότερο από την υπόλοιπη αγορά, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την Amazon και την Alphabet, των οποίων η αποτίμηση πλησιάζει στο επίπεδο της υπόλοιπης αγοράς.
Επειδή, λοιπόν, η Goldman δεν θεωρεί ότι υπάρχει σαφής κίνδυνος φούσκας παρόμοιας με του 2000, εκτιμά ότι ο πόλεμος στο Ιράν προσφέρει μία ακόμα ευκαιρία εισόδου για όσους έχουν χάσει το ράλι των τεχνολογικών κολοσσών. Τονίζει μάλιστα ότι το οικονομικό σοκ εξαιτίας του πολέμου θα μειώσει την όρεξη των κεντρικών τραπεζών και κυρίως της Fed για αυξήσεις επιτοκίων, με αποτέλεσμα οι μετοχές να αποδειχθούν ένα πολύ ικανοποιητικό trade. Όλα αυτά βέβαια εξαρτώνται από τις ορέξεις του Αμερικανού προέδρου και τη διάθεση που θα δείξουν ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν στη συνέχιση της εκεχειρίας.
