Τελικά τα καταφέραμε και ύστερα από τέσσερις μήνες και κάτι ημέρες ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών βρίσκεται σε νέα υψηλά 16 και πλέον ετών. Το χθεσινό κλείσιμο στις 2.421,69 μονάδες είναι το υψηλότερο από την τελευταία εβδομάδα του Νοεμβρίου 2009 και η άνοδος από την αρχή της φετινής χρονιάς είναι λίγο πάνω από το 14%. Η επίδοση αυτή είναι από τις καλύτερες στην Ευρώπη για την χρονιά και αρκετά καλύτερη από αυτή του γερμανικού, του γαλλικού, του αγγλικού χρηματιστηρίου. Είναι όμως καλύτερη και από αυτήν του πιο σημαντικού διεθνούς χρηματιστηριακού δείκτη, του αμερικανικού S&P 500 και υπολείπεται πολύ λίγο αυτής του πιο «hot» μεγάλου διεθνούς δείκτη, του δείκτη Nasdaq Composite.
Προφανώς, δεν είμαστε ιερόσυλοι για να υποστηρίξουμε πως το ελληνικό χρηματιστήριο είναι στην ίδια κλάση με τα αμερικανικά, δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε το γεγονός πως οι αποδόσεις του είναι συγκρίσιμες με αυτές του Nasdaq το οποίο περιλαμβάνει μέσα του το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών τεχνολογικών εταιρειών που οδηγούν την παγκόσμια κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Σε όσους παρατηρήσουν πως τα χρηματιστήρια της Νότιας Κορέας, της Ταϊβάν και της Ιαπωνίας έχουν πετύχει πολύ καλύτερες επιδόσεις θα απαντήσουμε απλά πως η σύγκριση δεν έχει κανένα νόημα καθώς εκεί κυριαρχεί ο κλάδος των μικροεπεξεργαστών που ωφελείται τα μέγιστα από την τρελή κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Πώς όμως εξηγείται το γεγονός πως η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά όχι μόνο ξεπέρασε τα επίπεδα στα οποία βρισκόταν την μέρα πριν ξεκινήσει ο πόλεμος αλλά κατάφερε να αφήσει πίσω του και το ρεκόρ των αρχών του Φεβρουαρίου; Υπάρχουν παράγοντες που λειτουργούν καταλυτικά και παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην απόφαση των διεθνών και Ελλήνων επενδυτών να κινηθούν με ισχυρές αγοραστικές διαθέσεις στο Χρηματιστήριο Αθηνών;
Χωρίς αμφιβολία, καταλυτική είναι η επίδραση της εκτίμησης των διεθνών επενδυτικών κύκλων ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει και αυτό που βλέπουμε τώρα είναι μία διαδικασία που μας φαίνεται μεν χωρίς νόημα αλλά στην ουσία είναι αναγκαία καθώς οι δύο πλευρές δεν μπορούν να συμφωνήσουν άμεσα και εύκολα σε όλα τα επίμαχα ζητήματα. Καθώς οι φόβοι των επενδυτών για μία οικονομική κρίση που θα μπορούσε να πλήξει την παγκόσμια οικονομία εξαιτίας των προβλημάτων στις αγορές ενέργειας και τις υπόλοιπες παρενέργειες του πολέμου υποχωρούν σταδιακά, για να μην πούμε πως έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, τώρα μπορούν πολύ πιο εύκολα να ασχοληθούν με πιο βαρετές επενδυτικές διαδικασίες. Λέγοντας βαρετές δεν το εννοούμε κιόλας, σίγουρα όμως το να εξετάσεις τις προοπτικές μίας επιχείρησης, ενός κλάδου της οικονομίας ή μίας ολόκληρης χώρας δεν έχει τόσες συγκινήσεις ούτε τόσο μεγάλες πιθανότητες να κάνεις λάθος όσο η προσπάθεια εκτίμησης της έκβασης ενός πολέμου.
Έτσι λοιπόν και στην δική μας περίπτωση πιστεύουμε πως η επιστροφή των αγοραστών στο ταμπλό του Euronext Athens έχει άμεση σχέση με το γεγονός πως οι επενδυτές, όπως και οι χρηματιστηριακοί αναλυτές, ξαναβλέπουν τις μετοχές των ελληνικών εταιρειών χωρίς να βάζουν πάνω τους ένα παραμορφωτικό φίλτρο γενικής ανησυχίας και προβληματισμού. Όπως έχουμε επισημάνει και στο παρελθόν, μία απλή σύγκριση με τις περισσότερες μετοχές που διαπραγματεύονται στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια δείχνει πως μεγάλο μέρος των ελληνικών είναι σαφώς πιο φθηνό από αυτές.
Αυτό είναι πιο εύκολο να το διαπιστώσει κανείς στον τραπεζικό τομέα, καθώς όλες οι αναλύσεις των διεθνών και ελληνικών τραπεζών και χρηματιστηριακών τονίζουν πως οι ελληνικές είναι πιο συντηρητικά αποτιμημένες και σε σχέση με τα ίδια κεφάλαιά τους και την λογιστική τους αξία και σε σχέση με την κερδοφορία τους και τις γενικότερες οικονομικές τους επιδόσεις. Ανάλογα με τις παραδοχές που χρησιμοποιεί ο κάθε αναλυτής, οι ελληνικές τράπεζες φαίνονται υποτιμημένες μέχρι και κατά 30% σε ορισμένες περιπτώσεις, κάτι που εξηγεί εν μέρει και την σημαντική διαφορά προς τα πάνω των τιμών που έχουν βάλει ως στόχο για αυτές. Παρόμοιες διαφορές βρίσκουμε και σε άλλους τομείς, όπως τον ενεργειακό και τον βιομηχανικό αλλά και σε μεμονωμένες περιπτώσεις αξιόλογων επιχειρήσεων.
Άλλα πράγματα που βλέπει και πάλι το ραντάρ των διεθνών θεσμικών και ιδιωτών επενδυτών είναι η καλή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, η πολιτική σταθερότητα και η συνετή οικονομική πολιτική, όπως και η φιλική στάση της κυβέρνησης και της χώρας προς την επιχειρηματικότητα. Αυτά βέβαια δεν είχαν πάψει να ισχύουν μετά το ξέσπασμα του πολέμου αλλά είχαν περάσει σε δεύτερη μοίρα πίσω από τις ανησυχίες πιο γενικού χαρακτήρα. Η εμπιστοσύνη των επενδυτών προς την Ελλάδα και τις επιχειρήσεις της φάνηκε πολύ καθαρά τις προηγούμενες μέρες με τις πολύ επιτυχημένες εκδόσεις εταιρικών και κρατικών ομολόγων που υπερκαλύφθηκαν με ιδιαίτερη άνεση παρά τη νευρικότητα στις παγκόσμιες ομολογιακές αγορές ενόψει της αύξησης των επιτοκίων αναφοράς.
Καθώς οι επενδυτές εκτιμούν πως τα πολεμικά σύννεφα θα διαλυθούν σύντομα, στο προσκήνιο επανέρχονται και κάποια άλλα πλεονεκτήματα της Ελλάδας και των επιχειρήσεων της, όπως οι μεγάλες κινήσεις στον τομέα της ενέργειας οι οποίες ισχυροποιούν κατά πολύ την παρουσία της χώρας στην περιφερειακή ενεργειακή αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.
Κάτι που ίσως να μην έχει επισημανθεί αρκετά είναι το πόσο θετικά επηρεάζουν την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά οι σαφείς ενδείξεις αύξησης του βαθμού διεθνοποίησής της. Η διαφαινόμενη τάση ναυτιλιακών εταιρειών να εισαγάγουν τις μετοχές τους στο ελληνικό χρηματιστήριο είναι μία ξεκάθαρη ένδειξη των ευεργετικών συνεπειών της ένταξης του στο άρμα του διεθνούς ομίλου Euronext και της εν εξελίξει ευρισκόμενης αναβάθμισης της χρηματιστηριακής μας αγοράς στην κατηγορία των ανεπτυγμένων. Επίσης, θετικό στοιχείο που δίνει περαιτέρω ώθηση στο ελληνικό χρηματιστήριο είναι η μεγάλη επιτυχία των αυξήσεων κεφαλαίου που λαμβάνουν χώρα αυτή την περίοδο και οι ανακοινώσεις για νέες σημαντικές αρχικές δημόσιες εγγραφές γνωστών και αναγνωρίσιμων εταιρειών.
Αναφέραμε νωρίτερα πως τα καλά νέα από το μέτωπο των διαπραγματεύσεων για τον επίσημο τερματισμό του πολέμου λειτούργησαν καταλυτικά για την αναθέρμανση του επενδυτικού ενδιαφέροντος στο ελληνικό χρηματιστήριο και την επιστροφή του σε νέα υψηλά. Θα ήταν παράλειψη όμως να μην επισημάνουμε πως περισσότερο καταλυτικό ρόλο παίζουν τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, των εισηγμένων εταιρειών και της ίδιας της χρηματιστηριακής αγοράς, τα οποία συντελούν στο να γίνουν οι επενδύσεις σε ελληνικές μετοχές και ομόλογα εξαιρετικά ανταγωνιστικές και ελκυστικές σε διεθνές επίπεδο. Αν δεν υπήρχαν αυτά, ακόμα και μία ιδανική συμφωνία λήξης του πολέμου δεν θα μπορούσε να ανεβάσει μόνη της τον Γενικό Δείκτη του Euronext Athens.
