Η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε άτυπη προεκλογική περίοδο. Οι δημοσκοπήσεις κυριαρχούν στην πολιτική συζήτηση, οι αρχηγοί τοποθετούνται με κριτήριο την επόμενη κάλπη και οι περιοδείες έχουν ξεκινήσει. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, διαμορφώνεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα. Μια προεκλογική αναμέτρηση δύο ταχυτήτων.
Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, πολιτικοί σχηματισμοί που διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επόμενη Βουλή - ακόμη και τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης - θα υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες από εκείνους που ισχύουν γενικώς για τα κοινοβουλευτικά κόμματα.
Η διαφορά αυτή δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι κυρίως θεσμική. Και το κεντρικό ερώτημα είναι απλό: όταν δύο κόμματα διεκδικούν την ίδια ψήφο, έχει ο πολίτης τη δυνατότητα να τα κρίνει με τα ίδια κριτήρια; Υφίστανται δηλαδή όλα τα κόμματα στον ίδιο βαθμό ελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας;
Η εξαίρεση της κοστολόγησης
Με τον Νόμο 5043/2023, θεσπίστηκε μηχανισμός που επιτρέπει στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στο Ελεγκτικό Συνέδριο να αξιολογούν το δημοσιονομικό κόστος των προεκλογικών προγραμμάτων των κομμάτων. Η ρύθμιση ήρθε ως απάντηση στη μακρά παράδοση ανεξέλεγκτων προεκλογικών εξαγγελιών χωρίς κανένα οικονομικό έλεγχο.
Η υποχρέωση αυτή, όμως, αφορά μόνο τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ή όσα λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση. Οι νέοι σχηματισμοί εξαιρούνται.
Ορισμένα κόμματα, επομένως, θα παρουσιάσουν προγράμματα με κόστος που μπορεί να εκτιμηθεί και ως εκ τούτου με εξαγγελίες που μπορούν να ελεγχθούν ως προς την η αξιοπιστία τους, ενώ κάποια άλλα θα έχουν την άνεση να υποσχεθούν τα πάντα στους πάντες, χωρίς καμία αξιολόγηση.
Ασφαλώς αυτό δεν είναι ζήτημα νομιμότητας. Είναι όμως ζήτημα πολιτικής ισότητας. Όταν δύο πολιτικές δυνάμεις διεκδικούν την ίδια ψήφο, οι πολίτες έχουν εύλογο δικαίωμα να αξιολογήσουν τη βασιμότητα των προτάσεων και των δύο.
Η εξαίρεση της τηλεμαχίας
Πέραν αυτού, σύμφωνα με τον εκλογικό κώδικα (Π.Δ. 26/2012) και τις κατά καιρούς αποφάσεις της Διακομματικής Επιτροπής Εκλογών, στο επίσημο debate - που διεξάγεται παραδοσιακά λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές - συμμετέχουν αποκλειστικά οι αρχηγοί κομμάτων, που εκπροσωπούνταν στην απερχόμενη Βουλή.
Η πρόβλεψη έχει προφανή λογική όταν αφορά μικρούς ή νεοεμφανιζόμενους σχηματισμούς, χωρίς ουσιαστική εκλογική επιρροή. Το πρόβλημα ανακύπτει, όταν νέες πολιτικές δυνάμεις καταγράφονται στις πρώτες θέσεις των δημοσκοπήσεων και διεκδικούν ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.
Στην περίπτωση αυτή, οι πολίτες ενδέχεται να οδηγηθούν στις κάλπες, χωρίς να έχουν αποκτήσει γνώμη για τους αρχηγούς σε συνθήκες άμεσης αντιπαράθεσης. Σε περιβάλλον δηλαδή, που οι θέσεις ελέγχονται σε πραγματικό χρόνο, οι αντιφάσεις αναδεικνύονται και η ετοιμότητα των απαντήσεων δοκιμάζεται απέναντι σε αντιπάλους που γνωρίζουν το αντικείμενο.
Όλοι οι αρχηγοί προφανώς, μπορούν να παραχωρούν συνεντεύξεις και να εμφανίζονται σε τηλεοπτικές εκπομπές. Καμία όμως από αυτές τις εμφανίσεις δεν υποκαθιστά την πίεση που συνεπάγεται η άμεση αντιπαράθεση.
Σε μια συνέντευξη, ο αρχηγός επιλέγει τι θα πει, πότε και σε ποιόν θα μιλήσει. Στο debate, υποχρεώνεται να απαντήσει σε αυτό που του θέτουν και που κατά κανόνα περιλαμβάνει το σύνολο των θεμάτων που απασχολούν το εκλογικό σώμα.
Η διαδικασία είναι προφανώς άνιση. Ορισμένοι αρχηγοί υποχρεώνονται να εκθέσουν δημόσια το πρόγραμμά τους και να απαντήσουν σε δύσκολες ερωτήσεις επί ίσοις όροις, άλλοι διεκδικούν τη διακυβέρνηση, χωρίς να υπόκεινται καν σ αυτή την βάσανο.
Το πλεονέκτημα της ασάφειας
Οι δύο αυτές εξαιρέσεις παράγουν και ένα τρίτο αποτέλεσμα. Ένας σχηματισμός που δεν υποχρεώνεται να κοστολογήσει τις προτάσεις του, και δεν συμμετέχει στις πιο απαιτητικές διαδικασίες δημόσιου ελέγχου, αποκτά μεγαλύτερη ευχέρεια να διατυπώνει γενικές και αόριστες θέσεις σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων.
Σε μια δημοκρατία όμως η σαφήνεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση που οδηγεί σε συνειδητή εκλογική επιλογή.
Όσο λιγότερες είναι οι υποχρεώσεις λογοδοσίας, τόσο ευκολότερο γίνεται να απευθύνεται ένα κόμμα ταυτόχρονα σε διαφορετικά και αντιφατικά ακροατήρια, αποφεύγοντας δεσμεύσεις που αναπόφευκτα συνεπάγονται και πολιτικό κόστος.
Οι εξαιρέσεις αυτές βέβαια, δεν θεσπίστηκαν για να ευνοήσουν συγκεκριμένα κόμματα.
Υπηρετούν τη λογική να μην υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια στην εμφάνιση νέων πολιτικών δυνάμεων και να διασφαλίζεται ο πολιτικός πλουραλισμός.
Σχεδιάστηκαν κυρίως, για να προστατεύσουν όσους δεν έχουν ακόμη φωνή. Όταν κάποιος αποκτήσει φωνή - και μάλιστα από τις πιο δυνατές - η προστασία αλλάζει χαρακτήρα και από ασπίδα του αδύναμου, γίνεται προνόμιο του ισχυρού.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: όταν ένας νέος σχηματισμός διεκδικεί ενεργά την ψήφο εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, είναι λογικό να απολαμβάνει των εξαιρέσεων που σχεδιάστηκαν για περιθωριακά κόμματα;
Η δημοκρατία δεν απαιτεί ίσα αποτελέσματα. Απαιτεί ίσους όρους λογοδοσίας. Και αυτό το ερώτημα οφείλει να απαντηθεί πριν στηθούν οι κάλπες.
