Η Ακρίβεια της Άγνοιας

Η πρόσφατη παρουσίαση της πλατφόρμας posokanei.gov.gr προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση. Ανεξάρτητα από την τελική της επιτυχία, η συζήτηση που άνοιξε είναι ίσως πιο ενδιαφέρουσα από την ίδια την πλατφόρμα. Γιατί αγγίζει ένα πρόβλημα που συχνά παραβλέπουμε. Η ακρίβεια δεν είναι μόνο πρόβλημα τιμών, είναι και πρόβλημα πληροφόρησης.

Όταν συζητάμε για την ακρίβεια, σχεδόν πάντα αναφερόμαστε στα περιθώρια κέρδους, τους φόρους, τα καρτέλ, τους ελέγχους, τα πρόστιμα και τις κρατικές παρεμβάσεις. Όλα αυτά είναι ασφαλώς σημαντικά. Υπάρχει όμως μια διάσταση που συνήθως μας διαφεύγει.

Ένας καταναλωτής που δεν γνωρίζει, δεν είναι σε θέση να συγκρίνει. Και ένας καταναλωτής που δεν συγκρίνει, δεν μπορεί να πιέσει αποτελεσματικά τις τιμές και την αγορά.

Το 1970 ο οικονομολόγος George Akerlof δημοσίευσε μια μελέτη που έμελλε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη λειτουργία των αγορών. Ο τίτλος της ήταν «The Market for Lemons». Το άρθρο αυτό τον κατάταξε στους Νομπελίστες Οικονομολόγους.

Στην αμερικανική καθομιλουμένη, η λέξη lemon, δεν αναφέρεται μόνο στο φρούτο. Χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες για να περιγράψει ένα ελαττωματικό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, ένα όχημα που εξωτερικά φαίνεται απολύτως λειτουργικό, αλλά κρύβει προβλήματα που γνωρίζει μόνο ο πωλητής.

Ο Akerlof παρατήρησε ότι σε μια τέτοια αγορά, ο πωλητής γνωρίζει πολύ περισσότερα από τον αγοραστή για την πραγματική κατάσταση του οχήματος. Η ανισότητα αυτή δημιουργεί αυτό που στην οικονομία ονομάζεται «ασύμμετρη πληροφόρηση» και μπορεί να οδηγήσει ολόκληρη την αγορά σε δυσλειτουργία.

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα σε αυτά που γνωρίζει ο πωλητής και σε αυτά που γνωρίζει ο αγοραστής, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον δεύτερο να αποφασίσει ορθολογικά. Η αγορά παραμένει τυπικά ελεύθερη, αλλά  στην πραγματικότητα είναι αδιαφανής.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η θεωρία του Akerlof συναντά την καθημερινότητα της ελληνικής οικογένειας.

Ας σκεφτούμε μια απλή εικόνα.

Ένας καταναλωτής γεμίζει το καλάθι του σε ένα σούπερ μάρκετ. Βλέπει μια ετικέτα προσφοράς και θεωρεί ότι κερδίζει χρήματα. Δεν γνωρίζει όμως αν η ίδια ακριβώς συσκευασία πωλείται φθηνότερα λίγα μέτρα μακριά. Δεν γνωρίζει αν η τιμή αναφοράς, με βάση την οποία υπολογίστηκε η έκπτωση, ανταποκρίνεται σε πραγματική προηγούμενη τιμή. Δεν γνωρίζει αν ένα προϊόν ιδιωτικής ετικέτας προσφέρει σχεδόν την ίδια αξία σε αισθητά χαμηλότερο κόστος.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν αγοράζει αυτό που θεωρεί καλύτερο. Αγοράζει αυτό που γνωρίζει.

Το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Το βλέπουμε καθημερινά στα καύσιμα, όπου διαφορές αρκετών λεπτών ανά λίτρο μπορεί να χωρίζουν πρατήρια της ίδιας περιοχής. Το βλέπουμε στις τηλεπικοινωνίες, όπου παρόμοια πακέτα προσφέρονται σε διαφορετικές τιμές ανάλογα με το πόσο ενημερωμένος είναι ο πελάτης. Το βλέπουμε ακόμη και στις ηλεκτρονικές αγορές, όπου η ίδια ακριβώς συσκευή μπορεί να εμφανίζει σημαντικές αποκλίσεις τιμών από κατάστημα σε κατάστημα.

Η αγορά επιβραβεύει εκείνον που γνωρίζει περισσότερα. Και επιβαρύνει εκείνον που γνωρίζει λιγότερα.

Η Ελλάδα ανέπτυξε ισχυρή πολιτική κουλτούρα, αλλά δεν ανέπτυξε ποτέ αντίστοιχα ισχυρό καταναλωτικό κίνημα. Η συζήτηση για την ακρίβεια καταλήγει σχεδόν πάντα στο τι πρέπει να κάνει η κυβέρνηση και πολύ σπανιότερα στο τι εργαλεία διαθέτει ο ίδιος ο πολίτης, ώστε να επηρεάσει την αγορά μέσω των επιλογών του.

Σε χώρες όμως με ισχυρή καταναλωτική κουλτούρα, η δημοσιοποίηση μιας τιμής δεν θεωρείται πληροφορία ήσσονος σημασίας. Θεωρείται όπλο του καταναλωτή, ο οποίος συγκρίνει, διαφοροποιεί τη ζήτησή των αγαθών και τελικά επηρεάζει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων.

Οι ενώσεις καταναλωτών, οι πλατφόρμες σύγκρισης τιμών και η δημοσιοποίηση στοιχείων, λειτουργούν ως πραγματικοί μηχανισμοί πίεσης προς την αγορά. Η οικονομική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι οι αγορές αντιδρούν όταν οι καταναλωτές αποκτούν εργαλεία σύγκρισης.

Κλασσικό παράδειγμα, οι ηλεκτρονικές κρατήσεις ξενοδοχείων.

Όσο ευκολότερη γίνεται η σύγκριση, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις επιχειρήσεις να στηρίζονται στην άγνοια του πελάτη. Η διαφάνεια προφανώς ενισχύει τον ανταγωνισμό. 

Υπό αυτό το πρίσμα,αξίζει να αξιολογηθεί και η πρόσφατη πρωτοβουλία της κυβέρνησης με την πλατφόρμα posokanei.gov.gr.

Μπορεί κανείς να διαφωνήσει με τον σχεδιασμό της. Μπορεί να επισημάνει αδυναμίες, παραλείψεις ή περιθώρια βελτίωσης. Είναι όμως λάθος να υποτιμά τη βασική φιλοσοφία που βρίσκεται πίσω από αυτήν.

Και η φιλοσοφία αυτή είναι απλή: η προστασία του καταναλωτή δεν είναι αποκλειστικά κρατική υπόθεση. Οι πιο ισορροπημένες αγορές δεν είναι εκείνες που διαθέτουν μόνο αυστηρούς ελεγκτές. Είναι εκείνες που διαθέτουν και ενημερωμένους πολίτες.

Ο έλεγχος διορθώνει μια παραβίαση, αφού συμβεί.

Η πληροφορία επιτρέπει στον πολίτη να την αποτρέψει, πριν συμβεί.

Εξίσου ενδιαφέρουσα με την ίδια την πλατφόρμα είναι η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε. Πριν ακόμη δοκιμαστεί στην πράξη, απορρίφθηκε αφοριστικά.

Η αντίδραση αυτή λέει ίσως περισσότερα για εμάς παρά για την ίδια την πρωτοβουλία. Έχουμε μάθει να αναζητούμε λύσεις κυρίως μέσα από το κράτος και λιγότερο μέσα από την ενδυνάμωση του πολίτη.

Θεωρούμε αυτονόητη την προστασία του καταναλωτή. Όχι όμως και την ενίσχυσή του μέσω της πληροφόρησης.

Η πλατφόρμα μπορεί να αποδειχθεί επιτυχημένη ή ανεπιτυχής. Αυτό θα το δείξει η πράξη. Η αξία της όμως βρίσκεται κυρίως στη φιλοσοφία που εκπροσωπεί: ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν είναι μόνο υπόθεση ελέγχων και κρατικών παρεμβάσεων, αλλά και υπόθεση καλύτερα ενημερωμένων πολιτών.

Γιατί μια υγιής αγορά δεν χρειάζεται μόνο κανόνες, αλλά  και καταναλωτές που γνωρίζουν.

Η Ελλάδα ασφαλώς χρειάζεται ελέγχους και ισχυρούς θεσμούς εποπτείας. Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμη: ισχυρότερους καταναλωτές.

Για δεκαετίες επενδύσαμε κυρίως στην πλευρά του κράτους, ίσως έχει έρθει η ώρα να επενδύσουμε περισσότερο και στην πλευρά του πολίτη.

Γιατί η πληροφορία δεν είναι απλώς γνώση.

Είναι οικονομική δύναμη.