Πριν από λίγες βδομάδες, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είδαν φωτογραφίες μιας εν ενεργεία πρωθυπουργού να κυκλοφορούν μαζικά στο διαδίκτυο. Οι εικόνες έμοιαζαν απολύτως αληθινές. Παρουσίαζαν την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι σε προσωπικές, αποκαλυπτικές στιγμές που ποτέ δεν υπήρξαν. Όπως αποδείχτηκε, οι φωτογραφίες ήταν αποκλειστικά προϊόν Tεχνητής Nοημοσύνης. Παρ' όλα αυτά, χιλιάδες άνθρωποι τις αναπαρήγαγαν και τις αντιμετώπισαν ως πραγματικές.
Το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι το ψέμα. Υπήρχε πάντοτε. Από την προπαγάνδα του ψυχρού πολέμου μέχρι τις οργανωμένες εκστρατείες χειραγώγησης, το ψέμα συνόδευε πάντοτε τη δημόσια ζωή. Το πρόβλημα σήμερα είναι βαθύτερο. Δεν υπάρχει κοινός τόπος για το τι θεωρείται πραγματικότητα.
Σήμερα, ο καθένας μπορεί να βρει τη δική του «αλήθεια», να ενημερωθεί μόνο από όσους συμφωνούν μαζί του, να ενισχύσει τις βεβαιότητές του και να απορρίψει οτιδήποτε τις αμφισβητεί.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, κινδυνεύουμε να περάσουμε από την εποχή της πληροφορίας, στην εποχή της κατασκευασμένης πραγματικότητας.
Οι ψευδείς ειδήσεις αποτελούν μόνο την επιφάνεια. Πίσω τους βρίσκεται η εποχή της «μετα-αλήθειας» (post-truth), όπου το συναίσθημα και οι πεποιθήσεις επηρεάζουν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, περισσότερο την κοινή γνώμη από τα ίδια τα γεγονότα.
Η πληροφορία, επομένως, κρίνεται λιγότερο με όρους αλήθειας και περισσότερο με όρους ταύτισης.
Ένας πολίτης που έχει ήδη διαμορφώσει ισχυρή άποψη για ένα πολιτικό ζήτημα, δεν αναζητά στοιχεία για να εξετάσει αν έχει δίκιο, αναζητά στοιχεία που θα του αποδείξουν ότι είχε εξαρχής δίκιο. Προτιμά μια βολική ανακρίβεια που επιβεβαιώνει τις πεποιθήσεις του, από μια αλήθεια που απαιτεί να τις αναθεωρήσει.
Πάνω σε αυτή την ανθρώπινη τάση «κουμπώνουν» οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων.
Δημιουργούνται τα γνωστά «δωμάτια ηχούς» (echo chambers), δηλαδή ψηφιακά περιβάλλοντα μέσα στα οποία ακούμε κυρίως όσους συμφωνούν μαζί μας. Οι άλλες απόψεις αποκλείονται. Το αποτέλεσμα είναι εδραίωση της πεποίθησης ότι ανήκουμε στην πλειοψηφική τάση της κοινωνίας.
Στο Facebook, στο X ή σε άλλα κοινωνικά δίκτυα, οι αλγόριθμοι καταγράφουν διαρκώς τις προτιμήσεις μας - τι διαβάζουμε, πού σταματάμε, τι κοινοποιούμε, με τι θυμώνουμε, τι μας ευχαριστεί.
Ο αλγόριθμος δεν επιδιώκει να μας ενημερώσει αλλά να μας κρατήσει στην οθόνη και το πληκτρολόγιο, διότι αυτό παράγει κέρδος. Η πληροφορία ανακυκλώνεται, το ψέμα ενισχύεται, η αμφισβήτηση περιορίζεται - και η επανάληψη μετατρέπει μια ανακρίβεια σε φαινομενική αλήθεια.
Πίσω από όλα λειτουργεί η «οικονομία της προσοχής» (attention economy). Ο θυμός παράγει αλληλεπίδραση, ο φόβος κοινοποιήσεις, η αγανάκτηση κρατά τον χρήστη περισσότερο συνδεδεμένο. Τα clicks φέρνουν έσοδα, ενώ η αλήθεια αποδεικνύεται λιγότερο κερδοφόρα.
Η σύγχρονη χειραγώγηση δεν βασίζεται πάντοτε στην κατασκευή γεγονότων. Πολλές φορές βασίζεται και στην πυροδότηση συναισθημάτων με αφορμή τα πραγματικά γεγονότα.
Το Brexit παραμένει το κλασικό παράδειγμα. Το κόκκινο λεωφορείο της καμπάνιας του «Leave», παρουσίαζε ως δεδομένο ότι η Βρετανία έστελνε 350 εκατομμύρια λίρες εβδομαδιαίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση - χρήματα που δήθεν θα κατευθύνονταν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας αν η Μεγάλη Βρετανία αποχωρούσε από την ΕΕ. Το στοιχείο ήταν παντελώς κατασκευασμένο και αμφισβητήθηκε έντονα από όλους τους θεσμικούς φορείς. Παρ όλα αυτά, η πολιτική επίδραση είχε ήδη παραχθεί. Το συναίσθημα είχε νικήσει τη λογική.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση - αλλά εδώ ο μηχανισμός αλλάζει ανάλογα με το τι θέλει ο πολίτης να πιστέψει.
Η υπόθεση του Αρτέμη Σώρρα και της «Ελλήνων Συνέλευσις» είναι παράδειγμα πεποίθησης που γεννιέται από την απόγνωση. Μέσα στην οικονομική κρίση, χιλιάδες άνθρωποι πίστεψαν ότι υπήρχαν διαθέσιμα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που θα έσωζαν τη χώρα και κάποιοι από ιδιοτέλεια το απέκρυπταν. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι όταν η πραγματικότητα γίνεται ασφυκτική, ο άνθρωπος συχνά επιλέγει να πιστέψει εκείνο που του προσφέρει ελπίδα - ακόμη και αν συγκρούεται μετωπικά με τη λογική.
Η υπόθεση της «νεκρής Μαρίας» στον Έβρο, από την άλλη, το καλοκαίρι του 2022, είναι παράδειγμα διαφορετικό, αλλά εξίσου αποκαλυπτικό. Εδώ η πληροφορία δεν προσέφερε ελπίδα, υπέδειξε εχθρό.
Η είδηση ότι ένα μικρό παιδί πέθανε μόνο και αβοήθητο σε μια νησίδα, υιοθετήθηκε άμεσα από διεθνή μέσα, ΜΚΟ και πολιτικούς φορείς, δημιουργώντας παγκόσμια κατακραυγή και βαθιά πόλωση. Χρειάστηκαν μήνες ερευνών μέχρι να αναδειχθεί η αλήθεια γύρω από την υπόθεση.
Η πληροφορία που στην πρώτη περίπτωση πρόσφερε ελπίδα, στη δεύτερη πρόσφερε κατηγορούμενο. Η μηχανική είναι κοινή, ο μηχανισμός αλλάζει. Άλλο η πίστη που γεννά η απόγνωση, άλλο η πίστη που γεννά η πόλωση. Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο.
Και στις δύο περιπτώσεις, η αλήθεια τελικά αποκαλύφθηκε - αλλά αφού είχε προηγηθεί η πόλωση και η τοξικότητα. Η επιβεβαίωση ήρθε όταν δεν είχε πλέον καμία πρακτική σημασία. Η ένταση είχε παγιωθεί, η εικόνα είχε διαμορφωθεί, η κοινή γνώμη είχε σχηματιστεί. Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν ότι δεν μάθαμε τι συνέβη. Είναι ότι το μάθαμε αφού είχε πάψει να έχει σημασία.
Γιατί εκεί βρίσκεται η ουσία.
Η δημοκρατία δεν προϋποθέτει συμφωνία για το τι πρέπει να γίνει. Προϋποθέτει στοιχειώδη συμφωνία για το τι έχει συμβεί.
Το αντίδοτο- προφανώς, δεν είναι η λογοκρισία. Είναι ο έλεγχος πριν κοινοποιήσουμε κάτι και όχι μετά. Να ρωτάμε δηλαδή, ποια είναι η πηγή, και αν θα την πιστεύαμε το ίδιο εύκολα στην περίπτωση που ισχυριζόταν το αντίθετο.
Είναι προφανές ότι όσο πιο άνετα μας πείθει μια πληροφορία, τόσο πιο πολύ χρειάζεται να διατυπωθεί αυτή η ερώτηση. Γιατί η ευκολία με την οποία πείθεται κανείς, είναι συχνά το πρώτο σημάδι ότι κάτι λέγεται προκειμένου να συμφωνήσουμε κι όχι για να πληροφορηθούμε.
Η αλήθεια δεν απειλείται μόνο από όσους κατασκευάζουν ψέματα. Απειλείται όταν παύει να αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς και η υπόθεση της Μελόνι το έδειξε καθαρά. Η εικόνα δεν χρειαζόταν να είναι αληθινή για να γίνει πιστευτή. Αν όμως η αλήθεια έχασε αυτό το προβάδισμα, η κρίση δεν θέμα τεχνολογίας. Είναι θέμα πολιτικής.
