Ο Κόσμος της Τέχνης του Μανχάταν των Τελευταίων Δεκαετιών

Ο Κόσμος της Τέχνης του Μανχάταν των Τελευταίων Δεκαετιών

Δεδομένης της δίνης γεωγραφικών και εννοιολογικών αλλαγών στο τοπίο της σύγχρονης τέχνης, δε θα μπορούσαμε να μην κάνουμε μια σοβαρή ενδοσκόπηση κοιτώντας πίσω, (ειδικά με αφορμή την έκθεση “Inventing Downtown: Artist-Run Galleries in New York City, 1952–1965”, η οποία εγκαινιάστηκε στην Grey Art Gallery στις 10 Ιανουαρίου), σε μια προσπάθεια να βρούμε τις ρίζες του κόσμου της τέχνης όπως τον ξέρουμε σήμερα. Παίρνοντας ως σημείο εκκίνησης την καλλιτεχνική σκηνή του κέντρου της Νέας Υόρκης, μιας και ήταν αναμφίβολα ένα σημείο σταθμός του 20ού αιώνα, αρχίζουμε με τη γέννηση του Greenwich Village και της SoHo, μέσα από τα λόγια κάποιων από τους σημαντικότερους ανθρώπους της σκηνής, από τον κριτικό Χάρολντ Ρόζενμπεργκ (Harold Rosenberg) και τον γκουρού των Happenings Άλλαν Κάπροου, έως τον γκαλερίστα Τζέφρι Ντάιτς (Jeffrey Deitch).

 

1959, ΕΤΗΣΙΟ ΤΕΥΧΟΣ


Ο μοντερνισμός της 10ης Οδού έχει φτάσει πέρα από το δόγμα του «αισθητικού χώρου», μιας και η έθνικ χαρακτήρα προσβασιμότητά του έχει ξεπεράσει τον επιθετικό λεκτικό διεθνισμό της δεκαετίας του '30. Τα εργαστήρια και οι καμβάδες του, έχουν χώρο για το δεδομένο αλλά και για το τυχαίο, σε αντίθεση με την εξυγίανση της Εικόνας και της Ιδέας.

«TenthStreet: Μια Γεωγραφία της Μοντέρνας Τέχνης» από τον Χάρολντ Ρόσενμπεργκ

(“Tenth Street: A Geography of Modern Art,” by Harold Rosenberg)

 

ΜΑΗΣ 1961

Αν δεν έχετε πάει στα Happenings, αφήστε με να σας δώσω ένα καλειδοσκοπικό δείγμα από κάποιες από τις σπουδαίες στιγμές τους.

Πλήθος κόσμου συνωστίζεται σε ένα πατάρι στο κέντρο, σα να πρόκειται για εγκαίνια. Έχει ζέστη. Υπάρχουν μεγάλα χαρτονένια κουτιά σκορπισμένα σε όλο τον χώρο. Ένα προς ένα αρχίζουν να κουνιούνται, κουτρουβαλώντας σα μεθυσμένα προς κάθε κατεύθυνση, πέφτοντας πάνω σε ανθρώπους, αλλά και το ένα πάνω στο άλλο, συνοδευόμενα από έναν έντονο ήχο αναπνοής που παίζει από τέσσερα μεγάφωνα. Τώρα είναι χειμώνας, κάνει κρύο και είναι σκοτεινά... Ξαφνικά, στρογγυλεμένα σχήματα βγαίνουν από το πάτωμα και ζωγράφοι σκίζουν κουρτίνες δίνοντας μία έντονη δράση. Ένας τοίχος από δέντρα δεμένα με χρωματιστά κουρέλια έρχεται προς την κατεύθυνση του κοινού, διασκορπώντας τους πάντες, αναγκάζοντάς τους να φύγουν... Βήχοντας, εισπνέεις πυκνούς καπνούς ή τη μυρωδιά νοσοκομείου και χυμού λεμονιού. Μια γυμνή κοπέλα τρέχει προς την κατεύθυνση του φωτός που βγάζει ένας δυνατός προβολέας, πετώντας μέσα του κομμάτια σπανάκι... Μπαίνεις μέσα ως θεατής, αλλά μπορεί να ανακαλύψεις ότι έχεις γίνει κομμάτι όλων αυτών, καθώς σπρώχνεις πράγματα τριγύρω σαν τόσα έπιπλα.

«Happenings στη σκηνή της Νέας Υόρκης», του Άλλαν Κάπροου

(“Happenings in the New York scene,” by Allan Kaprow)

 

ΑΠΡΙΛΗΣ 1974

Οριοθετημένο από το Δυτικό Μπρόντγουεϊ, τους δρόμους Canal, Houston και Crosby, το SoHo συνεχίζει να επεκτείνεται με γρήγορους ρυθμούς, καθώς εμβαθύνει τους δεσμούς του με το κεντρικό καλλιτεχνικό στερέωμα. Ο Ιβάν Καρπ (Ivan Karp), ο οποίος έχει καλό μάτι για την αγορά ακινήτων αλλά και για την τέχνη, αγόρασε επιπλέον χώρο για γκαλερί στο Δυτικό Μπρόντγουεϊ, με σκοπό να τον νοικιάζει σε καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους είναι κάτοικοι άλλων περιοχών, χωρίς τοπικές διασυνδέσεις, οι οποίοι θέλουν, όπως εξηγεί ο Καρπ, «έναν κουλ, καθαρό και πολυτελή χώρο για να εκθέσουν τη δουλειά τους.»

«SoHo: ένα νέο είδος μποέμικης ζωής», του Πολ Γκάρντνερ

(“SoHo: brave new bohemia”, by Paul Gardner)

 

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1980

Για πιο λόγο ήρθαν οι έμποροι τέχνης στο SoHo, και για πιο λόγο συνεχίζουν να έρχονται; Η απάντηση είναι απλή: για το χώρο. Σύμφωνα με τον Τσάρλς Κόουλς (CharlesCowles), κάποιος μπορεί ακόμα να βρει πρώτης ποιότητας χώρο στο SoHo για τη μισή τιμή που θα έδινε για κάθε τετραγωνικό μέτρο στην 57η Οδό.

Το σύνθημα του SoHo είναι «χώρος». Η Πόλα Κούπερ (PaulaCooper) λέει ότι έχει ένα «μυστικιστικό συναίσθημα» για αυτόν το χώρο. Πέρα από τις υλικές του διαστάσεις, προσφέρει τη δυνατότητα στη φαντασία να τριγυρνά υπό την έμπνευση που προσφέρουν μίλια λευκού τοίχου. Ο άφθονος αυτός χώρος καθορίζει τις ζωές πολλών καλλιτεχνών, οι οποίοι δεν εκθέτουν μόνο στο SoHo, αλλά ζουν και εργάζονται εκεί.

«Το ακόμα φάνκι αλλά τόσο σικ SoHo» του Γουίλιαμ Ζίμμερ

(“Still funky but oh so chic SoHo,” by William Zimmer)

 

ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1981

Και όπως αυτοί οι καλλιτέχνες κέρδισαν την αναγνώριση και την ευημερία στις γκαλερί που κάποτε απέρριπταν, οι εναλλακτικοί χώροι που τους ανέδειξαν έγιναν μέρος του καθεστώτος του κόσμου της τέχνης...

Ο πιο σημαντικός παράγοντας πίσω από την άνοδο εναλλακτικών χώρων είναι η παράλληλη αύξηση ομοσπονδιακών αλλά και οι ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων στις τέχνες. Οι περισσότεροι εναλλακτικοί χώροι της Νέας Υόρκης παίρνουν τη μισή τουλάχιστον χρηματοδότησή τους από το Εθνικό Κληροδότημα για τις Τέχνες (NationalEndowmentoftheArts)...

Ένας άνθρωπος των μουσείων ο οποίος χάρηκε που αποδεσμεύθηκε από τις προσταγές της ιστορίας είναι η Μάρσια Τάκερ (MarciaTucker). Άνοιξε το NewMuseum το 1977. «Ήθελα να φτιάξω ένα χώρο όπου προτεραιότητα θα είχαν η τέχνη και οι καλλιτέχνες», εξηγεί η Τάκερ, η οποία εγκατέλειψε τη θέση της ως επιμελήτρια στο Μουσείο Whitney για την Αμερικάνικη Τέχνη (WhitneyMuseumofAmericanArt). Το Whitney είχε γίνει επιχείρηση. Ήθελα να προσεγγίσω το μουσείο με έναν πιο θεωρητικό τρόπο. Αναρωτιέμαι το κατά πόσο ένας οργανισμός μπορεί να δομηθεί με έναν τρόπο που θα είναι ανάλογος ως προς αυτό που υπηρετεί.» Ένας τρόπος με τον οποίο το NewMuseum σκοπεύει να το επιτύχει αυτό είναι με το να επικεντρωθεί στην τέχνη που δημιουργήθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια. «Ελπίζω ότι αυτός ο τρόπος σκέψης θα μας βοηθήσει να συνεχίζουμε να αλλάζουμε, ότι θα είμαστε αρκετά ευέλικτοι ώστε να μπορούμε να αλλάξουμε όλες τις σημερινές μας ιδέες», λέει η Τάκερ με τον τυπικό της ενθουσιασμό.

«Νέα Πρόσωπα στους Εναλλακτικούς Χώρους», της Ντέμπορα Σ. Φίλιπς

(“New Faces in Alternative Spaces,” by Deborah C. Phillips)

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1982

Η γκαλερί του Λίο Καστέλι (LeoCastelli) γιορτάζει τα 25α γενέθλιά της φέτος, και η επιτυχία της έχει γίνει τόσο μυθική όσο της γκαλερί του Αμπρουάζ Βολάρ (AmbroiseVollard), του Γάλλου εμπόρου τέχνης που ήταν ο πανέξυπνος άνθρωπος που ανακάλυψε και προώθησε τόσους μετα-ιμπρεσιονιστές. Είναι μια σύγκριση την οποία ο ίδιος βρίσκει κολακευτική, παρόλο που θα ήταν δύσκολο κάποιος να βρει δύο πιο ανόμοια παραδείγματα επιτυχημένων εμπόρων τέχνης, μιας και ο Βολάρ κληρονόμησε ένα ολόκληρο καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο εμφανίστηκε στη σκηνή όταν αυτός ήταν σε ηλικία 5 χρονών, ενώ ο Καστέλι το ανακάλυψε μόνος του όταν έφτανε τα σχεδόν 50 του χρόνια.

«LeoCastelli: Κάνοντας Εμπόριο με Μύθους,» της Μαρίλ Σεκρέστ

(“Leo Castelli: Dealing in Myths,” by Meryle Secrest

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1988

Είναι περασμένες 8:30, Πέμπτη βράδυ, και οι εργαζόμενοι της WallStreet τελειώνουν τα τελευταία τους γεύματα στο Barocco, στην ChurchStreet της TriBeCa, αφήνοντας τη νυχτερινή βάρδια για τον κόσμο της τέχνης. Δεν έχει σημασία τι εποχή του χρόνου είναι, το εστιατόριο πάντα έχει την αίσθηση του καλοκαιριού. Ο πρασινωπός φωτισμός, οι γυάλινοι τοίχοι, οι κουρτίνες στο σχήμα καμπάνας στις πόρτες: όλα σε κάνουν να νιώθεις ότι τρως το βραδινό σου δίπλα σε μια πισίνα. Αλλά όπως και άλλοι τόποι συνάντησης του καλλιτεχνικού χώρου, το Odeon (το κλασικό), το CanalBar (νέο και άγριο), το Jerry's (μεσημεριανό), το Barocco είναι επίσης σα μια γυάλα.

Υπάρχουν και πιο ήρεμα μέρη για να φάει κάποιος, αλλά αν θες να σε δουν να τρως, το Barocco είναι ο καλύτερος χώρος, ειδικά τις Πέμπτες. Όπως το θέτει η σχετικά συχνή θαμώνας και έμπορος τέχνης Τζανέλ Ρέιρινγκ (JanelleReiring), η ατμόσφαιρα του χώρου «έχει να κάνει πολύ με τους ιδιοκτήτες: φαίνεται ότι από την αρχή ο στόχος τους ήταν ο κόσμος της τέχνης.»

«Downtown Fare», της Μέρι Έλεν Χάους

(“Downtown Fare,” by Mary Ellen Haus)

 

ΜΑΡΤΗΣ 1989

«Δε συμπαθώ ιδιαίτερα τους εμπόρους τέχνης και δεν απολαμβάνω τη διαδικασία πώλησης τέχνης -σχεδόν όλες οι συζητήσεις που κάνεις καταλήγουν στα λεφτά. Δεν είναι όμως αυτά το πιο σημαντικό πράγμα στην τέχνη». Η Πόλα Κούπερ εξέφρασε αυτή την άποψη πολλές φορές τα τελευταία 20 χρόνια που ασχολείται με τις τέχνες. Παρ' όλ' αυτά, αυτά τα συναισθήματα, όσο αθώα και ιδεαλιστικά κι αν ακούγονται, έγιναν το σήμα κατατεθέν της.

Η βετεράνος έμπορος τέχνης της Νέας Υόρκης κατάφερε να επιτύχει σε τέτοιο βαθμό, που θεωρείται πλέον ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα στη σύγχρονη τέχνη. Ήταν η πρώτη έμπορος τέχνης που χαρτογράφησε την καλλιτεχνική μεθόριο του SoHo. Η φεμινίστρια που, προωθώντας γυναίκες καλλιτέχνες, βοήθησε στην κατάρριψη του ανδροκρατούμενου κόσμου της τέχνης της δεκαετίας του '70.

[...]

«Όταν άρχισα δεν ήμουν πολύ ξεκάθαρη», λέει η Κούπερ, κοιτάζοντας πίσω σε εκείνα χρόνια.
Έψαχνα τον δρόμο μου. Απλά έκανα παρέα με τους καλλιτέχνες της γενιάς μου και ακολουθούσα αυτά που έκαναν. Δεν είχα ιδέα για τη διαφήμιση. Πίστευα ότι, αν η τέχνη είναι καλή, οι άνθρωποι θα έρθουν. Αυτό πίστευα ακόμη κι όταν πήγα στο SoHo, όταν όλοι μου έλεγαν ότι δε θα έρθει κανείς εκεί να δει τέχνη.»

«Πόλα Κούπερ: Αρκετά Αντίθετα», του Τζον Χάουελ

(“Paula Cooper: Quite Contrary,” by John Howell)

 

ΜΑΡΤΗΣ 2010

Στα 57 του χρόνια, ο Τζέφρι Ντάιτς έχει έναν ήρεμο αλλά νεανικό αέρα, κάτι στο οποίο βοηθούν τα χαρακτηριστικά γυαλιά του σε σχήμα κουκουβάγιας, τα preppy παντελόνια και το σακάκι του…

Το 1996 ο έμπορος τέχνης άνοιξε την γκαλερί DeitchProjects. Το όνομα ήταν κυριολεκτικό: η γκαλερί προσέφερε έως 25.000 δολάρια και άφθονο χώρο σε καλλιτέχνες που είχαν φιλοδοξίες πέρα από τους περιορισμούς των εργαστηρίων τους, με την προϋπόθεση ότι δεν είχαν κάνει άλλη ατομική έκθεση στη Νέα Υόρκη. Τα τελευταία χρόνια, η DeitchProjects έγινε διάσημη για μερικά από τα πιο εντυπωσιακά εγχειρήματά της, όπως το HamsterNest, μια εγκατάσταση από τον Νταν Κόλεν (DanColen) και τον Ντας Σνόου (DashSnow), (μια δωρεάν διανυκτέρευση με 30 περίπου καλλιτέχνες να χοροπηδούν ανάμεσα σε εκατοντάδες σκισμένους τηλεφωνικούς καταλόγους) και μια Καλλιτεχνική Παρέλαση στο ύφος του Mardi Gras (σ.σ. καρναβάλι στη Νέα Ορλεάνη). Του ίδιου του Ντάιτς τού κίνησε το ενδιαφέρον ένα νέο είδος τέχνης δρόμου, που θυμίζει το EastVillage της δεκαετίας του '80...

«On With the Shows», της Αν Λάντι

(“On With the Shows,” by Ann Landi)

 

14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015

Ένα πρόσφατο βράδυ στη SoHo, δεν υπήρχε κόσμος έξω από τη 76 GrandStreet. Δεν υπήρχε κάποια περφόρμανς που να απασχολήσει το διπλανό διάδρομο. Υπήρχε απλά ένα όνομα στην πόρτα: Τζέφρι Ντάιτς.

Αυτή ήταν η αρχική διεύθυνση της διάσημης γκαλερί του Ντάιτς, της DeitchProjects, η οποία έγινε διάσημη την τελευταία δεκαετία για τα πλούσια πάρτι εγκαινίων και λόγω του ότι βοήθησε στην ανάδειξη ενός νέου κινήματος καλλιτεχνών. Η γκαλερί έκλεισε το Μάιο του 2010, όταν ο Ντάιτς έγινε διευθυντής στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Λος Άντζελες, μια θέση στην οποία παρέμεινε για τρία ανήσυχα χρόνια, πριν επιστρέψει στην Νέα Υόρκη... Παρέμεινε όρθιος στα πόδια του, φορώντας ένα ανοιχτό μπλε μπλουζάκι.

«Πάντα είχα σκοπό να γυρίσω πίσω,» είπε για το χώρο. «Είναι η τέλεια τοποθεσία και νιώθω πολύ άνετα εδώ. Έχω κάνει, για να δούμε, μπορεί και 150 εκθέσεις εδώ; Οπότε νιώθω ιδιαίτερα άνετα.»

«Ο Τζέφρι Ντάιτς για τη Μεγάλη του Επιστροφή στον Πολυώροφο Χώρο της SoHo», του Νέιτ Φρίμαν (“JeffreyDeitchonHisGrandReturntoHisStoriedSoHoSpace,” byNateFreeman)

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος

Πηγή: artnews.com