Ο OPEC+ αποφεύγει να ανοίξει τα χαρτιά του
Πετρέλαιο

Ο OPEC+ αποφεύγει να ανοίξει τα χαρτιά του

Παρά τις διάφορες εκτιμήσεις και την σχετική φιλολογία, η διαδικτυακή διάσκεψη των χωρών μελών του OPEC το Σάββατο και η αντίστοιχη του OPEC + χθες Κυριακή, η οποία κράτησε μόλις είκοσι λεπτά της ώρας, δεν μας έφεραν κανένα νέο παρά μάλλον «μία από τα ίδια».

Η αλήθεια είναι πως δεν τους αδικούμε. Μέσα σε μία αρκετά μπερδεμένη κατάσταση, η αποφυγή λήψης νέων αποφάσεων φαίνεται αρκετά λογική κίνηση.

Δύο μήνες μετά τον αιφνιδιασμό των δυτικών χωρών και κυρίως των ΗΠΑ με την απόφαση του διευρυμένου πετρελαϊκού καρτέλ για περικοπή της παραγωγής κατά 2 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου από τον φετινό Νοέμβριο μέχρι το τέλος του 2023, η προοπτική μίας νέας αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ ίσως να μην ενθουσιάζει την Σαουδική Αραβία, χωρίς την συναίνεση της οποίας είναι σχεδόν αδύνατη η λήψη οποιασδήποτε σοβαρής απόφασης.

Η κατάσταση στην παγκόσμια πετρελαϊκή αγορά είναι όντως πολύ μπερδεμένη, καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη τρία ζητήματα μεγάλης σημασίας με αβέβαιη έκβαση. 

Πρώτο θέμα είναι η αδυναμία της κινεζικής οικονομίας και η επακόλουθη μείωση της ζήτησης για πετρέλαιο. Η διαφαινόμενη αλλαγή πολιτικής Zero Covid αναμένεται να προκαλέσει, θεωρητικά τουλάχιστον, αύξηση της ζήτησης αργού πετρελαίου. Όμως είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί το πότε θα αρχίσει να επανέρχεται η κινεζική όρεξη.

Ούτε είναι σίγουρο πως θα επανέλθει σε σημαντικό βαθμό αφού η οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει και άλλα δομικά προβλήματα, η ανάλυση των οποίων δεν είναι και τόσο εύκολη για τους δυτικούς ειδικούς. 

Το δεύτερο θέμα σχετίζεται με την ζήτηση από τις δυτικές χώρες, η οποία επηρεάζεται από την αναιμική οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων μηνών και θα επηρεαστεί ακόμα περισσότερο αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις της πλειονότητας των οικονομικών αναλυτών για επικείμενη διολίσθηση σε κατάσταση οικονομικής ύφεσης τους επόμενους μήνες. 

Το τρίτο θέμα, το θέμα των ημερών εδώ που τα λέμε, είναι η εφαρμογή από σήμερα των διάφορων μέτρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των χωρών του G7 και της Αυστραλίας σχετικά με το ρωσικό αργό πετρέλαιο.

Όπως ξέρουμε πλέον, εκτός από την απαγόρευση εισαγωγής ρωσικού πετρελαίου δια θαλάσσης για τις χώρες της Ε.Ε. από σήμερα μπαίνει σε εφαρμογή και ο μηχανισμός απαγόρευσης αγοράς ρωσικού αργού πετρελαίου (πάλι δια θαλάσσης) σε τιμές πάνω από 60 δολάρια/βαρέλι.

Η απαγόρευση αφορά βέβαια μόνο στις επιχειρήσεις με έδρα τις χώρες της Ε.Ε., του G7 και την Αυστραλία, ναυτιλιακές, ασφαλιστικές, πετρελαϊκές κ.λ.π. Μετά από έντονες συζητήσεις και πολυήμερες διαβουλεύσεις, οι χώρες της Ε.Ε., της G7 και η Αυστραλία συμφώνησαν στην τιμή των 60 δολαρίων/βαρέλι, κατεβαίνοντας από το αρχικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο η τιμή θα ήταν πιο κοντά στα 70 παρά στα 60 δολάρια/βαρέλι.

Στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει αυτή την στιγμή αν, πως και πόσο θα επιδράσει αυτή η απαγόρευση στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Η φιλοσοφία αυτής της απαγόρευσης, όπως τουλάχιστον την έχει εκφράσει η αμερικανική πλευρά, είναι να περιορίσει τα έσοδα του ρωσικού δημοσίου, χωρίς να σταματήσει η ροή πετρελαίου από την Ρωσία προς τις παγκόσμιες αγορές, αφού η Ρωσία θα υποχρεωθεί να πουλάει το πετρέλαιό της με έκπτωση.

Αυτό βέβαια γίνεται ήδη εδώ και πολλούς μήνες, από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Από την μεριά της η Ρωσία δηλώνει πως δεν θα δεχθεί την επιβολή ανώτατης τιμής στην πώληση του πετρελαίου της και απειλεί με λήψη μέτρων που θα πλήξουν τους εμπνευστές αυτής της πολιτικής.

Από πολλές μεριές πιθανολογείται μείωση της παραγωγής από πλευράς Ρωσίας αλλά ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος γι’ αυτό αφού θα πλήξει και την ίδια και τα έσοδά της και σίγουρα δεν θα ενθουσιάσει τους νέους μεγάλους πελάτες της, την Κίνα και την Ινδία. 

Με τρία τόσο σημαντικά ζητήματα σε εξέλιξη και με αβέβαιη έκβαση δεν προκαλεί καμία έκπληξη η απουσία κάποιας νέας απόφασης από την διάσκεψη των χωρών του OPEC και του OPEC+. Όταν υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα για την εξέλιξη της ζήτησης εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης στην Κίνα και τις δυτικές χώρες και για την προσφορά εξαιτίας της εφαρμογής της ανώτατης τιμής πώλησης του ρωσικού πετρελαίου η πιο λογική κίνηση είναι η απουσία κίνησης μέχρι νεωτέρας.

Αυτό συμπεραίνουμε και από το γεγονός πως οι 23 χώρες που απαρτίζουν τον OPEC+ όρισαν το επόμενο ραντεβού σε επίπεδο υπουργών για την 1η Φεβρουαρίου του 2023 και την επόμενη διάσκεψη κορυφής για την 4η Ιουνίου.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι αδύνατη η οποιαδήποτε εξαγωγή συμπερασμάτων από την δική μας μεριά. Και μόνο το γεγονός πως, όπως τουλάχιστον λένε οι πληροφορίες του Reuters, στην Σαββατιάτικη διαδικτυακή σύσκεψη των μελών του OPEC δεν συζητήθηκε καθόλου το ζήτημα του ρωσικού πετρελαίου και της έναρξης εφαρμογής των νέων μέτρων, δείχνει πως το καρτέλ δεν επιθυμεί να δώσει την εντύπωση πως παίρνει το μέρος της Ρωσίας στην διαμάχη της με τις δυτικές χώρες και τις ΗΠΑ.

Μπορεί οι παραγωγοί χώρες που συμμετέχουν στον OPEC, ειδικά οι χώρες του Περσικού Κόλπου, να στρέφουν σταδιακά το ενδιαφέρον τους προς τις ασιατικές αγορές και να μην βλέπουν πλέον τις δυτικές χώρες με το ίδιο μάτι, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θέλουν να χαλάσουν και τις σχέσεις τους με αυτές. Μετά το πολύ κακό κλίμα που δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο από την απόφαση για περικοπή της παραγωγής τους κατά 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα (περίπου το 2% της παγκόσμιας παραγωγής) και τις «κορώνες» του Τζο Μπάιντεν κατά της Σαουδικής Αραβίας, τα πράγματα έχουν ηρεμήσει καθώς και οι δύο πλευρές ξέρουν πως θα συνεργάζονται για πολλά χρόνια ακόμα. 

Η γενικά επιφυλακτική στάση των χωρών του Κόλπου αλλά και η διάθεση για συνεργασία με την Δύση ήταν φανερή στις δηλώσεις του επικεφαλής της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας του Κουβέιτ την Παρασκευή που μας πέρασε στην τηλεόραση του Bloomberg.

Ο σεΐχης Nawaf Al-Sabah αποκάλυψε πως η εταιρεία του προβληματίζεται για το επίπεδο της ζήτησης τους επόμενους μήνες καθώς οι περισσότεροι πελάτες της δηλώνουν πως ή θα κρατήσουν σταθερές τις παραγγελίες τους ή θα τις μειώσουν κατά τι από την αρχή του 2023.

Ο ίδιος αναφέρθηκε και στην ανησυχία της επιχείρησής του για τις συνέπειες τυχόν οικονομικής ύφεσης στην ζήτηση για πετρέλαιο. Ακόμα πιο ενδιαφέρον όμως ήταν αυτό που είπε σχετικά με την λειτουργία των νέων εκσυγχρονισμένων διυλιστηρίων της Kuwait Petroleum Corporation που έχουν ανεβάσει πολύ την παραγωγική τους δυναμικότητα.

Ο Al-Sabah εκτίμησε πως τα επόμενα χρόνια, αρχής γενομένης από το 2023, θα αυξάνονται σταθερά οι εξαγωγές ντίζελ, αεροπορικών καυσίμων και άλλων παραγώγων του πετρελαίου προς τις Ευρωπαϊκές χώρες με ταυτόχρονη αύξηση των αντίστοιχων ρωσικών εξαγωγών προς τις Ασιατικές χώρες. 

Το τελευταίο σκέλος των δηλώσεων του κουβεϊτιανού αξιωματούχου επιβεβαιώνουν αυτό που υποστηρίζουν αρκετοί παράγοντες, το οποίο μας βρίσκει σύμφωνους, πως δηλαδή η μεγάλη αναταραχή που έφερε το 2022 και ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν θα μειώσει το πετρέλαιο που κυκλοφορεί στον κόσμο, θα αλλάξει όμως τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς και θα φέρει νέες ισορροπίες. 

Μιλώντας για ισορροπία, είναι φανερό πως τους τελευταίους μήνες η τιμή του αργού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές έχει ηρεμήσει αρκετά και κυμαίνεται μέσα σε ένα εύρος 15 – 20 δολαρίων/βαρέλι. Το αμερικανικό συμβόλαιο πετρελαίου (West Texas Intermediate) δεν πέφτει κάτω από τα 75 δολάρια/βαρέλι και δεν ξεπερνά τα 90, ενώ κάτι παρόμοιο γίνεται και στο ευρωπαϊκό Brent σε λίγο υψηλότερες τιμές.

Έχουμε δηλαδή επιστρέψει κοντά στα επίπεδα διακύμανσης πριν την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Παρά το γεγονός πως οι τιμές αυτές μας φαίνονται σχετικά ακριβές, είναι αλήθεια πως δεν είναι εξωφρενικές όπως αυτές στις οποίες έφθασε κάποια στιγμή το φυσικό αέριο.

Ίσως, μάλιστα να βολεύουν αρκετούς από τους εμπλεκόμενους. Την Σαουδική Αραβία και τον πυρήνα των χωρών του OPEC γιατί δεν απέχουν πολύ από την επιθυμητή για αυτές τιμή που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις είναι κοντά στα 90 δολάρια/βαρέλι. Την Ρωσία γιατί τις δίνουν το περιθώριο να πουλάει σε ικανοποιητικές τιμές ακόμα και με την έκπτωση με την οποία αναγκάζεται να πουλήσει.

Απ’ ότι φαίνεται, μάλλον βολεύει και τις ΗΠΑ., καθώς εξασφαλίζουν καλά κέρδη στις πετρελαϊκές της εταιρείες και είναι αρκετά ψηλές για να αποτελέσουν κίνητρο αύξησης της παραγωγής εντός των ΗΠΑ. Ειδικά για το τελευταίο, αρκετά ενδιαφέρουσα είναι και η πρόθεση της κυβέρνησης Μπάιντεν όπως εκδηλώθηκε τον Νοέμβριο, να αρχίσει να αγοράζει αργό πετρέλαιο με σκοπό την πλήρωση των δεξαμενών αργού πετρελαίου των Στρατηγικών Αποθεμάτων της χώρας, αν η χρηματιστηριακή τιμή του αργού πετρελαίου πλησιάσει προς τα 70 δολάρια/βαρέλι.

Προς το παρόν, οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου δεν φαίνεται να πείθονται, καθώς θεωρούν τις σχετικές ανακοινώσεις κάπως αόριστες. Παρ’ όλα αυτά όμως, η αναφορά στην συγκεκριμένη τιμή δείχνει πως, κατά πάσα πιθανότητα η αμερικανική πλευρά δεν θεωρεί αυτά τα επίπεδα τιμών βλαπτικά για την οικονομία των ΗΠΑ. 

Αν δεν αλλάξει κάτι δραστικά, είτε από μία έντονη οικονομική ύφεση είτε από μία ξαφνική μεγάλη αύξηση της ζήτησης από την Κίνα είτε από παρενέργειες της ανώτατης τιμής για το ρωσικό πετρέλαιο, τολμούμε να υποθέσουμε πως η προσπάθεια των μεγάλων δυνάμεων του πετρελαίου θα είναι να μην ξεφύγει και πολύ από το εύρος διακύμανσης των τελευταίων μηνών. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως θα τα καταφέρουν κιόλας.