Συνεχές φαινόμενο και πρόληψη
Shutterstock
Shutterstock
Σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων

Συνεχές φαινόμενο και πρόληψη

Τα εγκλήματα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων εγείρουν θέματα που εμπλέκουν ολόκληρη την κοινωνία. Θέματα πρόληψης αλλά και αντιμετώπισης του φαινομένου. Αυτός είναι και ο λόγος που προκαλούν το ενδιαφέρον των περισσοτέρων πολιτών.

Η σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, ο βιασμός καθώς και η ενδοοικογενιακή βία είναι εγκλήματα που βρίσκονται στην αθέατη πλευρά της εγκληματικότητας. Ο σκοτεινός αριθμός αυτών των εγκλημάτων είναι υψηλός γιατί ένα μόνο ποσοστό καταγγέλλεται.

Οι περισσότερες καταγγελίες σήμερα σχετίζονται με τα κινήματα απενοχοποίησης των θυμάτων, το metoo, τις περισσότερες δομές και τα μέσα στήριξης που διαθέτουμε, καθώς και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που έχουμε στις μέρες μας. Πρόκειται ωστόσο για εγκληματική συμπεριφορά που εμφανίζεται σταθερά, καθολικά και διαχρονικά. 

Ένα συνεχές

Οι child molesters δεν είναι νέο φαινόμενο. Μάλιστα αν παρακολουθήσουμε ιστορικά το φαινόμενο θα δούμε ότι αργήσαμε ως κοινωνίες, σε παγκόσμιο επίπεδο, να αναγνωρίσουμε το έγκλημα και να αντιληφθούμε το ψυχικό τραύμα που προκαλείται στα ανήλικα θύματα.

Σε καταγεγραμμένα ιστορικά στοιχεία από προηγούμενους αιώνες, σημειώνεται ότι «ο βιασμός παιδιών ήταν η πιο συχνή μορφή σεξουαλικής κακοποίησης» ενώ έρευνες από τη δεκαετία του 1950 σημειώνουν ότι το ένα τέταρτο των κοριτσιών κάτω των 14 ετών ανέφεραν ότι είχαν βιώσει κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης. Το ποσοστό αυτό είναι συγκρίσιμο με το ποσοστό των περιστατικών που αναφέρονται σήμερα.

Αρχικά οι επιστήμονες και οι ειδικοί εστίαζαν στη σωματική βλάβη του ανηλίκου και στο πώς αντιμετώπιζε η κλειστή κοινωνία το θύμα. Σήμερα η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών δεν είναι πλέον ιδιωτικό θέμα όπως παλαιότερα. Η ευαισθητοποίηση του κοινού έχει μετατοπίσει την εστίασή της από τον ενήλικα στο παιδί και η ανησυχία δεν αφορά μόνο τα κορίτσια αλλά, από τη δεκαετία του 1930 και μετά, περιλαμβάνει και τα αγόρια. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό θυμάτων είναι τα κορίτσια. 

Μελετώντας την ιστορική συνέχεια του φαινομένου αντιλαμβανόμαστε ότι οι πολιτικές προτάσεις και οι φωνές πολιτών που ικανοποιούν το θυμικό, είναι αναποτελεσματικές και εκτός νομικού πλαισίου. Τίθεται και το ερώτημα για τη μορφή ενός Κράτους που θα αντιμετώπιζε τους δράστες με μέτρο την εξόντωση και όχι με προστατευτικά μέτρα και με μέτρα περιορισμού και επιτήρησης. Η «Λύντσειος τιμωρία» πλήττει τελικά την κοινωνία. 

Η Πρόληψη

Οι παράγοντες κινδύνου αφορούν τόσο το οικογενειακό περιβάλλον όσο και το άτομο. Επιπλέον σε κάποιες περιπτώσεις παρουσιάζεται ένας κύκλος βίας. Ο ενήλικας που κακοποιείται ως παιδί και γίνεται κατόπιν δράστης. Σήμερα έχουμε και νέους τρόπους διάπραξης «παραδοσιακών» εγκλημάτων. Το διαδίκτυο μέσω της ανωνυμίας που προσφέρει συμβάλλει τόσο στην επαφή παιδόφιλων με ανηλίκους αλλά και στην εκμάθηση νέων τεχνικών προσέγγισης και τρόπου δράσης. 

Η ανάλυση της εγκληματικής πράξης θα πρέπει να περιλαμβάνει την τριάδα: δράστης (ατομικά χαρακτηριστικά), πλαίσιο και ευκαιρίες τέλεσης του εγκλήματος (καμιά συμπεριφορά δεν εκδηλώνεται στο κενό - το ίδιο και η εγκληματική συμπεριφορά) και φυσικά παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με το θύμα. Να τονιστεί ότι το πέρασμα στην εγκληματική πράξη βαραίνει τον δράστη γιατί αυτός λαμβάνει την απόφαση τέλεσης της πράξης. Η ευαλωτότητα των θυμάτων αναλύεται για λόγους πρόληψης.

Αν προσθέταμε στο πλαίσιο και τους ιδιαίτερους ελεγκτικούς μηχανισμούς από την πλευρά της Πολιτείας, θα σχηματιζόταν ένα τετράγωνο που θα ενέπλεκε όλους τους φορείς κοινωνικού ελέγχου καθώς και τους φορείς πρόνοιας:

Η Βία και οι Δράστες

Οι δράστες αυτού του είδους των εγκλημάτων συνήθως δεν χρησιμοποιούν βία κατά τη τέλεση των εγκλημάτων, ενώ εγκληματούν κατ’ εξακολούθηση. Ακολουθούν διαδικασίες που εμπλέκουν σταδιακά το παιδί μέσω της χειραγώγησης και της πειθούς. Προσπαθούν να παίξουν τον ρόλο του έμπιστου ατόμου και να καλύψουν τα όποια κενά υπάρχουν ή την έλλειψη αυτοπεποίθησης του παιδιού. Ένα μεγάλο ποσοστό αφορά δράστες από το οικογενειακό περιβάλλον ή φροντιστές του παιδιού.

Οι δράστες μέσω τεχνικών εξουδετέρωσης, μέσω της εκλογίκευσης και μέσω ενός στρεβλού τρόπου σκέψης, αποποιούνται την ευθύνη και τη διαχέουν κυρίως στο θύμα και σε δεύτερο επίπεδο στην κοινωνία. Όταν αναφερόμαστε σε παιδόφιλους εννοούμε ενήλικα άτομα (συνήθως άνδρες) που αισθάνονται σεξουαλική έλξη για παιδιά. Μπορεί να προτιμούν ένα συγκεκριμένο φύλο ή να έλκονται σεξουαλικά και από τα δύο φύλα. Ένας παιδόφιλος δεν είναι δράστης σεξουαλικού αδικήματος μέχρι τη στιγμή που θα ενεργήσει βάσει των σεξουαλικών του παρορμήσεων. 

Οι δράστες μπορούν να αποτραπούν όταν οι άνθρωποι εκπαιδεύονται και μιλούν ανοιχτά για την σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. Η σιωπή διαιωνίζει το έγκλημα. Μπορούμε επίσης να ελαχιστοποιήσουμε τις ευκαιρίες διάπραξης μέσω της επιτήρησης και των ελεγκτικών μηχανισμών της Πολιτείας αλλά και μέσω της εγρήγορσης της οικογένειας.

Σε ένα μεγάλο βαθμό έχει υπάρξει ενημέρωση και εκπαίδευση των επίσημων φορέων κοινωνικού ελέγχου καθώς και όσων ασχολούνται με υπηρεσίες υγείας προκειμένου να αντιμετωπίζουν με τον σωστό τρόπο τα περιστατικά αυτά.

Φυσικά μένουν πολλά βήματα ακόμα για να βελτιώσουμε το κράτος πρόνοιας ώστε τα «ραντάρ» να εντοπίζουν παράγοντες κινδύνου και να λειτουργούν προληπτικά και προστατευτικά. Να αντιλαμβάνονται την ευαλωτότητα των περιπτώσεων και να χρησιμοποιούν θεραπευτικά μέτρα και μέτρα στήριξης της οικογενειών και των ατόμων. 

*Η Έλενα Συρμαλή, είναι εγκληματολόγος, MA Criminologist, MSc in Forensic Psychiatry, MSc in International Relations, Strategy & Security