Το ζήτημα του νεποτισμού και της οικογενειοκρατίας αποτελεί μία από τις πλέον συζητημένες παθογένειες της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Παρά τις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων δεκαετιών, το φαινόμενο της «ακαδημαϊκής ενδογαμίας» (academic inbreeding) παραμένει δομικό χαρακτηριστικό πολλών ιδρυμάτων, επηρεάζοντας την αξιοκρατία, την ποιότητα της έρευνας και τη διεθνή εικόνα των ελληνικών πανεπιστημίων.
Στην ακαδημαϊκή ορολογία, ο νεποτισμός συναντάται συχνά υπό τη μορφή της ενδογαμίας δηλαδή της πρακτικής ενός πανεπιστημίου να προσλαμβάνει ως μέλη ΔΕΠ (Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό) εκτός από τους συγγενείς μελών ΔΕΠ που ήδη υπηρετούν στο ίδρυμα και τους δικούς του αποφοίτους ή διδάκτορες.
Η πρακτική αυτή θεωρείται γενικώς αποτυχημένη και επιβλαβής για την ακαδημαϊκή κοινότητα, καθώς παρακωλύει την εισροή ιδεών από εξωτερικές πηγές, ακριβώς όπως η γενετική ενδογαμία εμποδίζει την εισαγωγή νέων γονιδίων σε έναν πληθυσμό.
Συχνά, οι προκηρύξεις θέσεων μελών ΔΕΠ με περιγραφές των γνωστικών αντικειμένων είναι τόσο εξειδικευμένες, ώστε να ταιριάζουν «φωτογραφικά» στο βιογραφικό ενός συγκεκριμένου υποψηφίου, ο οποίος συνήθως είναι προστατευόμενος ή συγγενής εν ενεργεία καθηγητή. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις η εξειδίκευση της προκήρυξης είναι αναγκαία.
Μελέτες στο παρελθόν έχουν δείξει ότι η Ελλάδα κατέχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ακαδημαϊκής ενδογαμίας στην Ευρώπη. Σε ορισμένα τμήματα, το ποσοστό των καθηγητών που έλαβαν το διδακτορικό τους από το ίδιο τμήμα στο οποίο διδάσκουν ξεπερνούσε το 60 -70%.
Βάσει εκτιμήσεων Ακαδημαϊκών Μελετών, ο Δείκτης Ενδογαμίας (PhD από το ίδιο ίδρυμα) στο ΕΚΠΑ είναι 70% - 75%, στο ΑΠΘ 65% - 70%, στα Περιφερειακά πανεπιστήμια 40% - 55%, ενώ ο αντίστοιχος Ευρωπαϊκός Μ.Ο. είναι μικρότερος του 20%.
Αντίστοιχα το Εκτιμώμενο Ποσοστό Συγγενικών Σχέσεων στην Ιατρική είναι στο ΕΚΠΑ είναι 18% - 22%, στο ΑΠΘ 15% - 18%, στα Περιφερειακά πανεπιστήμια 8% - 12%, ενώ ο αντίστοιχος Ευρωπαϊκός Μ.Ο. είναι μικρότερος του 2%.
Δεν υπάρχουν ακριβή νούμερα λόγω νομικού κωλύματος και προσωπικών δεδομένων που εμποδίζουν τη δημοσιοποίηση λιστών συγγένειας και λόγω του έμμεσου νεποτισμού, αφού πολλές φορές η συγγένεια δεν είναι άμεση (π.χ. παιδί καθηγητή), αλλά έμμεση (π.χ. σύζυγοι, κουμπάροι ή «πνευματικά παιδιά»/προστατευόμενοι).
Ειδικά οι Ιατρικές Σχολές στην Ελλάδα αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου ο νεποτισμός προσλαμβάνει διαστάσεις «δυναστείας». Λόγω του υψηλού κοινωνικού κύρους και των οικονομικών προοπτικών που προσφέρει το επάγγελμα, η διαδοχή στην ακαδημαϊκή ιεραρχία θεωρείται από πολλούς ως «οικογενειακή υπόθεση».
Η παραπάνω κριτική περιγραφή δεν εστιάζει στην ικανότητα των συγκεκριμένων ατόμων —πολλοί εκ των οποίων είναι αξιόλογοι επιστήμονες— αλλά στην άνιση αφετηρία και στον αποκλεισμό επιστημόνων που, αν και πιο προσοντούχοι, δεν ανήκουν στο επονομαζόμενο και «ακαδημαϊκό κατεστημένο».
Υπάρχει βεβαίως η αντίληψη που έχει βάση αλήθειας ότι το τέκνο ακαδημαϊκού αποκτά νωρίτερα παραστάσεις, μαθαίνει νωρίς τον ακαδημαϊκό κώδικα, αποκτά δίκτυα και καθοδήγηση από το σπίτι. Αυτό αντιστοιχεί στην έννοια του πολιτισμικού κεφαλαίου (cultural capital) του κοινωνιολόγου Pierre Bourdieu.
Ωστόσο, ο αντίλογος είναι ισχυρός και τριπλός:
- Το πανεπιστήμιο παύει να λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής κινητικότητας και μετατρέπεται σε κλειστό σύλλογο όπου η πρόσβαση εξαρτάται από την καταγωγή και όχι το ταλέντο.
- Η αντικειμενικότητα κριτών που είναι συνάδελφοι του γονέα παραμένει αμφίβολη εκ των πραγμάτων.
- Το χαμένο ταλέντο: Ο υποψήφιος που έφτασε στο ίδιο επίπεδο χωρίς τα ίδια προνόμια πιθανώς διαθέτει μεγαλύτερη δυναμική. Αν το σύστημα τον απορρίψει, χάνει ένα δυνητικά λαμπρότερο επιστήμονα.
Η επικράτηση του νεποτισμού έχει σοβαρές επιπτώσεις και συνέπειες στη λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας διότι προκαλεί:
Υποβάθμιση της Έρευνας, όταν η επιλογή γίνεται αποκλειστικά με κριτήρια ενδογαμίας ή συγγένειας και όχι αριστείας, η ποιότητα της παραγόμενης έρευνας τείνει να μένει στάσιμη, καθώς λείπει η εισροή νέων ιδεών από διαφορετικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Συνεπώς δεν πρόκειται μόνο για ηθικό ζήτημα. Η ακαδημαϊκή ενδογαμία έχει μετρήσιμες, αρνητικές επιπτώσεις στην ερευνητική παραγωγή. Υπάρχουν μελέτες που αναφέρουν ότι ο δείκτης h-index των «ενδογαμικά» προσληφθέντων ακαδημαϊκών είναι κατά 89% χαμηλότερος σε σύγκριση με εκείνους που προσλήφθηκαν από άλλα ιδρύματα και άλλες που περιγράφουν ότι όσοι προέρχονται από άλλα πανεπιστήμια έχουν δείκτες h-index κατά 35% υψηλότερους σε σύγκριση με τους «ενδογαμικά» προσληφθέντες.
Κρίση Εμπιστοσύνης, αφού οι φοιτητές και η κοινή γνώμη χάνουν την εμπιστοσύνη τους στον θεσμό του Πανεπιστημίου, βλέποντάς το ως έναν κλειστό μηχανισμό αναπαραγωγής ελίτ. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται δύο κυρίως τάσεις στη στάση των φοιτητών απέναντι στον ακαδημαϊκό νεποτισμό. Ενσωμάτωση σε μηχανισμούς μέσω των κομματικών παρατάξεων ή Brain Drain (Διαρροή Εγκεφάλων) το οποίο δεν χρειάζεται ανάλυση.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήματα για τον περιορισμό του φαινομένου, όπως: η υποχρεωτική συμμετοχή καθηγητών από πανεπιστήμια του εξωτερικού στα εκλεκτορικά σώματα και η ψηφιοποίηση των διαδικασιών μέσω του συστήματος ΑΠΕΛΛΑ. Όμως παρά την εισαγωγή του συστήματος «ΑΠΕΛΛΑ» και τη συμμετοχή εξωτερικών εκλεκτόρων, η επιρροή των εσωτερικών μελών παραμένει ισχυρή, καθώς οι εσωτερικοί συσχετισμοί και οι «ανταλλαγές ψήφων» μεταξύ καθηγητών συχνά καθορίζουν το αποτέλεσμα.
Λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας, ο «κανόνας της απομάκρυνσης» (υποχρεωτική σταδιοδρομία σε άλλο ίδρυμα) κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε γεωγραφική «ανταλλαγή χαρών» μεταξύ καθηγητών διαφορετικών πόλεων. Επιπλέον, συνταγματικά εμπόδια (άρθρο 16, πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση, δικαίωμα στην εργασία) περιορίζουν τις νομοθετικές παρεμβάσεις.
Η πιο αξιόπιστη λύση που προτείνεται είναι η πραγματική διεθνοποίηση των εκλεκτορικών σωμάτων: με αποκλειστικά ξένους και ανώνυμους ίσως εκλέκτορες που δεν επιλέγονται από το ίδιο το τμήμα αλλά μέσω τυχαίας κλήρωσης από μεγάλη και διεθνή δεξαμενή επιστημόνων, ώστε να αποκλειστούν οι «φιλικοί» εξωτερικοί εκλέκτορες. Ένα επιπλέον εργαλείο θα ήταν η σύνδεση της χρηματοδότησης τμημάτων με δείκτες ενδογαμίας και παραγωγής ερευνητικού έργου δημιουργώντας έτσι οικονομικό κίνητρο για αξιοκρατία.
Η ακαδημαϊκή κοινότητα στην Ελλάδα λειτουργεί συχνά ως ένα κλειστό σύστημα αυτοπαραγωγής. Η ρίζα του προβλήματος παραμένει πολιτισμική και δομική.
Η μείωση του νεποτισμού απαιτεί όχι μόνο νόμους, αλλά και μια ριζική αλλαγή στη νοοτροπία της ίδιας της ακαδημαϊκής κοινότητας, με στόχο την πλήρη διαφάνεια, την ουσιαστική λογοδοσία και την χρηματοδότηση ως εργαλείο ελέγχου και μείωσης του φαινομένου.
* Ο Βασίλειος Κοζομπόλης είναι καθηγητής οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών
