Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) στην Αθήνα πραγματοποίησε την περασμένη εβδομάδα έρευνες και κατασχέσεις σε διάφορες τοποθεσίες στην Αττική και την Καστοριά, στο πλαίσιο συνεχιζόμενης έρευνας για εικαζόμενη απάτη τύπου «carousel» στον ΦΠΑ, που συνδέεται με το εμπόριο μικρών ηλεκτρονικών ειδών και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Η έρευνα, η οποία ξεκίνησε πριν από περίπου έναν χρόνο, αποκάλυψε μέχρι στιγμής ένα σύνθετο δίκτυο εταιρειών εγκατεστημένων στη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία και την Ελλάδα, οι οποίες φέρονται να χρησιμοποιούνταν για τη διακίνηση μικρών ηλεκτρονικών ειδών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα εικαζόμενο κύκλωμα απάτης τύπου «καρουζέλ» στον ΦΠΑ, το οποίο εκμεταλλεύεται την απαλλαγή από τον ΦΠΑ που ισχύει για τις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ κρατών-μελών της ΕΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί έως σήμερα, κατά την περίοδο 2021-2025 οι ύποπτοι φέρονται να χρησιμοποίησαν μια αλυσίδα από τις λεγόμενες «εξαφανισμένες εταιρείες» (missing traders) -εταιρείες που συστήνονται με σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων καταβολής ΦΠΑ- για τη διανομή ηλεκτρονικών ειδών στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, αποφεύγοντας την καταβολή του φόρου ή επιτυγχάνοντας την παράνομη επιστροφή ΦΠΑ που ουδέποτε είχε καταβληθεί.
Με βάση τα μέχρι στιγμής ευρήματα της έρευνας, το εικαζόμενο κύκλωμα εκτιμάται ότι προκάλεσε ζημία τουλάχιστον 46,9 εκατ. ευρώ στους προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας, λόγω μη καταβληθέντος ΦΠΑ. Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν ενδείξεις ότι επιπλέον 24,2 εκατ. ευρώ σε ΦΠΑ είτε δεν καταβλήθηκαν είτε δηλώθηκαν ανακριβώς.
Οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν στις έδρες εταιρειών που βρίσκονται στο μικροσκόπιο των Αρχών, καθώς και στις κατοικίες των διαχειριστών τους. Διενεργήθηκαν από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας, η οποία έχει αναλάβει και την ποινική διερεύνηση της υπόθεσης, με τη συνδρομή της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ).
Κατά τη διάρκεια των ερευνών κατασχέθηκαν μεγάλος όγκος εγγράφων, λογιστικών βιβλίων και ψηφιακών πειστηρίων, καθώς και 99 χιλιάδες ευρώ σε μετρητά και τρία πολυτελή αυτοκίνητα.
Η έρευνα οδήγησε επίσης στη δέσμευση κρυπτονομισμάτων αξίας περίπου 900 χιλιάδων ευρώ, καθώς και άλλων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων συνολικής αξίας περίπου 4,5 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τις ελληνικές Αρχές, πρόκειται για τη μεγαλύτερη δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ σε εθνικό επίπεδο. Τα περιουσιακά στοιχεία εντοπίστηκαν και δεσμεύθηκαν μέσω προηγμένων μεθόδων ψηφιακής εγκληματολογικής ανάλυσης και στοχευμένων ερευνών, που επέτρεψαν την υπέρβαση σύνθετων ψηφιακών εμποδίων.
