Η επίθεση στο Pride του Βερολίνου απέχει μακράν από το να αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό για τη Γερμανία και την Ευρώπη. Και όπως κάθε αιματηρό χτύπημα αυτού του τύπου, φέρνει με ορμή στο προσκήνιο την (αν)ασφάλεια και την απειλή του ισλαμιστικού -και μη- εξτρεμισμού για τις δυτικές κοινωνίες. Η παρούσα πολιτική συγκυρία είναι ωστόσο «εκρηκτική» όσο ποτέ άλλοτε για τη Γερμανία, με την εθνικολαϊκιστική AfD, που προβάλλει ως «λύση» την εκτροπή, να κινείται με «αέρα» νίκης προς τις κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου, διεκδικώντας ακόμα και την κατάκτηση της τοπικής εξουσίας.
Γνωστός στις υπηρεσίες ασφαλείας ήταν ο φερόμενος ως δράστης, με ποινικό μητρώο και ιστορικό ριζοσπαστικοποίησης. Γεννημένος και πολιτογραφημένος στη Γερμανία, με καταγωγή από τον Λίβανο, ο 21χρονος Αμπντούλ Μπαλούτ εντασσόταν στο λεγόμενο «ισλαμιστικό φάσμα» του Βερολίνου· είχε απασχολήσει επανειλημμένα τις υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας, οι οποίες και τον είχαν κατατάξει στην κατηγορία των δυνητικά επικίνδυνων ισλαμιστών (Gefährder).
Το 2025 επιχείρησε να μεταβεί μέσω Λιβάνου στη Συρία για να ενταχθεί στο Ισλαμικό Κράτος. Συνελήφθη στον Λίβανο, κρατήθηκε επί περίπου τρεις μήνες και εκδόθηκε στη Γερμανία, όπου προφυλακίστηκε με την κατηγορία της προετοιμασίας σοβαρής πράξης βίας που θέτει σε κίνδυνο το Κράτος, διάταξη του γερμανικού Ποινικού Κώδικα που καλύπτει, μεταξύ άλλων, την προπαρασκευή τρομοκρατικής επίθεσης. Τον Μάιο του 2026 καταδικάστηκε από το δικαστήριο του Τιργκάρτεν σε φυλάκιση ενός έτους και δέκα μηνών με αναστολή. Η εισαγγελία, η οποία είχε ζητήσει ποινή τριετούς φυλάκισης, άσκησε έφεση και η απόφαση δεν είχε τελεσιδικήσει. Η υπό όρους αποφυλάκιση του Αμπντούλ Μπαλούτ περιλάμβανε εβδομαδιαία παρουσία σε επιμελητή και συμμετοχή σε πρόγραμμα αποριζοσπαστικοποίησης και πρόληψης του εξτρεμισμού. Είχε παραστεί σε δύο συνεδρίες, ενώ η τρίτη είχε προγραμματιστεί για σήμερα, 27 Ιουλίου.
Ο Αμπντούλ Μπαλούτ, που έπεσε νεκρός χθες σε επιχείρηση των Αρχών κατόπιν μαζικής, πολύωρης καταδίωξης, φέρεται να είχε νοικιάσει το λευκό βαν που αιματοκύλισε τη γιορτή του Pride στην περιοχή Τιργκάρτεν, κοντά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, για να επιτεθεί στη συνέχεια με ματσέτα εναντίον πολιτών, προτού διαφύγει πεζός. Ερευνώνται η πιθανή εμπλοκή συνεργού -κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες έχει συλληφθεί Ιρανός υπήκοος που εκτιμάται ότι ήταν συνεπιβάτης στο όχημα- καθώς και ενδεχόμενοι δεσμοί του φερόμενου ως δράστη με οργανωμένο τρομοκρατικό δίκτυο. Οι Αρχές χειρίζονται την υπόθεση ως τρομοκρατική ενέργεια με ισλαμιστικό υπόβαθρο και τις έρευνες έχει αναλάβει η ομοσπονδιακή Εισαγγελία.
Ακριβώς το γεγονός ότι ο βασικός ύποπτος είχε απασχολήσει επανειλημμένα την Αντιτρομοκρατική, έφερε καταδίκη και βρισκόταν σε πρόγραμμα απο-ριζοσπαστικοποίησης στρέφει την προσοχή στη διαχείριση της υπόθεσής του από τις αρμόδιες υπηρεσίες: στην ποινή με αναστολή, στην επάρκεια της εποπτείας του και στο κατά πόσο υπήρχαν πρόσφατα ενδείξεις προετοιμασίας επικείμενης επίθεσης που δεν αξιολογήθηκαν εγκαίρως ή επαρκώς. Πώς και γιατί έφθασε να οργανώσει και να εκτελέσει την επίθεση ενώ βρισκόταν στο ραντάρ των υπηρεσιών ασφαλείας. Το ότι ένα πρόσωπο είναι γνωστό στις Αρχές δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις για τη σύλληψη ή τη συνεχή παρακολούθησή του· η υπόθεση Μπαλούτ αναδεικνύει, ωστόσο, εκ νέου τη δυσκολία μετάβασης από τη γενική εκτίμηση επικινδυνότητας στον έγκαιρο εντοπισμό μιας συγκεκριμένης επιχειρησιακής προετοιμασίας.
Το χτύπημα στο Βερολίνο έρχεται να προστεθεί σε μία αλληλουχία επιθέσεων που έχει εντείνει το αίσθημα ανασφάλειας στη Γερμανία, με την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) σταθερά να εργαλειοποιεί τον φόβο, να τον τροφοδοτεί η ίδια και να δρέπει καρπούς. Οι επιθέσεις με οχήματα και μαχαίρια των τελευταίων ετών είχαν διαφορετικούς δράστες και κίνητρα: ισλαμιστική τρομοκρατία, ακροδεξιά ιδεολογία, ψυχική νόσο ή συνδυασμό ψυχικής διαταραχής και πολιτικής εμμονής. Η εξίσωση της τρομοκρατίας ή της εγκληματικότητας συλλήβδην με τη μετανάστευση θα ήταν τόσο ανακριβής όσο και επικίνδυνη. Δεν μπορεί να αγνοηθούν, ωστόσο, οι αδυναμίες ενσωμάτωσης, ότι είναι υπαρκτή η απειλή του ισλαμιστικού εξτρεμισμού και ορισμένες επιθέσεις αποκάλυψαν συγκεκριμένα κενά στην πρόληψη, την επιτήρηση και την εκτέλεση αποφάσεων απέλασης: πρόσωπα γνωστά στις Αρχές, απορριφθέντες αιτούντες άσυλο που δεν είχαν απελαθεί, ανεπαρκής ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ υπηρεσιών και δυσκολία έγκαιρου εντοπισμού της ριζοσπαστικοποίησης μέσω Διαδικτύου.
Εντάσσοντας το χτύπημα στο Βερολίνο σε ένα ευρύτερο κύμα επιθέσεων με οχήματα που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο Ράφαελ Μπόσονγκ, ειδικός σε θέματα ασφάλειας στο γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας (SWP), επισημαίνει ότι η πρόληψή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακριβώς επειδή δεν προϋποθέτουν πρόσβαση σε όπλα ή εκρηκτικά, αλλά μπορούν να πραγματοποιηθούν με ένα καθημερινό μέσο και με περιορισμένη προετοιμασία.
Κατά την ανάλυσή του, η απειλή συνδέεται συχνά με μεμονωμένους δράστες, τους λεγόμενους «μοναχικούς λύκους», που έχουν ελάχιστους ή και καθόλου επιχειρησιακούς δεσμούς με οργανωμένες εξτρεμιστικές ομάδες. Η ριζοσπαστικοποίηση μέσω Διαδικτύου και η απουσία εκτεταμένης επικοινωνίας με τρίτους αφήνουν λιγότερα ίχνη για τις υπηρεσίες πληροφοριών. Ακόμη και η κατηγοριοποίηση ενός προσώπου ως δυνητικά επικίνδυνου δεν συνεπάγεται ότι μπορεί να παρακολουθείται διαρκώς: η 24ωρη φυσική επιτήρηση απαιτεί μεγάλους ανθρώπινους πόρους και εφαρμόζεται σε περιορισμένο αριθμό υποθέσεων.
Ο Μπόσονγκ διαχωρίζει επίσης την ασφάλεια του ίδιου του χώρου μιας διοργάνωσης από την ασφάλεια ολόκληρου του αστικού περιβάλλοντος γύρω της. Στο Pride είχαν αναπτυχθεί περισσότεροι από 2.200 αστυνομικοί και το κύριο τμήμα της διαδρομής είχε αποκλειστεί για τα οχήματα. Η επίθεση σημειώθηκε, ωστόσο, σε παράπλευρο δρόμο που οδηγεί έξω από το Τιργκάρτεν. Η απόλυτη θωράκιση μίας παρέλασης εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, σε διαδρομή πολλών χιλιομέτρων και με δεκάδες σημεία πρόσβασης, θα απαιτούσε ουσιαστικά τη μετατροπή μεγάλου τμήματος της πόλης σε περίκλειστη ζώνη.
Αφότου ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο συνασπισμός υπό τον Φρίντριχ Μερτς, αυτή καθαυτή η μεταναστευτική πολιτική της Γερμανίας έχει σκληρύνει αισθητά, με ενισχυμένους ελέγχους στα χερσαία σύνορα και απορρίψεις αιτούντων άσυλο υπό προϋποθέσεις. Οι αιτήσεις ασύλου υποχώρησαν από 350.000 το 2023 σε 250.000 το 2024 και 170.000 το 2025, χωρίς όμως η πτώση να αποδίδεται αποκλειστικά στα κυβερνητικά μέτρα. Αντίστοιχη αύξηση δεν καταγράφεται στις απελάσεις: το πρώτο τρίμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν 4.807, έναντι 6.151 την ίδια περίοδο του 2025. Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Αλεξάντερ Ντόμπριντ επιμένει στη διατήρηση των συνοριακών ελέγχων, μολονότι δικαστικές αποφάσεις έχουν κρίνει παράνομη την απόρριψη αιτούντων άσυλο χωρίς την προβλεπόμενη ευρωπαϊκή διαδικασία και έχουν αμφισβητήσει την επαρκή αιτιολόγηση ορισμένων ελέγχων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ανάγκη αποτελεσματικής πολιτικής ασφάλειας, τον σεβασμό του Συντάγματος και τις επικίνδυνες «λύσεις» της AfD των νεοναζιστικών καταβολών και αποχρώσεων. Η κυβέρνηση μπορεί να αυξήσει τις επιστροφές, να ενισχύσει την αστυνόμευση, να επιταχύνει την εξέταση των αιτήσεων ασύλου και να καλύψει τα κενά στον συντονισμό των υπηρεσιών. Δεν μπορεί, όμως, να καταργήσει τις συνταγματικές εγγυήσεις, την εξατομικευμένη δικαστική κρίση και την απαγόρευση επαναπροώθησης ανθρώπων σε χώρες όπου κινδυνεύουν.
Η AfD υπόσχεται ακριβώς αυτή την υπέρβαση. Στον πυρήνα της ρητορικής της βρίσκεται η διαβόητη «remigration», ένας σκόπιμα ασαφής όρος που παρουσιάζεται επισήμως ως επιστροφή όσων δεν έχουν δικαίωμα παραμονής, έχει όμως χρησιμοποιηθεί από στελέχη και κύκλους της Ακροδεξιάς για ένα πολύ ευρύτερο σχέδιο μαζικών απελάσεων, ακόμη και ανθρώπων με νόμιμη διαμονή ή γερμανική υπηκοότητα. Οι διακηρύξεις ότι «από την πρώτη ημέρα» θα αρχίσουν μαζικές απομακρύνσεις δεν αποτελούν εφαρμόσιμη πολιτική σε ένα κράτος Δικαίου. Η AfD στοχεύει όμως σε εκείνους που αισθάνονται ότι το κράτος έχασε τον έλεγχο, και οι ίδιοι έχουν μείνει πίσω.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς καταδίκασε ως «αποτρόπαια πράξη» την τρομοκρατική επίθεση του Σαββάτου, τονίζοντας ότι στόχος της ήταν να διχάσει τη γερμανική κοινωνία και να πλήξει τον ανοιχτό και φιλελεύθερο χαρακτήρα της. Διαμήνυσε ότι η κυβέρνηση δεν θα επιτρέψει «στο δηλητήριο της τρομοκρατίας» να εξαπλωθεί στη χώρα. Ο δήμαρχος του Βερολίνου, Κάι Βέγκνερ, μίλησε επίσης για επίθεση κατά του «τρόπου ζωής μας, της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της ανοιχτής κοινωνίας και της ελευθερίας μας».
Όσον αφορά το μεταναστευτικό, ο Μερτς έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι μεταφέρει μέρος της ακροδεξιάς ρητορικής στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης. Τον Οκτώβριο του 2025 μίλησε για «πρόβλημα στην εικόνα των πόλεων» και συνέδεσε τη λύση με περισσότερες απελάσεις. Όταν ρωτήθηκε τι ακριβώς εννοούσε, απάντησε: «Ρωτήστε τις κόρες σας». Αρνήθηκε κατόπιν να ανακαλέσει, δηλώνοντας ότι επαναλαμβάνει και υπογραμμίζει τη θέση του. Η παρέμβαση προκάλεσε διαδηλώσεις και επικρίσεις ακόμη και από στελέχη της συμπολίτευσης, επειδή εμφανιζόταν να μετατρέπει συλλήβδην τους πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο σε πρόβλημα δημόσιας τάξης.
Η σκληρότερη πολιτική της κυβέρνησης Μερτς έχει περιορίσει τις αφίξεις, χωρίς να ανακόψει όμως την εκλογική άνοδο της AfD. Η απήχησή της εκτείνεται πολύ πέραν του μεταναστευτικού: οικονομική στασιμότητα, πίεση στα εισοδήματα, ελλείψεις σε δημόσιες υπηρεσίες, περιφερειακές ανισότητες και κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς συγκροτούν ένα ευρύτερο υπόστρωμα δυσαρέσκειας. Το τοξικό αυτό μείγμα έχει παγιώσει την Άκρα Δεξιά στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ενώ σαφώς θα εκμεταλλευτεί το χτύπημα στη γερμανική πρωτεύουσα καθ’ οδόν προς τις κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου σε Βερολίνο, Σαξονία-Άνχαλτ και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Ο κυβερνητικός συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών βρίσκεται συνολικά σε θέση άμυνας, η δημοτικότητα του Φρίντριχ Μερτς έχει υποχωρήσει στο ναδίρ, ενώ στους Χριστιανοδημοκράτες ανοίγει συζήτηση έως και για το αδιανόητο: να σπάσει το «τείχος προστασίας» και να καταστεί δυνατή η συνεργασία με την Ακροδεξιά...
Στη Σαξονία-Άνχαλτ -εκεί όπου οι συσχετισμοί έχουν καταστήσει ορατό ακόμη και το εφιαλτικό ενδεχόμενο να βρεθεί για πρώτη φορά η AfD επικεφαλής κρατιδιακής κυβέρνησης- το κόμμα έχει εξαγγείλει άμεση «επιχείρηση απελάσεων». Ακόμη και στην περίπτωση κατάκτησης της κρατιδιακής εξουσίας, η AfD δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει αυτομάτως τις διακηρύξεις της. Το άσυλο, η ιθαγένεια και το καθεστώς παραμονής ρυθμίζονται από το ομοσπονδιακό, το ευρωπαϊκό και το διεθνές Δίκαιο, ενώ κάθε απέλαση υπόκειται σε ατομικό έλεγχο. Μία κρατιδιακή κυβέρνηση ελέγχει ωστόσο την Αστυνομία, τις τοπικές υπηρεσίες ασφαλείας, την εκπαίδευση, τις διοικητικές δομές και σημαντικό τμήμα της εφαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής. Και στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου εντοπίζεται το ισχυρότερο αλλά και πλέον ριζοσπαστικό τμήμα της AfD, τόσο ως προς τα στελέχη όσο και ως προς τις θέσεις της, οι αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών έχουν κατατάξει στην κατηγορία των δεξιών εξτρεμιστικών οργανώσεων τις τέσσερις από τις πέντε κρατιδιακές οργανώσεις της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), που ουδεμία λύση έχει να προσφέρει από το μεταναστευτικό ζήτημα, την ασφάλεια έως την οικονομία, παρά μόνο μία βαθιά ανατροπή με επικίνδυνες συνέπειες για τη δημοκρατική τάξη της Γερμανίας και τη συνοχή της Ευρώπης.
