Στρατηγικό αδιέξοδο στο Ορμούζ: Μέχρι πού θα κλιμακώσουν οι ΗΠΑ με Ιράν
Shutterstock
Shutterstock

Στρατηγικό αδιέξοδο στο Ορμούζ: Μέχρι πού θα κλιμακώσουν οι ΗΠΑ με Ιράν

Χαργκ και πολιτικές υποδομές στο «τραπέζι» της αμερικανικής κλιμάκωσης στη νέα αυτή φάση του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Οι επιχειρήσεις ήδη επεκτείνονται στο βόρειο Ιράν, περιλαμβανομένης της Τεχεράνης, και εκείνη αντεπιτίθεται στοχεύοντας Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Ιορδανία. Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ «ζυγίζει» μέχρι ποιου σημείου θα φθάσουν οι ΗΠΑ για να επαναφέρουν το Ιράν στη διαπραγμάτευση, το ισλαμικό καθεστώς επιμένει πως ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ αποτελεί «απαραβίαστη κόκκινη γραμμή» και απειλεί με μείζονα περιφερειακή ανάφλεξη - αν και η διπλωματία παραμένει εντός «κάδρου».

Μπροστά σε ένα βαθύ αδιέξοδο που δεν βρίσκει λύση για την επαναφορά των Στενών του Ορμούζ σε καθεστώς ελεύθερης ναυσιπλοΐας ως ίσχυε προ του πολέμου, οι αμερικανικές δυνάμεις χτυπούν ξανά εδώ και μία εβδομάδα ιρανικούς στόχους - αρχικά γύρω από τα Στενά για να αποδυναμώσουν περαιτέρω την ικανότητα του Ιράν να απειλεί τη διεθνή ναυτιλία, αλλά πλέον και στα βόρεια της χώρας και τα περίχωρα της Τεχεράνης, η οποία βρέθηκε χθες για πρώτη φορά στο στόχαστρο του νέου κύκλου επιθέσεων.

Το αποτύπωμα των επιδρομών των τελευταίων ημερών υποδεικνύει ότι η Ουάσινγκτον προετοιμάζει το έδαφος για ένα ευρύτερο φάσμα στρατιωτικών επιλογών όσο παραμένει άλυτος ο γόρδιος δεσμός του Ορμούζ. Οι επιθέσεις κατά παράκτιων ραντάρ, αντιαεροπορικών συστημάτων, θέσεων πυραύλων και drones, ταχύπλοων του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης και λοιπών ναυτικών μέσων περιγράφονται από Αμερικανούς αξιωματούχους ως «shaping operations» - επιχειρήσεις που «διαμορφώνουν το πεδίο» για πιο σύνθετες και απαιτητικές στρατιωτικές ενέργειες εφόσον η πολιτική ηγεσία αποφασίσει να κινηθεί προς πολύ πιο επιθετική κατεύθυνση.

Για την Ουάσινγκτον, η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση οποιασδήποτε νέας συμφωνίας. Για την Τεχεράνη, αντιθέτως, το Ορμούζ αντιμετωπίζεται ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και επιμένει ότι η επαναλειτουργία των Στενών μπορεί να γίνει μόνο υπό το δικό της έλεγχο και τους δικούς της κανόνες, τους οποίους και επιχείρησε να επιβάλλει με τις επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων στο νότιο διάδρομο του Ορμούζ, πλησίον του Ομάν, για να δεχθεί την αντεπίθεση των ΗΠΑ και να περάσει ο πόλεμος σε νέα φάση πέντε μήνες μετά την έναρξή του και έπειτα από τη σύντομη ανάπαυλα που προσέφερε το μνημόνιο κατανόησης του Ιουνίου. Μία κατάληξη εν πολλοίς προδιαγεγραμμένη ακριβώς λόγω των ασαφών διατυπώσεων της προκαταρκτικής συμφωνίας ως προς τον έλεγχο του Ορμούζ που άφηναν χώρο για διαφορετικές αναγνώσεις.

Με τη σύγκρουση επικεντρωμένη εξ ολοκλήρου γύρω από το καθεστώς των Στενών του Ορμούζ, δίχως να έχει καν «αγγιχτεί» ο πυρήνας του ζητήματος του πυρηνικού προγράμματος, όσο παραμένει το στρατηγικό αυτό αδιέξοδο με το οποίο έχει έλθει αντιμέτωπη η προεδρία Τραμπ παρά την επικράτηση στο πεδίο, τόσο διευρύνεται και η λίστα των επιλογών κλιμάκωσης που τίθενται στο «τραπέζι» κατά τις συσκέψεις στην Αίθουσα Επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου. Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα που επικαλούνται αξιωματούχους με γνώση των σχετικών συζητήσεων, ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει διαρκώς νέα σενάρια κλιμάκωσης, με κοινό παρονομαστή την άσκηση μεγαλύτερης πίεσης στην Τεχεράνη ώστε να εγκαταλείψει τη σημερινή στάση της στο Ορμούζ και να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις από δυσμενέστερη αφετηρία και με πιο «παραγωγική» διάθεση. 

Στην κορυφή αυτών των σχεδιασμών βρίσκεται η νήσος Χαργκ, ένας από τους πλέον κρίσιμους στρατηγικούς στόχους σε οποιοδήποτε σενάριο περαιτέρω κλιμάκωσης. Από το Χαργκ διέρχεται περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου και αποτελεί το βασικότερο οικονομικό πνεύμονα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, καθώς από εκεί «περνά» η δυνατότητα της Τεχεράνης να συνεχίσει να χρηματοδοτεί το κράτος, τις ένοπλες δυνάμεις, τους Φρουρούς και το ευρύτερο σύστημα ασφαλείας. 

Ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό σε συνέντευξή του το ενδεχόμενο κατάληψης της νήσου, λέγοντας ότι, εφόσον οι ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες υποβαθμιστούν αρκετά, θα μπορούσε να εξεταστεί μία τέτοια επιχείρηση, αν και υπονόησε ότι το χερσαίο σκέλος θα μπορούσε να αναληφθεί από άλλη χώρα, δίχως να επεκταθεί περαιτέρω. Πρόκειται για ένα σενάριο που «ακουγόταν» ήδη από τα πρώτα στάδια του πολέμου, χωρίς όμως να θεωρείται εύκολα υλοποιήσιμο. Η εγγύτητα του Χαργκ με τις ιρανικές ακτές θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να τη στοχοποιήσει μαζικά με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. 

Εξ ου και αρκετοί αναλυτές θεωρούν πιθανότερο ένα σενάριο ευρείας προσβολής των ενεργειακών εγκαταστάσεων παρά μία ιδιαίτερα σύνθετη και υψηλού ρίσκου χερσαία επιχείρηση κατάληψης της νήσου. 
Ένα χτύπημα στις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Χάργκ είναι κάτι το οποίο μέχρι στιγμής οι ΗΠΑ έχουν αποφύγει, πάντως χθες ανακοίνωσαν ότι, για πρώτη φορά από την επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων, έβαλαν κατά τάνκερ που κατευθυνόταν προς τον μεγαλύτερο τερματικό σταθμό εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν. Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), το δεξαμενόπλοιο αγνόησε «επανειλημμένες προειδοποιήσεις» πριν δεχθεί το πλήγμα με πύραυλο Hellfire.

Δίπλα στο Χαργκ, στους σχεδιασμούς της Ουάσινγκτον φέρεται να περιλαμβάνεται και το υπόγειο συγκρότημα Pickaxe Mountain, το οποίο δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούν ότι συνδέεται με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ο Μαρκ Κάνσιαν, πρώην αξιωματικός των Πεζοναυτών και αναλυτής του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), επισημαίνει πάντως ότι οι δημόσιες αναφορές σε συγκεκριμένους στρατιωτικούς στόχους λειτουργούν ως «δίκοπο μαχαίρι». Από τη μία πλευρά αυξάνουν τη διαπραγματευτική πίεση προς την Τεχεράνη, από την άλλη όμως αποκαλύπτουν στοιχεία του στρατιωτικού σχεδιασμού.

Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επαναφέρει την απειλή για πλήγματα σε πολιτικές υποδομές του Ιράν εάν η Τεχεράνη εξακολουθήσει να αρνείται την επιστροφή στις συνομιλίες, παρότι αυτή τη φορά έχει αποφύγει τα τελεσίγραφα. Από ιρανικής πλευράς, ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού, ταξίαρχος Εμπραχίμ Ζολφαγκαρί, προειδοποίησε ότι εάν οι ΗΠΑ πλήξουν γέφυρες, σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής ή άλλες κρίσιμες πολιτικές εγκαταστάσεις, «όλες οι υποδομές στην περιοχή θα συντριβούν», διευρύνοντας σαφώς το πεδίο της απειλής, καθώς δεν αφορά μόνο αμερικανικούς στόχους, αλλά το σύνολο των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών των κρατών του Κόλπου που συνδέονται με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία.

Παρά την καθημερινή ανταλλαγή πληγμάτων, η διπλωματία δεν έχει ωστόσο εξαφανιστεί από το «κάδρο». Το σήμα ήρθε χθες από την Τεχεράνη. Η απελευθέρωση της Αμερικανοϊρανής υπηκόου Ντένα Καραρί, η οποία κρατούνταν επί δύο χρόνια με την κατηγορία της κατασκοπείας, υποδεικνύει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια αποκλιμάκωσης και μη επιστροφής σε πολεμική αναμέτρηση πλήρους κλίμακας. Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την απόφαση «χειρονομία καλής θέλησης», αποφεύγοντας ταυτόχρονα να τη συνδέσει με οποιαδήποτε άμεση παραχώρηση εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε επίσης η παρέμβαση του προέδρου της Βουλής και επικεφαλής διαπραγματευτή του Ιράν, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ. Στην πρώτη του δημόσια τοποθέτηση μετά την επανέναρξη των αμερικανικών επιδρομών, επέλεξε μία στοχευμένη διατύπωση λέγοντας ότι «δεν πρέπει να φοβόμαστε ούτε τον πόλεμο ούτε τις διαπραγματεύσεις», και υπογραμμίζοντας ότι αμφότερα αποτελούν εργαλεία για την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος. «Οι διαπραγματεύσεις σε αυτή τη φάση δεν συνιστούν συνθηκολόγηση», ανέφερε χαρακτηριστικά, ανοίγοντας «παράθυρο» επανέναρξης συνομιλιών.

Ο Γκαλιμπάφ ήταν κατηγορηματικός ότι ο έλεγχος των Στενών αποτελεί «απαραβίαστη κόκκινη γραμμή» για το Ιράν. Παράλληλα, κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι επιχείρησαν να μεταβάλουν μονομερώς το καθεστώς του Ορμούζ, επιτρέποντας τη διέλευση εμπορικών πλοίων αποκλειστικά μέσω της πλευράς του Ομάν, υπονομεύοντας έτσι όσα είχαν συμφωνηθεί τον Ιούνιο. Παρά ταύτα, και ενώ παρέμβασή του δεν αναιρεί τη σκληρή γραμμή της Τεχεράνης όσον αφορά το Ορμούζ, καταδεικνύει ότι η διπλωματική επιλογή εξακολουθεί να παραμένει ενεργή.

Όπως ενεργό παραμένει την ίδια στιγμή και το «ρήγμα» εντός Ιράν: Το ίδιο το υπουργείο Εξωτερικών δήλωνε μόλις λίγες ώρες πριν από την ομιλία Γκαλιμπάφ ότι δεν υπάρχει πρόθεση επιστροφής στις συνομιλίες όσο συνεχίζονται οι αμερικανικές επιχειρήσεις. Κύκλοι των σκληροπυρηνικών ζητούν από πλευράς τους ανοιχτά συνέχιση του πολέμου και εκδίκηση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες για την εξόντωση του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, θεωρώντας ότι οποιαδήποτε επιστροφή στις συνομιλίες θα ισοδυναμούσε με υποχώρηση. Στον αντίποδα, η «πραγματιστική» πτέρυγα δείχνει να θεωρεί ότι μόνο μία διαπραγματευτική διέξοδος μπορεί να αποτρέψει περαιτέρω οικονομική εξάντληση της χώρας και να προσφέρει στοιχειώδη σταθερότητα. Ο ίδιος ο Γκαλιμπάφ παραδέχθηκε ότι έχει δεχθεί έντονη κριτική για τον ρόλο του στις διαπραγματεύσεις, υποστηρίζοντας όμως ότι ενεργεί «για την πρόοδο του Ιράν» και σε συνεννόηση με τον νέο ανώτατο ηγέτη, Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος όμως είναι εξαφανισμένος από τη δημόσια σφαίρα και η απουσία του έχει αφήσει μεγαλύτερο χώρο για την εκδήλωση αυτών των εσωτερικών διαφοροποιήσεων.