Μια νέα μαρτυρία ομήρου που απήχθη από τη Χαμάς κατά τη διάρκεια της επίθεσής της στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου δημοσίευσε σήμερα το πρακτορείο Reuters. Η Σεν Άλμογκ-Γκολντστάιν, 49 ετών, έχασε τον σύζυγό της και την κόρη τους, όταν τρομοκράτες της Χαμάς όταν εισέβαλαν στο σπίτι τους. Ο σύζυγός της, Ναντάβ, πυροβολήθηκε στο στήθος και η μεγαλύτερη κόρη τους Γιαμ, 20 ετών, σκοτώθηκε λίγα λεπτά αργότερα
Για να επιζήσει τις 51 ημέρες που πέρασε μαζί με τα τρία παιδιά της ως όμηροι στη Γάζα, η Γκολντστάιν έπρεπε να καταπνίξει τα δάκρυα της, καθώς «δεν τους [της Χαμάς] άρεσε όταν κλαίγαμε», όπως δήλωσε σε συνέντευξή της στο Reuters.
«Μέσα σε επτά λεπτά ήμασταν στη Γάζα», είπε. «Θυμάμαι τα βλέμματα στα πρόσωπα των παιδιών μου. Υπήρχε σοκ και μια μεγάλη θλίψη που δεν μπορούσα να εκφράσω γιατί τώρα ήμουν σε κατάσταση επιβίωσης».
«Όλα θα μας τα θυμίζουν [...] Κάποιες φορές έκλαψα, το έβλεπαν και τα παιδιά, αλλά αμέσως έπρεπε να σκουπίσω τα δάκρυα μου απότομα. Δεν τους άρεσε όταν κλαίγαμε».
Είπε ότι η οικογένεια της πέρασε την πρώτη και την τελευταία της νύχτα σε μια υπόγεια σήραγγα προτού απελευθερωθούν σε μια ανταλλαγή κρατουμένων στα τέλη Νοεμβρίου, επτά εβδομάδες μετά την έναρξη της σύρραξης μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς. Ενδιάμεσα, μεταφέρθηκαν αρκετές φορές σε διαφορετικές κρυψώνες.
Το φαγητό και το νερό ήταν αρκετά περιορισμένα, είπε, ενώ οι συνθήκες υγιεινής ήταν σκληρές, χωρίς τρεχούμενο νερό στις τουαλέτες, ενώ άλλαξαν ρούχα μια φορά.
Ατελείωτες νύχτες
Τα παράθυρα ήταν πάντα καλυμμένα, ανέφερε η Γκολντστάιν. Όταν έπεφτε το σκοτάδι, τα σπίτια στα οποία κρατούνταν είτε φωτίζονταν με κεριά είτε ήταν ολοσκότεινα. «Οι νύχτες ήταν πολύ μεγάλες, ατελείωτες, όπως και οι μέρες».
«Σε μια στιγμή, ο έλεγχος της ζωής σου περνάει στα χέρια κάποιου άλλου. Δεν είχαμε κανέναν [έλεγχο] εκτός από την προσπάθεια να επιβιώσουμε και να διατηρήσουμε τον εαυτό μας υγιή, ισορροπημένο και λειτουργικό», είπε.
Κάθε μεταφορά σε νέο κρησφύγετο σήμαινε ότι μια νέα ομάδα θα ήταν υπεύθυνη για τη φύλαξη των ομήρων, αλλά αυτό σήμαινε και νέες ανησυχίες, είπε η Γκολντστάιν. Ο φόβος ήταν συνεχής, παρόλο που απαγωγείς της την είχαν καθησυχάσει ότι δεν θα πειράξουν ούτε την ίδια, ούτε την 17χρονη κόρη της, Αγκάμ, ή τους γιους της Γκαλ, 11 ετών, και Ταλ, 9 ετών.
Άλλοι όμηροι ήταν λιγότερο τυχεροί, είπε. Σε ένα από τα κρησφύγετα η οικογένεια τοποθετήθηκε με μια ομάδα γυναικών ομήρων.
Αναφορές για σεξουαλική κακοποίηση
«Μερικές ξυλοκοπήθηκαν, τους πέρασαν χειροπέδες για μερικές ώρες. Δεν ξυλοκοπήθηκαν μόνο άνδρες, άλλα και γυναίκες, και ακούσαμε [αναφορές] για σεξουαλική κακοποίηση», είπε, διευκρινίζοντας ότι μερικές γυναίκες βίωσαν κακοποίηση και άλλες μετέφεραν περιστατικά κακοποίησης «υπό την απειλή όπλου» τα οποία είχαν δει ή ακούσει.
Η Χαμάς έχει αρνηθεί τις κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση.
Από τους 129 ομήρους που παραμένουν αιχμάλωτοι στη Γάζα χωρίς πρόσβαση σε επικοινωνία ή στον Ερυθρό Σταυρό, οι 19 είναι γυναίκες, λένε οι ισραηλινές αρχές.
Η Γκολντστάιν είπε ότι ανησυχεί για τις γυναίκες αυτές. «Είπαν ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους σωματικούς τραυματισμούς, αλλά δεν ήξεραν πώς θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον τρόπο που πληγώθηκαν σεξουαλικά», ανέφερε.
Στην επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, η Χαμάς σκότωσε 1.200 ανθρώπους και αιχμαλώτισε 240 ομήρους.
«Είναι κόλαση εκεί», είπε η Γκολντστάιν, αναφερόμενη στην κατάσταση που επικρατεί στη Γάζα. «[Οι εναπομείναντες όμηροι] προσπαθούν να διατηρήσουν το ηθικό τους».
Για τη δική της οικογένεια, ακόμα άστεγη μετά την καταστροφή του κιμπούτς Κφαρ Αζά στο οποίο διέμεναν, ελπίζει ότι η νέα χρονιά θα φέρει πίσω λίγη ευτυχία, παρά την «άβυσσο [της απώλειας] που μερικές φορές με ρουφάει».
«Ήμασταν πάντα ένα χαρούμενο σπίτι [...] και θα το έχουμε πάντα αυτό, αλλά θα υπάρχει και η απώλεια, η θλίψη και ο πόνος που δεν επιλέξαμε», δήλωσε.
