Η Κριστίν Λαγκάρντ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα δυσκολότερα διλήμματα της τελευταίας περιόδου: να συνεχίσει την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, προκειμένου να αποτρέψει μια νέα παγίωση του πληθωρισμού, ή να κινηθεί πιο προσεκτικά, ώστε να μη βαθύνει η επιβράδυνση της οικονομίας της Ευρωζώνης.
Στη συνεδρίαση του Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε αμετάβλητο το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,25%, μετά την αύξηση του Ιουνίου. Ωστόσο, το μήνυμα από τη Φρανκφούρτη ήταν σαφώς πιο «επιθετικό» από ό,τι ανέμεναν αρκετοί επενδυτές. Η Λαγκάρντ αναγνώρισε ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό έχουν ενισχυθεί, κυρίως εξαιτίας της νέας αναταραχής στις αγορές ενέργειας, ενώ παράλληλα οι προοπτικές ανάπτυξης επιβαρύνονται.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη υποχώρησε τον Ιούνιο στο 2,8% από 3,2% τον Μάιο, ενώ ο δομικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,4%. Η αποκλιμάκωση, όμως, δεν αρκεί για να καθησυχάσει την ΕΚΤ. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου μπορούν να περάσουν σταδιακά στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στις τιμές καταναλωτή.
Μέχρι στιγμής δεν διαπιστώνονται έντονες δευτερογενείς επιπτώσεις σε μισθούς και πληθωριστικές προσδοκίες. Η κεντρική τράπεζα φοβάται, ωστόσο, ότι μια καθυστερημένη αντίδραση θα καταστήσει ακριβότερη την αντιμετώπισή τους, εφόσον οι ανατιμήσεις διαχυθούν ευρύτερα στην οικονομία.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ αποφεύγει να δεσμευθεί εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία. Επιμένει ότι κάθε απόφαση θα λαμβάνεται συνεδρίαση με τη συνεδρίαση, με βάση τα στοιχεία για τις τιμές, την ανάπτυξη, τους μισθούς και τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Η στάση αυτή επιτρέπει στη Φρανκφούρτη να διατηρεί ευελιξία, αλλά ενισχύει και την αβεβαιότητα στις αγορές.
Οι επενδυτές προεξοφλούν τουλάχιστον δύο ακόμη αυξήσεις επιτοκίων, με την πρώτη να θεωρείται σχεδόν βέβαιη έως τον Οκτώβριο και τη δεύτερη να τοποθετείται έως τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 2027. Η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, όταν θα παρουσιαστούν νέες μακροοικονομικές προβλέψεις, θεωρείται πλέον το πιθανότερο σημείο για την επόμενη κίνηση.
Οι αναλυτές δεν συμφωνούν πλήρως για την ένταση και τη διάρκεια του νέου κύκλου σύσφιγξης. Η ING διακρίνει σαφή μετατόπιση της ΕΚΤ προς αυστηρότερη στάση και θεωρεί πιθανή μια αύξηση τον Σεπτέμβριο. Η Citi εκτιμά ότι η ΕΚΤ μπορεί να περιμένει περισσότερα στοιχεία, αλλά προβλέπει νέα αύξηση έως το τέλος του έτους. Η Bank of America θεωρεί ότι οι πληθωριστικές πιέσεις ενδέχεται να αποδειχθούν λιγότερο επίμονες, περιορίζοντας τον αριθμό των αυξήσεων.
Το δίλημμα της Λαγκάρντ είναι, επομένως, λεπτό: πρόωρη σύσφιγξη μπορεί να πλήξει την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και τους δανειολήπτες, αλλά υπερβολική αναμονή μπορεί να επιτρέψει στον πληθωρισμό να ριζώσει ξανά. Για την ΕΚΤ, ο Σεπτέμβριος εξελίσσεται σε κρίσιμο τεστ αξιοπιστίας.
