Το «μεγάλο παζάρι» της Άγκυρας και οι στόχοι της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ
AP Photo
AP Photo

Το «μεγάλο παζάρι» της Άγκυρας και οι στόχοι της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ

Η συνάντηση ανάμεσα στον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, και τον Τούρκο ομόλογό του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που ξεκινά σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο στην Άγκυρα, δεν αντιμετωπίζεται ως ακόμη ένα δύσκολο αμερικανοτουρκικό τετ-α-τετ. Διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι η Τουρκία επιχειρεί να επιστρέψει στο κέντρο των στρατηγικών υπολογισμών της Ουάσιγκτον, ενώ ο Τούρκος ΥΠΕΞ, Χακάν Φιντάν, υποστήριξε πως η φιλία μεταξύ των δύο ηγετών μπορεί να βοηθήσει τη Συμμαχία.

Σύμφωνα με το Reuters, πρόκειται, πιθανότατα, η πιο καθαρή αποτύπωση μιας νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας: η Τουρκία, από «δύσκολος σύμμαχος» της Συμμαχίας, επιστρέφει στο κέντρο των στρατηγικών υπολογισμών της Ουάσιγκτον.

Η Σύνοδος της 7ης και 8ης Ιουλίου πραγματοποιείται σε μια στιγμή κατά την οποία το ΝΑΤΟ επιχειρεί να μετατρέψει την αύξηση των αμυντικών δαπανών σε πραγματική στρατιωτική ισχύ και βιομηχανική παραγωγή. Οι Ευρωπαίοι θέλουν να αποδείξουν στον Τραμπ ότι εφαρμόζουν τη δέσμευση για συνολικές αμυντικές και συναφείς επενδύσεις στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, ενώ η Ουάσιγκτον πιέζει για μετατόπιση μεγαλύτερου μέρους του συμβατικού αμυντικού βάρους προς την Ευρώπη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπως μεταδίδει το αμερικανικό δίκτυο Fox News, ο Ερντογάν έχει ένα πλεονέκτημα που οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν διαθέτουν: προσωπική πρόσβαση στον Αμερικανό πρόεδρο. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι η σχέση του με τον Τούρκο πρόεδρο επηρέασε την απόφασή του να ταξιδέψει στην Άγκυρα. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος έχει επιβεβαιώσει ότι οι δύο ηγέτες θα έχουν διμερή συνάντηση στο περιθώριο της Συνόδου.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η Άγκυρα θέλει τώρα να μετατρέψει αυτή την προσωπική χημεία σε στρατηγικό κεφάλαιο. Ο Χακάν Φιντάν, σε δηλώσεις του που δημοσιοποιήθηκαν ενόψει της Συνόδου, παρουσίασε ουσιαστικά την Τουρκία ως «γέφυρα» μεταξύ Τραμπ και Ευρωπαίων. Η τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι η σχέση εμπιστοσύνης Ερντογάν–Τραμπ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μειωθούν οι εσωτερικές εντάσεις στο ΝΑΤΟ. Ο Φιντάν επιμένει ότι κανείς δεν αμφισβητεί πλέον την αναγκαιότητα της Συμμαχίας, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί κατά της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής άμυνας αποκομμένης από το ΝΑΤΟ.

Γιατί η Τουρκία έγινε ξανά «απαραίτητη»

Η αλλαγή του κλίματος δεν εξηγείται μόνο από τη συμπάθεια του Τραμπ προς τον Ερντογάν. Η στρατηγική αξία της Τουρκίας έχει αυξηθεί δραματικά.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέφερε στο προσκήνιο τον έλεγχο των Στενών και τη Μαύρη Θάλασσα. Η Άγκυρα, εφαρμόζοντας τη Συνθήκη του Μοντρέ, περιόρισε τη δυνατότητα ενίσχυσης της ρωσικής ναυτικής παρουσίας μέσω των Στενών, ενώ τουρκικά οπλικά συστήματα και κυρίως drones είχαν σημαντική παρουσία στα πρώτα στάδια της ουκρανικής άμυνας. Παράλληλα, η Τουρκία διατήρησε δίαυλο επικοινωνίας τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο.

Στα νότια σύνορα του ΝΑΤΟ, η γεωγραφία είναι ακόμη πιο επιτακτική. Η Τουρκία συνορεύει με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Συμμαχίας μετά τις ΗΠΑ και μπορεί να προβάλει ισχύ στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ μείωσε το στρατηγικό αποτύπωμα της Ρωσίας και του Ιράν στη Συρία και έφερε Ουάσιγκτον και Άγκυρα πιο κοντά σε ορισμένους βασικούς περιφερειακούς στόχους, έπειτα από χρόνια σκληρών διαφωνιών.

Η πρόσφατη κρίση με το Ιράν πρόσθεσε έναν ακόμη παράγοντα. Το ΝΑΤΟ βρέθηκε αντιμέτωπο με την ανάγκη προστασίας της τουρκικής επικράτειας και η Άγκυρα είδε στην πράξη τη σημασία της συμμαχικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής αρχιτεκτονικής. Την ίδια ώρα, ο Ερντογάν φιλοδοξεί να παραμείνει συνομιλητής σε όλες σχεδόν τις περιφερειακές κρίσεις, από τη Συρία και το Ιράν έως τη Γάζα και την Ουκρανία.

Για τον Τραμπ, αυτή είναι μια γλώσσα που γίνεται εύκολα αντιληπτή. Η εξωτερική του πολιτική δίνει έμφαση στη μετρήσιμη ισχύ, στις στρατιωτικές δυνατότητες και στις συμφωνίες. Όπως επισημαίνουν αναλυτές που επικαλείται το Fox News, όσο το ΝΑΤΟ επιστρέφει στη λογική της συλλογικής άμυνας και της «σκληρής ισχύος», οι χώρες που φέρνουν πραγματική στρατιωτική δυνατότητα στο τραπέζι αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα.

Και η Τουρκία θέλει να αποδείξει ότι ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.

Το «δώρο» του Τραμπ και το εμπόδιο των S-400

Στο επίκεντρο της συνάντησης Τραμπ–Ερντογάν θα βρεθούν αναπόφευκτα οι εξοπλισμοί. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη κοινοποιήσει στο Κογκρέσο την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πώληση αμερικανικών κινητήρων F110, αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων, οι οποίοι είναι κρίσιμοι για το τουρκικό μαχητικό KAAN. Η κίνηση αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και στο Κογκρέσο, όπου επανέρχονται οι ανησυχίες για τους S-400 και την τουρκική πολιτική στην περιοχή.

Η πώληση των κινητήρων, ωστόσο, είναι το εύκολο μέρος του παζαριού. Το πραγματικό έπαθλο για τον Ερντογάν είναι τα F-35.

Υπενθυμίζεται ότι, η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα το 2019 μετά την παραλαβή των ρωσικών S-400. Το Πεντάγωνο έχει εξηγήσει επανειλημμένα ότι η ταυτόχρονη παρουσία S-400 και F-35 δημιουργεί κίνδυνο συλλογής ευαίσθητων δεδομένων για τα χαρακτηριστικά του αμερικανικού stealth μαχητικού. Επιπλέον, το Κογκρέσο έχει δημιουργήσει νομοθετικά εμπόδια στην επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα όσο το ρωσικό σύστημα παραμένει στην κατοχή της.

Εδώ ακριβώς θα δοκιμαστεί η πραγματική δύναμη της προσωπικής σχέσης Τραμπ–Ερντογάν. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει να εννοηθεί ότι μπορεί να υπάρξει μια εξέλιξη που θα ικανοποιήσει ιδιαίτερα την Τουρκία. Όμως ακόμη και ο Τραμπ δεν μπορεί να εξαφανίσει με μια πολιτική δήλωση τα τεχνικά προβλήματα των S-400 και την αντίσταση ισχυρών κύκλων στο Κογκρέσο.

Ένα πιθανό σενάριο είναι η Ουάσιγκτον να κινηθεί σταδιακά: πρώτα οι F110 και η ενίσχυση της συνεργασίας στο KAAN, στη συνέχεια μια φόρμουλα για τους S-400 και, μόνο σε τρίτο χρόνο, μια πραγματική συζήτηση για τα F-35. Η παράλληλη συζήτηση της Τουρκίας με Γαλλία και Ιταλία για τα συστήματα SAMP/T δείχνει επίσης ότι η Άγκυρα επιχειρεί να ενταχθεί βαθύτερα στη δυτική αμυντική βιομηχανική αρχιτεκτονική.

Η Γαλλία εμφανίζεται πλέον πιο ανοιχτή σε μια τέτοια συνεργασία, παρότι παραμένουν επιφυλάξεις που συνδέονται και με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η τουρκική αμυντική βιομηχανία αλλάζει το παιχνίδι

Υπάρχει όμως και η μεγαλύτερη εικόνα. Η Τουρκία δεν προσέρχεται πλέον στις ΗΠΑ μόνο ως πελάτης αμερικανικών όπλων. Προσέρχεται και ως παραγωγός.

Η τουρκική Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας αναφέρει εξαγωγές άνω των 10 δισ. δολαρίων στον αμυντικό και αεροδιαστημικό τομέα, ενώ ο Μαρκ Ρούτε έχει επισημάνει ότι περίπου 3.000 τουρκικές αμυντικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη βιομηχανική βάση της Συμμαχίας. Η ίδια η Σύνοδος της Άγκυρας δίνει ιδιαίτερο βάρος στην παραγωγή όπλων, στις κοινές προμήθειες και στην ολοκληρωμένη αεράμυνα.

Αυτό επιτρέπει στον Ερντογάν να αλλάξει το αφήγημα. Η Τουρκία δεν ζητά απλώς να αρθούν οι κυρώσεις. Υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί στις αμυντικές συναλλαγές μεταξύ συμμάχων αποδυναμώνουν το ίδιο το ΝΑΤΟ σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα.

Το «καμπανάκι» για την Αθήνα

Για την Ελλάδα, η νέα προσέγγιση Ουάσιγκτον – Άγκυρας δεν πρέπει ούτε να δραματοποιηθεί ούτε να υποτιμηθεί. Η Αθήνα έχει ήδη επενδύσει σε μια βαθιά αμυντική αναβάθμιση, με 20 F-35 σε παραγγελία, αναβάθμιση των F-16 και ένα πολυετές πρόγραμμα εξοπλισμών άνω των 25 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, μια μελλοντική επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα είχε σαφείς επιπτώσεις στον αεροπορικό συσχετισμό ισχύος. Ακόμη και χωρίς τα F-35, η αμερικανική στήριξη στους κινητήρες του KAAN ενισχύει μακροπρόθεσμα την τουρκική αμυντική αυτονομία. Δεν είναι τυχαίο ότι μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου έχουν συνδέσει τις αντιρρήσεις τους στις νέες πωλήσεις όπλων με τις τουρκικές κινήσεις έναντι Ελλάδας και Κύπρου.

Το βαθύτερο μήνυμα, όμως, είναι πολιτικό. Η Ουάσιγκτον του Τραμπ αξιολογεί τους συμμάχους με όρους χρησιμότητας, ισχύος και δυνατότητας ανάληψης ρίσκου. Η γεωπολιτική αξία δεν είναι μόνιμο κεκτημένο· πρέπει διαρκώς να αποδεικνύεται.

Ο Ερντογάν φαίνεται να το έχει κατανοήσει πλήρως. Στην Άγκυρα θα επιχειρήσει να πείσει τον Τραμπ ότι η Τουρκία δεν είναι πλέον ο «ταραξίας» που πρέπει να τιμωρηθεί, αλλά η περιφερειακή δύναμη χωρίς την οποία η Δύση δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη Ρωσία, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Συρία και το Ιράν.

Το ερώτημα είναι τι θα ζητήσει ως αντάλλαγμα. Και, κυρίως για την Αθήνα, πόσα από αυτά είναι διατεθειμένος να του δώσει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Με πληροφορίες από Reuters, New York Times, Associated Press και Fox News