Στη σημαντική πρόοδο που έχει καταγράψει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών της αναφέρεται ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), υπογραμμίζοντας ότι η χώρα συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των οικονομιών που έχουν βελτιώσει περισσότερο τη δημοσιονομική τους θέση μετά την πανδημία και εμφανίζουν μικρότερες ανάγκες πρόσθετης δημοσιονομικής προσαρμογής από αρκετές μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Ο ESM επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών που μείωσαν σημαντικά το δημόσιο χρέος και τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα μετά την πανδημία. Παράλληλα, σημειώνει ότι οι διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης και η αποκλιμάκωση των spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων αντανακλούν τη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων της χώρας.
Η Ελλάδα στις χώρες με τις χαμηλότερες ανάγκες δημοσιονομικής προσαρμογής έως το 2035
Οι αναλυτές του ESM υπολογίζουν τις σωρευτικές ανάγκες δημοσιονομικής προσαρμογής για την περίοδο 2026-2035, συνυπολογίζοντας τις ανάγκες:
- για τη διατήρηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους,
- το δημοσιονομικό κόστος της γήρανσης του πληθυσμού,
- την αύξηση των αμυντικών δαπανών και
- τις επιπτώσεις ενός δυσμενούς μακροοικονομικού σεναρίου.
Από τη σχετική ανάλυση προκύπτει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις χαμηλότερες συνολικές ανάγκες πρόσθετης δημοσιονομικής προσαρμογής στην Ευρωζώνη, καταγράφοντας καλύτερη εικόνα από οικονομίες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, το Βέλγιο και η Αυστρία.
Αυτό σημαίνει ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ESM, η χώρα χρειάζεται σαφώς μικρότερη πρόσθετη δημοσιονομική προσπάθεια την επόμενη δεκαετία σε σύγκριση με αρκετές μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών της τα τελευταία χρόνια.

Οι αμυντικές δαπάνες
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εκτίμηση του ESM για τις αμυντικές δαπάνες.
Παρότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται ήδη στις χώρες με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρώπη, το πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος που υπολογίζει ο Μηχανισμός έως το 2035 είναι σχετικά περιορισμένο σε σύγκριση με αρκετά άλλα κράτη-μέλη.
Σύμφωνα με την έκθεση, για την Ελλάδα ο στόχος αμυντικών δαπανών διαμορφώνεται στο 3,5% του ΑΕΠ, όπως επίσης για την Αυστρία, την Κύπρο, την Ιρλανδία και τη Μάλτα.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα είναι το δημογραφικό
Από την έκθεση προκύπτει ακόμη ότι η σημαντικότερη δημοσιονομική πρόκληση για την Ελλάδα την επόμενη δεκαετία δεν προέρχεται από ένα ενδεχόμενο δυσμενές οικονομικό σενάριο ή από την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών, αλλά από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ESM, το μεγαλύτερο μέρος των πρόσθετων αναγκών δημοσιονομικής προσαρμογής έως το 2035 αποδίδεται στις αυξημένες δημόσιες δαπάνες που σχετίζονται με τις δημογραφικές εξελίξεις, όπως οι συντάξεις, η υγειονομική περίθαλψη και η μακροχρόνια φροντίδα.
Η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και η αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων αναμένεται να ασκήσουν διαρκείς πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, καθιστώντας αναγκαίες πολιτικές που θα ενισχύσουν την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τη δυνητική ανάπτυξη της οικονομίας.
Με άλλα λόγια, ο ESM εκτιμά ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας θα εξαρτηθεί περισσότερο από την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος παρά από την αύξηση των αμυντικών δαπανών ή από ένα πρόσκαιρο εξωτερικό οικονομικό σοκ.
Τα μηνύματα για τις τράπεζες
Ο ESM προειδοποιεί ότι ακόμη και ένα υγιές τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποκομμένο από τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών.
Στο δυσμενές σενάριο, η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, η αύξηση του κόστους δανεισμού και η μεταβολή του επενδυτικού κλίματος θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να στηρίξουν την οικονομία, με έμμεσες επιπτώσεις και στις συνθήκες χρηματοδότησης των τραπεζών.
Η διαπίστωση αυτή δείχνει ότι, σε αντίθεση με την κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, ο τραπεζικός τομέας δεν βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των ανησυχιών των ευρωπαϊκών θεσμών.
Αντίθετα, η μεγαλύτερη πρόκληση αφορά τη διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας των κρατών και της εμπιστοσύνης των αγορών, καθώς μία επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών θα μπορούσε να επηρεάσει έμμεσα τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας μέσω του τραπεζικού συστήματος.
