Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα διεξάγεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η Μέση Ανατολή και η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας διαμορφώνουν ένα ενιαίο στρατηγικό περιβάλλον. Περισσότερο από μια συμβολική συνάντηση, αποτελεί ευκαιρία αξιολόγησης της ικανότητας της Συμμαχίας να μετατρέψει πολιτικές δεσμεύσεις σε πραγματικές στρατιωτικές, τεχνολογικές και βιομηχανικές δυνατότητες.
Η δημόσια ατζέντα επικεντρώνεται στην αποτροπή, στη συλλογική άμυνα και στη διατήρηση της συνοχής. Στο παρασκήνιο όμως κυριαρχούν ζητήματα όπως η εφαρμογή των NATO Regional Plans, η εξέλιξη του NATO Force Model, η υλοποίηση του NATO Defence Planning Process και η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των συμμάχων. Οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν τη δομή δυνάμεων, την ετοιμότητα και την ταχύτητα ανάπτυξης στρατιωτικών σχηματισμών.
Η αμυντική βιομηχανία αποτελεί πλέον βασικό πυλώνα της αποτροπής. Μέσα από το Defence Production Action Plan, το DIANA και το NATO Innovation Fund, η Συμμαχία επιδιώκει να ενισχύσει την καινοτομία, την παραγωγική ικανότητα και τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Τεχνητή νοημοσύνη, κυβερνοάμυνα, αυτόνομα συστήματα, αισθητήρες, λογισμικό διοίκησης και τεχνολογίες διττής χρήσης βρίσκονται στο επίκεντρο.
Η Τουρκία επιδιώκει να αξιοποιήσει τη Σύνοδο για να ενισχύσει τον γεωπολιτικό και βιομηχανικό της ρόλο. Η προσπάθεια δεν αφορά μόνο τη διπλωματία αλλά και την ενσωμάτωση της αμυντικής της βιομηχανίας στις δυτικές αλυσίδες παραγωγής. Η Άγκυρα προβάλλει τις δυνατότητές της σε UAV, ηλεκτρονικό πόλεμο, ναυτικές πλατφόρμες και αεροδιαστημική, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τη γεωγραφική της θέση ως κόμβο στρατηγικής κινητικότητας μεταξύ Ευρώπης, Μαύρης Θάλασσας και Μέσης Ανατολής.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η Συμμαχία μεταβαίνει από την έννοια των μεγάλων μόνιμων βάσεων σε ένα περισσότερο κατανεμημένο δίκτυο υποδομών υψηλής ετοιμότητας. Η προτοποθέτηση υλικού, η στρατιωτική κινητικότητα, τα logistics, η προστασία κρίσιμων υποδομών και οι Multi-Domain Operations αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Παράλληλα, η διασύνδεση πληροφοριών μέσω ISR και η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης επιταχύνουν τον κύκλο λήψης αποφάσεων.
Η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα τα οποία πρέπει να αξιοποιηθούν μέσα από εθνική στρατηγική. Η Αλεξανδρούπολη, η Θεσσαλονίκη και η Σούδα μπορούν να αποτελέσουν διασυνδεδεμένους κόμβους στρατηγικής κινητικότητας και υποστήριξης επιχειρήσεων, ενώ η Βόρεια Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της σύνδεσής της με τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα.
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία χρειάζεται να ενταχθεί πιο δυναμικά στα ευρωπαϊκά και νατοϊκά προγράμματα. Η ανάπτυξη δυνατοτήτων σε UAV, anti-UAV, λογισμικό, κυβερνοασφάλεια, αισθητήρες, προηγμένα ηλεκτρονικά και τεχνολογίες διττής χρήσης μπορεί να προσφέρει τόσο οικονομικά όσο και στρατηγικά οφέλη. Παράλληλα απαιτείται σταθερή συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, βιομηχανίας και Ενόπλων Δυνάμεων.
Η Ελλάδα οφείλει να λειτουργήσει όχι μόνο ως αξιόπιστος σύμμαχος αλλά και ως διαμορφωτής πολιτικής για τη νοτιοανατολική πτέρυγα. Η κατάθεση προτάσεων για θαλάσσια ασφάλεια, ενεργειακή ανθεκτικότητα, στρατιωτική κινητικότητα και προστασία κρίσιμων υποδομών θα ενισχύσει τη θέση της στις συζητήσεις της Συμμαχίας.
Η πραγματική επιτυχία της Συνόδου δεν θα μετρηθεί από το τελικό ανακοινωθέν αλλά από το ποια κράτη θα αποκτήσουν μεγαλύτερη επιρροή στον σχεδιασμό της επόμενης δεκαετίας. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε στρατηγική υπεραξία μέσω επενδύσεων στην καινοτομία, στην αμυντική βιομηχανία και στην ενεργή συμμετοχή στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
*Ο Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος είναι Διευθυντής Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Vytautas Magnus University, Kaunas
