Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα δύσκολο δίλημμα: να προχωρήσουν στον χαρακτηρισμό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC) ως τρομοκρατικής οργάνωσης, σταθμίζοντας το ενδεχόμενο μιας σοβαρής διπλωματικής και γεωπολιτικής κλιμάκωσης με την Τεχεράνη.
Μετά από μήνες έντονων διαβουλεύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε σε μια απόφαση - ορόσημο. Η καταχώριση του IRGC στην ευρωπαϊκή λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων αποτελεί σαφές πολιτικό μήνυμα με σημαντικές πρακτικές συνέπειες.
Στάση αναμονής και διπλωματικές επιφυλάξεις
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023, παρά τις εκκλήσεις, όπως αυτή του Ευρωκοινοβουλίου, η ΕΕ δεν προχώρησε στην καταχώριση, κυρίως λόγω σύνθετων νομικών και πολιτικών εμποδίων. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο απαιτεί να έχει προηγηθεί απόφαση αρμόδιας αρχής κράτους - μέλους που να συνδέει τον υπό καταχώριση φορέα με τρομοκρατικές ενέργειες. Ελλείψει τέτοιας βάσης, το Συμβούλιο κράτησε στάση αναμονής.
Παράλληλα, σημαντικές χώρες εξέφραζαν επιφυλάξεις. Η Γαλλία, μεταξύ άλλων, φοβόταν ότι η στοχοποίηση ενός τμήματος του ιρανικού κράτους θα οδηγούσε σε οριστική ρήξη των επαφών με την Τεχεράνη και θα έβλαπτε τις πιθανότητες μελλοντικού διαλόγου με το Ιράν. Αντί να προχωρήσει στο πιο αυστηρό βήμα, η ΕΕ υιοθέτησε εναλλακτικά μέτρα. Στα τέλη του 2023 εμφανίστηκε επιτέλους νομικό έρεισμα: μια δικαστική υπόθεση στη Γερμανία κάλυψε αυτό το κενό.
Η κορύφωση της καταστολής και η αλλαγή πλεύσης
Οι εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν στα τέλη του 2025 μετέβαλαν ριζικά τη δυναμική. Νέες μαζικές διαδηλώσεις ξέσπασαν στα τέλη Δεκεμβρίου, με τις δυνάμεις ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου του IRGC, να προβαίνουν στη φονικότερη καταστολή από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Η αμερικανική οργάνωση HRANA επιβεβαίωσε πάνω από 6.000 νεκρούς ενώ διερευνούσε χιλιάδες ακόμη περιπτώσεις, το ίδιο το ιρανικό καθεστώς παραδέχτηκε 3.117 θανάτους, και ορισμένες εκτιμήσεις έκαναν λόγο για έως και 30.000 θύματα.
Το σοκ από αυτά τα γεγονότα αφαίρεσε τα εναπομείναντα εμπόδια σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κυβερνήσεις που δίσταζαν θεώρησαν πλέον πολιτικά αδύνατη την αδράνεια. Στις 26 Ιανουαρίου 2026 η Ιταλία ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει επίσημα από την ΕΕ την προσθήκη των Φρουρών στη λίστα, μια θεαματική μεταστροφή για τη Ρώμη, που έως τότε συντασσόταν με τους επιφυλακτικούς. Ακολούθησε, δύο ημέρες μετά, η άρση των αντιστάσεων από τη Γαλλία και την Ισπανία. «Η αβάσταχτη καταστολή της ειρηνικής εξέγερσης του ιρανικού λαού δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη», δήλωσε ο Γάλλος ΥΠΕΞ Ζαν-Νοέλ Μπαρό αναγγέλλοντας ότι το Παρίσι θα στηρίξει την κίνηση.
Με τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες πλέον σύμφωνες, το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων στις 29 Ιανουαρίου 2026 έδωσε το πράσινο φως για την ένταξη του IRGC στην επίσημη ευρωπαϊκή λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων.
Υποστηρικτές και επιφυλακτικοί εντός της ΕΕ
Η Γερμανία πρωτοστάτησε εντός της Ένωσης. Ήδη από το 2023 η τότε ΥΠΕΞ Αναλένα Μπέρμποκ υποστήριζε δημοσίως την ένταξη του IRGC στη λίστα, αναγνωρίζοντας ωστόσο τα νομικά εμπόδια που υπήρχαν, ενώ τον Ιανουάριο 2026 ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επανέλαβε δημοσίως ότι «αν ένα καθεστώς μπορεί να κρατηθεί στην εξουσία μόνο μέσω βίας, τότε ουσιαστικά έχει τελειώσει». Στον πυρήνα των υποστηρικτών ανήκαν επίσης η Ολλανδία, η Εσθονία, η Φινλανδία και οι χώρες της Βαλτικής. Ο Ολλανδός ΥΠΕΞ Ντέιβιντ βαν Βηλ ήταν από τους πρώτους που ζήτησαν δημοσίως την καταχώριση, δηλώνοντας: «Πρέπει να στείλουμε το μήνυμα ότι η αιματοχυσία και η κτηνωδία της βίας κατά των διαδηλωτών δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές».
Από την πλευρά των επιφυλακτικών, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία αρχικά φοβούνταν ότι η στοχοποίηση του IRGC, ενός κρατικού οργάνου, θα οδηγούσε σε διπλωματικό αδιέξοδο και θα έθετε σε κίνδυνο τους υπηκόους τους που κρατούνταν στο Ιράν. Μετά όμως την κορύφωση της καταστολής, και οι τρεις χώρες υποστήριξαν τελικά την καταχώριση. Η Ιταλία ήταν η πρώτη που μεταστράφηκε, τον Ιανουάριο 2026, με τον ΥΠΕΞ Ταγιάνι να προτείνει ανοικτά την καταχώριση του IRGC.
Το νομικό πλαίσιο και η διαδικασία
Βάσει του ευρωπαϊκού πλαισίου, προϋπόθεση για μια νέα καταχώριση είναι να έχει ήδη ληφθεί απόφαση από κάποια αρμόδια αρχή, δικαστήριο ή υπηρεσία ασφαλείας, κράτους-μέλους που να αφορά τρομοκρατική δραστηριότητα του εν λόγω φορέα. Στην περίπτωση του IRGC, το κριτήριο αυτό καλύφθηκε από μια δικαστική υπόθεση στη Γερμανία το 2023. Το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε ομόφωνα την απόφαση, συνοδευόμενη από κανονισμό ώστε να εφαρμοστεί άμεσα σε όλα τα κράτη - μέλη.
Από νομικής πλευράς, η καταχώριση σημαίνει ότι κάθε συνεισφορά ή συνεργασία με τους Φρουρούς της Επανάστασης εμπίπτει πλέον στις αυστηρές διατάξεις περί τρομοκρατίας: η χρηματοδότηση ή άλλη υλική υποστήριξη προς τον IRGC συνιστά ποινικό αδίκημα σε όλη την ΕΕ, ενώ ακόμη και η δημόσια ανάρτηση συμβόλων ή η στρατολόγηση υπέρ του σώματος μπορεί να διωχθεί ως πράξη υποστήριξης σε τρομοκρατική οργάνωση.
Πρακτικές συνέπειες εντός της ΕΕ
Η απόφαση συνεπάγεται το πλήρες πάγωμα τυχόν περιουσιακών στοιχείων του IRGC στην Ευρώπη και την καθολική απαγόρευση διάθεσης οικονομικών πόρων προς αυτόν. Πολλά ηγετικά στελέχη και οντότητες του σώματος τελούσαν ήδη υπό καθεστώς κυρώσεων, οπότε το άμεσο οικονομικό αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι περιορισμένο. Ωστόσο, η νομική διαφορά είναι ουσιώδης: πλέον κάθε υλική ή χρηματική υποστήριξη προς τους Φρουρούς θεωρείται χρηματοδότηση τρομοκρατίας και διώκεται ποινικά σε όλα τα κράτη-μέλη.
Συνολικά, η καταχώριση στέλνει ένα σαφές μήνυμα απονομιμοποίησης: η ΕΕ αντιμετωπίζει επισήμως τον IRGC ως τρομοκρατική οργάνωση, εντάσσοντάς τον στην ίδια λίστα με ομάδες όπως η Χαμάς και της Χεζμπολάχ. Η ίδια η Κάλας τόνισε ότι η κίνηση αυτή θέτει τον IRGC «στο ίδιο επίπεδο με τη Χεζμπολάχ, την Αλ Κάιντα, τη Χαμάς και τον ISIS».
Διπλωματικές προεκτάσεις
Η απόφαση αναπόφευκτα οξύνει τις σχέσεις ΕΕ - Ιράν, αλλά δεν προκαλεί αυτόματη διακοπή τους. Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έκλεισε την πρεσβεία της στην Τεχεράνη μετά την ένταξη του IRGC στη λίστα, αν και η Ιταλία είχε ήδη ανακοινώσει από τις 15 Ιανουαρίου 2026, δύο εβδομάδες πριν από την καταχώριση, ως προληπτικό μέτρο ασφαλείας λόγω των βίαιων επεισοδίων και της εξαιρετικά βίαιης καταστολής, σημαντική μείωση του προσωπικού της πρεσβείας της, με επιστροφή διπλωματών στη Ρώμη. Το Ιράν καταδίκασε ως «παράνομη» και «εχθρική» την κίνηση και προειδοποίησε για «συνέπειες», φτάνοντας στο σημείο να χαρακτηρίσει συμβολικά όλες τις ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις ως «τρομοκρατικές» σε ανταπόδοση.
Παρότι οι διμερείς σχέσεις βρίσκονται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, δεν επήλθε πλήρης ρήξη. Οι διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν ανοιχτοί, κυρίως για προξενικά και ανθρωπιστικά ζητήματα, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εντείνουν την επαγρύπνηση για πιθανές έμμεσες αντιδράσεις της Τεχεράνης.
Επιπτώσεις στις σχέσεις ΕΕ-Ισραήλ
Το Ισραήλ χαιρέτισε την ευρωπαϊκή απόφαση ως «ιστορική» και εκτίμησε ότι θα δυσκολέψει και θα ποινικοποιήσει τη δράση των Φρουρών στην Ευρώπη. Σε διπλωματικό επίπεδο, η ευθυγράμμιση της ΕΕ με τη σκληρή γραμμή έναντι του IRGC ερμηνεύεται ως σημαντικό μήνυμα σύγκλισης προς το Ισραήλ και άλλους δυτικούς συμμάχους. Είναι πιθανό να διευκολυνθεί περαιτέρω η συνεργασία στον τομέα της αντιτρομοκρατίας, μέσω ανταλλαγής πληροφοριών για δίκτυα του IRGC σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Η ΕΕ πάντως ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για μια ενέργεια νομικοπολιτική, αντίδραση σε παραβιάσεις δικαιωμάτων, και όχι κίνηση στρατιωτικής εμπλοκής, επιβεβαιώνοντας έτσι την προσήλωσή της στο κράτος δικαίου. Το αποτέλεσμα όμως είναι όντως μια σαφής σύγκλιση ΕΕ - Ισραήλ, που φέρνει την Ευρώπη πιο κοντά στη σκληρή στάση των συμμάχων της έναντι της Τεχεράνης.
Η ενέργεια αυτή ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτικής μάχης στην ΕΕ. Στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι η Ευρώπη δεν ανέχεται την ακραία καταστολή και τη διάδοση τρομοκρατίας, αλλά συνοδεύεται και από κόστος. Θα οξύνει μεν την αντιπαράθεση με την Τεχεράνη, όμως παράλληλα ενισχύει το ενιαίο μέτωπο της ΕΕ με τους συμμάχους της απέναντι στην ιρανική απειλή.
*Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.
Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας ως Chief Social Media Officer την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.
