Η Ελβετία θα πρέπει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο οι αμερικανικοί δασμοί να παραμείνουν σε ισχύ μόνιμα, σύμφωνα με δήλωση του επικεφαλής της Κρατικής Γραμματείας Οικονομικών Υποθέσεων (SECO) που δημοσιεύθηκε την Κυριακή, παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ την περασμένη εβδομάδα.
Η Ελβετία ήταν μία από τις χώρες που βρέθηκαν στο στόχαστρο του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μετά την επιβολή αυστηρών δασμών στους παγκόσμιους εμπορικούς εταίρους πέρυσι, και υπέστη τους υψηλότερους δασμούς στην Ευρώπη, πριν τελικά μειωθούν, αναφέρει το Reuters.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε την περασμένη εβδομάδα το πρόγραμμα δασμών του Τραμπ, με τον τελευταίο να ανακοινώνει ως απάντηση την επιβολή δασμών 15% σε όλα τα προϊόντα. Η Helene Budliger Artieda της SECO, του φορέα που διαπραγματεύτηκε τους δασμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε τεχνικό επίπεδο, δήλωσε στην ελβετική εφημερίδα SonntagsBlick ότι αναμένει να παραμείνουν οι δασμοί.
«Υποψιάζομαι ότι θα πρέπει να συμβιβαστούμε με τους αμερικανικούς δασμούς», δήλωσε η Budliger Artieda. Πρόσθεσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε υποδείξει εναλλακτικές νομικές οδούς για τη διατήρηση των δασμών, όπως η επίκληση διατάξεων εθνικής ασφάλειας ή η αναφορά σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Οι ελβετικές αρχές αξιολογούν επί του παρόντος τον αντίκτυπο της ανακοίνωσης του Τραμπ για την επιβολή παγκόσμιου δασμού 15%. Η Budliger Artieda δήλωσε ότι το συνολικό επίπεδο των τελωνειακών δασμών για τα ελβετικά προϊόντα πιθανότατα θα παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητο.
«Είναι σαφές ότι η αμερικανική κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στους στόχους της εμπορικής της πολιτικής: μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, επίτευξη μεγαλύτερης αμοιβαιότητας στο διεθνές εμπόριο και επαναφορά της παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Η Βέρνη και η Ουάσιγκτον κατέληξαν σε μια συμφωνία-πλαίσιο τον Νοέμβριο για να αποφευχθεί ένας πλήρης εμπορικός πόλεμος. Σύμφωνα με τη συμφωνία, οι δασμοί στις ελβετικές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν από 39% σε 15%, ευθυγραμμίζοντάς τους με το ποσοστό που εφαρμόζεται στους εξαγωγείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε αντάλλαγμα, οι ελβετικές εταιρείες δεσμεύτηκαν να πραγματοποιήσουν επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες συνολικού ύψους 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το τέλος του 2028.
Οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν τότε να οριστικοποιήσουν τη συμφωνία έως το τέλος Μαρτίου, και οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, δήλωσε η Budliger Artieda. Επίσης, ανέφερε ότι η SECO ήρθε σε επαφή με αξιωματούχους του εμπορίου των ΗΠΑ μετά την απόφαση του δικαστηρίου.
