Γαλλία: Η πρόβα τζενεράλε της μετά Μακρόν εποχής και η «ήσυχη κανονικοποίηση» της Ακροδεξιάς
AP Photo/Emma Da Silva
AP Photo/Emma Da Silva

Γαλλία: Η πρόβα τζενεράλε της μετά Μακρόν εποχής και η «ήσυχη κανονικοποίηση» της Ακροδεξιάς

Βαρόμετρο για τις κρίσιμες προεδρικές εκλογές του 2027, οι οποίες θα σηματοδοτήσουν τη μετάβαση της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας στη μετά Μακρόν εποχή, αποτελεί ο σημερινός δεύτερος γύρος των δημοτικών εκλογών σε ένα πολιτικό τοπίο κατακερματισμένο όσο πότε άλλοτε και με ανοιχτό το ερώτημα πόσο θα επεκτείνει την επιρροή της η Άκρα Δεξιά των Λεπέν-Μπαρντελά και σε ποιο βαθμό μπορεί ο ετερόκλητος κορμός της Αριστεράς να υψώσει αποτελεσματικό ανάχωμα. 

Το βλέμμα καρφώνεται στην έκβαση της αναμέτρησης στις μεγάλες πόλεις, αρχής γενομένης από το Παρίσι, -η πρωτεύουσα ανέκαθεν αποτελούσε σύμβολο και την τελευταία 25ετία προπύργιο της Αριστεράς- και έπονται η Μασσαλία, η Τουλόν και η Νίκαια ως πεδία όπου θα μετρηθεί η δυναμική της Εθνικής Συσπείρωσης (ΡΝ). Οι μεγάλες αστικές περιοχές είναι εκεί όπου οι πολιτικοί συσχετισμοί αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα και όπου οι στρατηγικές συμμαχιών δοκιμάζονται στην πράξη.

Οι δημοτικές εκλογές Γαλλία δεν ήταν ποτέ απλώς μία εκλογική διαδικασία τοπικού χαρακτήρα, πολλώ δε μάλλον τώρα που η επομένη της κάλπης θα σημάνει την έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας για το 2027 σε ένα περιβάλλον κανονικοποίησης της Άκρας Δεξιάς στο πολιτικό σύστημα, και καθώς οι πολιτικές γραμμές θολώνουν και οι παραδοσιακοί μηχανισμοί ανάσχεσης αποδυναμώνονται - το «υγειονομικό φράγμα» κατά της Άκρας Δεξιάς δεν έχει μεν πλήρως διαρραγεί αλλά από πλευράς Ρεπουμπλικανών έχει πλέον χαλαρώσει επικίνδυνα. 

Η εκλογική διαδικασία εκτυλίσσεται σε δύο φάσεις. Η συντριπτική πλειονότητα των περίπου 35.000 δήμων και κοινοτήτων της χώρας έχει ήδη εκλέξει δημοτικές αρχές από τον πρώτο γύρο της 15ης Μαρτίου, παρά την υψηλή αποχή που άγγιξε το 42%, ποσοστό που καταγράφηκε ως από τα υψηλότερα εκτός περιόδων έκτακτων συνθηκών, όπως της πανδημίας. Ο σημερινός δεύτερος γύρος, που αφορά περίπου 1.500 και πλέον δήμους -και κυρίως μεγάλα αστικά κέντρα- είναι εκείνος που συγκεντρώνει το πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς τα αποτελέσματά του αναμένεται να αξιολογηθούν ως ενδείξεις για την ευρύτερη πολιτική κατεύθυνση της χώρας. 

Η Εθνική Συσπείρωση (RN) της Μαρίν Λε Πεν, με πρόεδρο τον Ζορντάν Μπαρντελά, αντιμετωπίζει αυτές τις εκλογές ως ευκαιρία να παγιώσει τη δυναμική που έχει ήδη καταγράψει σε εθνικό επίπεδο. Παρότι ιστορικά δεν έχει επιδείξει ανάλογες επιδόσεις σε δημοτικές εκλογές, η ενίσχυσή της στις ευρωεκλογές και ιδίως στις βουλευτικές εκλογές του 2024, όπου και αναδείχθηκε πρώτη δύναμη, δημιουργεί διαφορετικές προσδοκίες. Το γεγονός ότι «κατέβασε» ψηφοδέλτια-ρεκόρ και συμμετέχει στον δεύτερο γύρο σε περίπου 260 δήμους υποδηλώνει μια στρατηγική εμβάθυνσης της τοπικής της παρουσίας, η οποία μέχρι σήμερα παραμένει περιορισμένη.

Τα πρώτα αποτελέσματα παρέπεμψαν σε μία διττή εικόνα. Από τη μία πλευρά, η Εθνική Συσπείρωση καταγράφει ισχυρά ποσοστά σε ορισμένες περιοχές, με υποψηφίους όπως η Λορ Λαβαλέτ στην Τουλόν να ξεπερνούν το 40% και να προηγούνται με διψήφια διαφορά. Από την άλλη, δεν επιτυγχάνει την ισχυρή επικράτηση που θα συνιστούσε σαφή τομή στο πολιτικό τοπίο. Σε πόλεις-στόχους, όπως η Μασσαλία, ο ακροδεξιός υποψήφιος Φρανκ Αλιζιό βρίσκεται σχεδόν ισόπαλος με τον απερχόμενο σοσιαλιστή δήμαρχο Μπενουά Παγιάν, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το κόμμα σημειώνει πρόοδο αλλά χωρίς να καταγράφει την «καθαρή νίκη» που επιδίωκε σε αστικά κέντρα-κλειδιά.

Η περίπτωση της Μασσαλίας είναι ενδεικτική των σύνθετων ισορροπιών. Ο Μπενουά Παγιάν επιχειρεί να διατηρήσει τη δημαρχία στηριζόμενος σε μια εύθραυστη συμμαχία της Αριστεράς, ενώ η απόσυρση του υποψηφίου της Ανυπότακτης Γαλλίας ενισχύει τη θέση του. Ωστόσο, η παραμονή στην κούρσα της υποψήφιας της Δεξιάς και του Κέντρου περιορίζει τα περιθώρια συσπείρωσης. Στην Τουλόν, η Λαβαλέτ εμφανίζεται σε πλεονεκτική θέση, ενώ στη Νίκαια η πιθανή επικράτηση του Ερίκ Σιοτί -πρώην επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων που προσέγγισε την Λεπέν και ηγείται νέου σχήματος- αναδεικνύει τη διείσδυση της Ακροδεξιάς μέσω συνεργασιών με τμήματα της παραδοσιακής Δεξιάς.

Στο Παρίσι, πέραν του ότι η εκλογική μάχη έχει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, συμπυκνώνει τη σημασία των μετακινήσεων ψηφοφόρων και των άτυπων συγκλίσεων μεταξύ διαφορετικών πολιτικών χώρων. Ο σοσιαλιστής Εμανουέλ Γκρεγκουάρ, στενός συνεργάτης της απερχόμενης δημάρχου Αν Ινταλγκό, προηγείται στον πρώτο γύρο, ωστόσο η Ρασιντά Ντατί, πρώην υπουργός του Μακρόν και υποψήφια της Δεξιάς, επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη στήριξη του υποψηφίου του μακρονικού «στρατοπέδου» Πιερ-Ιβ Μπουρναζέλ, καθώς και τη στάση της ακροδεξιάς υποψήφιας Σαρά Κναφό, η οποία κάλεσε εμμέσως σε καταψήφιση της Aριστεράς, ενώ η ίδια η Ντατί απέφυγε να χαρακτηρίσει την Κναφό ως ακροδεξιά ζητώντας τη στήριξη των ψηφοφόρων της RN.

Η πολυδιάσπαση είναι το κεντρικό στοιχείο του πολιτικού σκηνικού. Σε πολλές πόλεις στον δεύτερο γύρο προκρίνονται τέσσερις ή και πέντε υποψήφιοι, γεγονός που καταδεικνύει την ένταση του κατακερματισμού και καθιστά τις συμμαχίες καθοριστικό παράγοντα. Η πολυπλοκότητα αυτή ενισχύει τη σημασία των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο γύρων, όπου μικρές μετατοπίσεις μπορούν να καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα.

Στο πλαίσιο αυτό, τη μεγάλη εικόνα δίνει το editorial της εφημερίδας Le Monde, το οποίο εστιάζει σε μια βαθύτερη μεταβολή: την αποδυνάμωση του λεγόμενου «ρεπουμπλικανικού μετώπου». Όπως σημειώνει η εφημερίδα, η πρακτική της απόσυρσης υποψηφίων για την αποτροπή της εκλογής της Άκρας Δεξιάς υποχωρεί αισθητά. Τα κομματικά επιτελεία αποφεύγουν να δώσουν σαφείς οδηγίες, ενώ πολλοί υποψήφιοι επιλέγουν να παραμείνουν στην εκλογική μάχη, ακόμη και όταν αυτό αυξάνει τις πιθανότητες επικράτησης της Εθνικής Συσπείρωσης.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, κατά τον Monde, με μια διαδικασία «ήσυχης κανονικοποίησης» της Ακροδεξιάς. Η παρουσία της στο εκλογικό πεδίο αντιμετωπίζεται πλέον με λιγότερη πολιτική απομόνωση, ενώ η απουσία συντονισμένων αντιδράσεων επιτρέπει τη σταδιακή ενσωμάτωσή της στη συνήθη πολιτική αντιπαράθεση. Η κανονικοποίηση αυτή δεν εκδηλώνεται με θεαματικές μεταβολές, αλλά μέσα από τη χαλάρωση των αντανακλαστικών που επί δεκαετίες λειτουργούσαν ως ανάχωμα.

Η προεκλογική περίοδος μεταξύ των δύο γύρων χαρακτηρίστηκε από έντονη ρητορική αντιπαράθεση. Δηλώσεις, επιθέσεις και προσωπικές αιχμές -ακόμη και μεταξύ συμμάχων- υποκατέστησαν σε μεγάλο βαθμό τα ζητήματα τοπικής διακυβέρνησης. Η ένταση αυτή είναι εμφανής και εντός της Αριστεράς, όπου στελέχη της Ανυπότακτης Γαλλίας του Ζαν-Λυκ Μελανσόν συγκρούονται δημόσια με Σοσιαλιστές, ενώ δεν λείπουν οι αλληλοκατηγορίες ακόμη και μετά από εκλογικές συνεργασίες.

Στην Αριστερά, η κατάσταση παραμένει σύνθετη. Ο Ολιβιέ Φορ, επικεφαλής του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έχει αποκλείσει μια εθνική συμφωνία με την Ανυπότακτη Γαλλία, ωστόσο σε τοπικό επίπεδο παρατηρούνται πολλαπλές συμπράξεις. Σε πόλεις όπως η Λυών και η Ναντ, υποψήφιοι συνεργάζονται, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην Τουλούζη, σοσιαλιστές στηρίζουν υποψηφίους της ριζοσπαστικής αριστεράς. Οι επιλογές αυτές προκαλούν αντιδράσεις, με προσωπικότητες όπως ο Ραφαέλ Γκλυκσμάν να ασκούν έντονη κριτική.

Η άνοδος της Ανυπότακτης Γαλλίας του Μελανσόν -ο οποίος αναμένεται ευρέως να διεκδικήσει για τέταρτη φορά την προεδρία- επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου. Το κόμμα κατέγραψε σημαντικές επιδόσεις σε πόλεις όπως η Λιλ, η Τουλούζη και η Ρουμπαί, κινητοποιώντας κυρίως νεότερους ψηφοφόρους και αστικά στρώματα. Η δυναμική αυτή ενισχύει τον ρόλο του Μελανσόν ως βασικού παράγοντα εν όψει του 2027, αλλά ταυτόχρονα επιτείνει τα διλήμματα για τους μετριοπαθείς συμμάχους του.

Από την πλευρά του Κέντρου και της Κεντροδεξιάς, η εικόνα είναι εξίσου πιεστική. Οι δυνάμεις που συνδέονται με τον Εμανουέλ Μακρόν βρίσκονται σε άμυνα και περιορισμένες σε τοπικό επίπεδο, ενώ υποψήφιοι όπως ο Εντουάρ Φιλίπ στη Χάβρη επιδιώκουν να διατηρήσουν την πολιτική τους επιρροή εν όψει της προεδρικής αναμέτρησης. Την ίδια στιγμή, η άνοδος της Ακροδεξιάς απορροφά μέρος του εκλογικού ακροατηρίου της παραδοσιακής δεξιάς, επιτείνοντας την πίεση. Η ενίσχυση της Εθνικής Συσπείρωσης της Μαρίν Λε Πεν, η άνοδος της Ανυπότακτης Γαλλίας του Ζαν-Λυκ Μελανσόν και η αδυναμία συγκρότησης σταθερών συμμαχιών από τις μετριοπαθείς δυνάμεις συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης ρευστότητας.

Στις δημοσκοπήσεις η Εθνική Συσπείρωση εμφανίζεται πλέον σταθερά ως πρώτη δύναμη στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2027. Η Εθνική Συσπείρωση προηγείται είτε με τη Μαρίν Λεπέν -υπό την αίρεση της τελικής δικαστικής έκβασης στην υπόθεση της κατάχρησης ευρωπαϊκών κονδυλίων- είτε με τον Ζορντάν Μπαρντελά, που έχει ήδη κατοχυρώσει ρόλο βασικού διεκδικητή και πιθανού διαδόχου. Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι η δυναμική αυτή δεν περιορίζεται στον πρώτο γύρο: σε αρκετά σενάρια, η Ακροδεξιά εμφανίζεται ανταγωνιστική και στον δεύτερο, καθώς η παραδοσιακή «δημοκρατική συσπείρωση» δείχνει αποδυναμωμένη.