Το εκκρεμές της κρίσης ΗΠΑ - Ιράν: Μεταξύ στρατιωτικής δράσης και διαπραγμάτευσης
Το αεροπλανοφόρο «USS Abraham Lincoln» στην αιχμή της αμερικανικής δύναμης πυρός που συγκεντρώνεται στη Μέση Ανατολή
Το αεροπλανοφόρο «USS Abraham Lincoln» στην αιχμή της αμερικανικής δύναμης πυρός που συγκεντρώνεται στη Μέση Ανατολή

Το εκκρεμές της κρίσης ΗΠΑ - Ιράν: Μεταξύ στρατιωτικής δράσης και διαπραγμάτευσης

Στις ώρες της μέγιστης αμερικανικής πίεσης -και με ανοιχτό το ερώτημα όχι μόνο εάν και πώς μπορεί να χτυπήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά κυρίως τι θα ακολουθήσει την επόμενη ημέρα- το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν κινείται σε διττή τροχιά προβάλλοντας προς τα έξω εικόνα αποφασιστικότητας με δημόσιες προειδοποιήσεις Χαμενεΐ περί περιφερειακής ανάφλεξης εάν δεχθεί επίθεση, ενώ ταυτόχρονα στέλνει, διά στόματος του προέδρου Μεσούντ Πεζεσκιάν, σήματα διαθεσιμότητας για διαπραγμάτευση με τις Ηνωμένες Πολιτείες επί του πυρηνικού του προγράμματος

Αντιστοίχως, και με αιχμή την παρουσία του αεροπλανοφόρου «USS Abraham Lincoln» στην περιοχή, ο Ντόναλντ Τραμπ εκπέμπει προς τη θεοκρατία του Ιράν ότι βρίσκεται με το «δάχτυλο στη σκανδάλη» διαμηνύοντας ότι «ο χρόνος εξαντλείται», ενώ παράλληλα επιβεβαιώνει ότι οι διπλωματικοί δίαυλοι των ΗΠΑ είναι ανοιχτοί και «σοβαρές» παρασκηνιακές επαφές βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης - χωρίς να είναι σαφές εάν αυτές μπορούν να καταλήξουν σε μια συμφωνία ικανή να αποτρέψει τη σύγκρουση. Το διακύβευμα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το εάν θα υπάρξει αμερικανικό πλήγμα, αλλά κυρίως το πώς θα διαμορφωθεί το τοπίο στην επόμενη ημέρα. 

Η τελευταία εξέλιξη στο πεδίο της κρίσης ΗΠΑ-Ιράν είναι η εντολή που έδωσε ο πρόεδρος Μεσούντ Πεζεσκιάν να ξεκινήσουν συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το πυρηνικό πρόγραμμα, όπως μετέδωσε το ιρανικό πρακτορείο Fars και αναπαρήγαγαν τόσο κυβερνητικές, όσο και από μεταρρυθμιστικές εφημερίδες. Ο ίδιος ο Πεζεσκιάν συγκαταλέγεται στις μετριοπαθείς φωνές για τα δεδομένα πάντα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Το πλαίσιο των συνομιλιών, σύμφωνα με την Τεχεράνη, βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση, με τον εκπρόσωπο του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ να δηλώνει ότι εξετάζονται και οριστικοποιούνται τα επιμέρους στάδια της διπλωματικής διαδικασίας. Κατά το πρακτορείο Tasnim, οι διαπραγματεύσεις θα λάβουν χώρα μεταξύ του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, και του ειδικού απεσταλμένου του προέδρου των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ. Ο τελευταίος, κατά πληροφορίες, αναμένεται να μεταβεί σήμερα στο Ισραήλ για συνομιλίες με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που θα επικεντρωθούν στο ζήτημα του Ιράν πέραν των επόμενων βημάτων που αφορούν τη Γάζα.

Το «άνοιγμα» του Ιράν είναι ωστόσο σαφώς περιορισμένο, εξ ου και οι προσδοκίες είναι μικρές. Το καθεστώς δηλώνει έτοιμο να συζητήσει το πυρηνικό πρόγραμμα -σχετικές συνομιλίες είχε άλλωστε προϋπάρξει με τις ΗΠΑ πριν την αμερικανική στρατιωτική δράση του Ιουνίου-, όχι όμως βαλλιστικό οπλοστάσιο και τις αμυντικές του δυνατότητες, τις οποίες θεωρεί βασικό πυλώνα αποτροπής. Το ίδιο ισχύει και για το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων και πληρεξουσίων, από τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς έως τους Χούθι και ένοπλες ομάδες στο Ιράκ, παρότι αναλυτές εκτιμούν ότι, υπό οικονομική πίεση, το Ιράν θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες. 

Η οριστική εγκατάλειψη κάθε μορφής εμπλουτισμού ουρανίου, η μείωση του οπλοστασίου βαλλιστικών πυραύλων και το τέλος της εξαγωγής τρομοκρατίας είναι ακριβώς οι στρατηγικοί στόχοι που τίθενται από τις Ηνωμένες Πολιτείες αφότου η βάναυση καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων έφερε την προειδοποίηση Τραμπ περί στρατιωτικής δράσης κατά του σκοταδιστικού καθεστώτος.

Στο εσωτερικό, το ιρανικό καθεστώς εμφανίζεται αποδυναμωμένο από τη βαθιά οικονομική κρίση και τις μαζικές διαδηλώσεις που καταπνίγηκαν βίαια. Παρά τον αναβρασμό ωστόσο, δεν έχουν παρουσιαστεί ρωγμές στους Φρουρούς της Επανάστασης ή στον βασικό μηχανισμό ασφαλείας που θα υποδήλωναν άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης.

Η ηγεσία διατηρεί τον έλεγχο, με εθνικιστική ρητορική και καλλιεργώντας την εικόνα της εξωτερικής απειλής. Ωστόσο, το καθεστώς Χαμενεΐ φοβάται πως αυτή τη φορά μπορεί πράγματι να έρχεται το τέλος του - όπως φοβούνται από πλευράς τους περιφερειακές «παίκτες» για μία ευρύτερη αποσταθεροποίηση εάν έπειτα από ένα αμερικανικό πλήγμα εις βάρος ενός καθεστώτος που και οι ίδιοι απεχθάνονται, η κατάσταση μπορεί τεθεί εκτός ελέγχου, γεγονός που εξηγεί και τις πιέσεις που ασκούν Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ομάν και Αίγυπτος προς την προεδρία Τραμπ.

Διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν διεκδικεί σταθερά και διακαώς η Τουρκία, όπου και βρέθηκε προ ημερών ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί. Από πλευράς του ο πρωθυπουργός του Κατάρ, σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν Αλ Θάνι, επισκέφθηκε το Σαββατοκύριακο την Τεχεράνη για συνάντηση με τον επικεφαλής του ιρανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, Αλί Λαριτζανί, στο πλαίσιο προσπαθειών για τη μείωση της έντασης.

Απέναντι σε αυτή την εικόνα, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί μια στρατηγική σκόπιμης ασάφειας. Δηλώνει ότι ελπίζει σε μια συμφωνία που θα απέτρεπε τη στρατιωτική κλιμάκωση, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναπτύξει στην περιοχή «τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα πλοία στον κόσμο». Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επιβεβαιώσει ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη συνομιλίες με την Τεχεράνη. «Το Ιράν μιλάει μαζί μας» και «θα δούμε αν μπορούμε να κάνουμε κάτι» λέει, προσθέτοντας πως σε διαφορετική περίπτωση «θα δούμε τι θα συμβεί». Παράλληλα, αναφέρει πως αποφεύγει να ενημερώσει πλήρως τους περιφερειακούς συμμάχους για τους αμερικανικούς σχεδιασμούς· επικαλούμενος λόγους ασφαλείας, λέει ότι η αποκάλυψη λεπτομερειών «θα ήταν σχεδόν τόσο κακή όσο το να ειπωθούν δημόσια».

Οι σχετικές δηλώσεις Τραμπ ήλθαν ως απάντηση στις προειδοποιήσεις του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ότι οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση θα οδηγούσε σε έναν περιφερειακό πόλεμο. «Οι Αμερικανοί πρέπει να γνωρίζουν ότι αν ξεκινήσουν πόλεμο, αυτή τη φορά θα είναι ένας περιφερειακός πόλεμος», ανέφερε ο Χαμενεΐ, προσθέτοντας ότι το Ιράν «δεν επιδιώκει να επιτεθεί σε καμία χώρα», αλλά «θα δώσει ένα ισχυρό πλήγμα σε όποιον το επιτεθεί ή το παρενοχλήσει». Ερωτηθείς σχετικά, ο Τραμπ αντέδρασε λακωνικά, λέγοντας ότι «φυσικά θα το έλεγε αυτό [σ.σ. ο Χαμενεΐ]» για να προσθέσει: «Ελπίζουμε να κάνουμε μια συμφωνία». Αν δεν κάνουμε συμφωνία, τότε θα το δούμε - θα δούμε αν είχε δίκιο ή όχι».

Το ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης συνδέεται και με τον χρονικό παράγοντα του Ραμαζανιού, που ξεκινά στις 17 Φεβρουαρίου και λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την εκτίμηση του «παραθύρου» ενός πιθανού αμερικανικού πλήγματος. Το Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει με πυραυλικά πλήγματα κατά αμερικανικών βάσεων, πλοίων και συμμάχων, ιδίως του Ισραήλ.

Αναλυτές του Atlantic Council προσεγγίζουν από διαφορετικές σκοπιές το ερώτημα της επόμενης ημέρας μίας ενδεχόμενης αμερικανικής επίθεσης. Ο Τζέισον Μπρόντσκι, επικεφαλής του οργανισμού United Against Nuclear Iran, εκτιμά πως το τι θα ακολουθήσει εξαρτάται από την έκταση και τους στόχους των αμερικανικών πληγμάτων. Ένα χτύπημα που θα στόχευε την ανώτατη ηγεσία, συμπεριλαμβανομένου του Αγιατολάχ Χαμενεΐ, θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση και αποδιοργάνωση στους Φρουρούς και τον μηχανισμό ασφαλείας, δημιουργώντας αβεβαιότητα ως προς την αλυσίδα διοίκησης, και, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει ακόμη και σε κατάρρευση του καθεστώτος, κατά τον ίδιο.

Αντίθετα, ο Ντάνι Σιτρίνoβιτς, με μακρά θητεία σε θέσεις ευθύνης στην ισραηλινή στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, υποστηρίζει ότι το πιθανότερο είναι πως ένα αμερικανικό πλήγμα θα συσπειρώσει την ελίτ γύρω από το καθεστώς, περιθωριοποιώντας τους διαδηλωτές και ενδυναμώνοντας το αφήγημα της εξωτερικής πολιορκίας που καλλιεργεί εδώ και δεκαετίες το καθεστώς, οδηγώντας σε μεγαλύτερη καταστολή και μεγαλύτερη αστάθεια.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Νέιτ Σουάνσον, πρώην διευθυντής για το Ιράν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ και μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας της κυβέρνησης Τραμπ, περιγράφει το εύρος των επιλογών του Αμερικανού προέδρου: από συμβολικά πλήγματα και κυβερνοεπιθέσεις, έως χτυπήματα κατά του μηχανισμού ασφαλείας ή ακόμη και της ανώτατης ηγεσίας. Η παρουσία του «USS Abraham Lincoln», σημειώνει, προσφέρει τόσο επιχειρησιακή ευελιξία όσο και ψυχολογικό πλεονέκτημα, καθώς το Ιράν γνωρίζει ότι οποιαδήποτε απάντηση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση.

Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις των ειδικών, κοινός παρονομαστής παραμένει η αβεβαιότητα της επόμενης ημέρας. Ένα εκτεταμένο σενάριο, ιδίως εάν περιλάμβανε την εξόντωση του ανώτατου ηγέτη, θα άνοιγε κατά πολλούς ένα πρωτοφανές κενό εξουσίας σε μια χώρα 90 εκατομμυρίων κατοίκων, με δυνητικές συνέπειες που θα ξεπερνούσαν τα σύνορά της, από την αποσταθεροποίηση της περιοχής έως τη διατάραξη των παγκόσμιων ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Κατά τον Ντάνι Σιτρίνοβιτς, το Ιράν δεν διαθέτει σήμερα μια αξιόπιστη, οργανωμένη αντιπολίτευση με την ικανότητα να κυβερνήσει τη χώρα, ακόμη και στο εξαιρετικά απίθανο, κατά τον ίδιο, ενδεχόμενο κατάρρευσης του καθεστώτος. Για την Ουάσινγκτον, μια αποτυχία του καθεστώτος χωρίς έναν βιώσιμο διάδοχο δεν θα συνιστούσε στρατηγική νίκη αλλά δημιουργία μίας νέας επικίνδυνης κατάστασης, επισημαίνει προσθέτοντας πως κάθε απόπειρα επιβολής αλλαγής καθεστώτος διά της βίας -είτε μέσω στοχευμένου πλήγματος κατά του Αγιατολάχ Χαμενεΐ είτε μέσω της συνολικής αποδόμησης του συστήματος εξουσίας- θα οδηγούσε με μεγάλη πιθανότητα σε καταστροφικές εξελίξεις, με επικρατέστερα σενάρια είτε την πλήρη επικράτηση των Φρουρών της Επανάστασης είτε την ολίσθηση της χώρας σε εμφύλια σύγκρουση. 

Η εγχώρια αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και πολιτικά ανώριμη, ενώ η αντιπολίτευση της εξορίας, συμπεριλαμβανομένων προσώπων όπως ο Ρεζά Παχλαβί, στερείται συνοχής, οργανωτικής επάρκειας και ρεαλιστικής ετοιμότητας για ανάληψη εξουσίας, επισημαίνει ο Σιτρίνοβιτς. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια εξωτερικά επιβεβλημένη αλλαγή καθεστώτος θα παρήγαγε ίσως μεγαλύτερη καταστολή και αστάθεια, όχι ένα δημοκρατικό και ευημερούν κράτος. Ο ίδιος σημειώνει πως πιο ρεαλιστική στρατηγική παραμένει η στρατηγική υπομονή: η αναμονή της εξέλιξης των εσωτερικών δυναμικών στη μετα-Χαμενεΐ εποχή, σε συνδυασμό με τη διατήρηση και αυστηρή εφαρμογή εξουθενωτικών κυρώσεων, οι οποίες δεν θα πρέπει να αρθούν πρόωρα, καθώς εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα ελάχιστα αποτελεσματικά εργαλεία πίεσης μέχρι είτε την αναγκαστική μεταρρύθμιση του καθεστώτος είτε την κατάρρευσή του υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων, κατά την ανάγνωση του Ντάνι Σιτρίνοβιτς.