Καθώς Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές συναντήθηκαν στην Ελβετία για την πρώτη εφαρμοστική φάση του μνημονίου κατανόησης που υπεγράφη στις 17 Ιουνίου, αναλυτές προειδοποιούν ότι η διαχείριση των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων στο εξωτερικό ενδέχεται να αποτελέσει το πρώτο σοβαρό τεστ για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας.
Ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έσπευσε να διατυπώσει τις προσδοκίες της Τεχεράνης, δηλώνοντας ότι «τα 6 δισ. δολάρια των ιρανικών κεφαλαίων στο Κατάρ θα επιστραφούν», υποστηρίζοντας πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε πρόσφατα τα δικαιώματα της χώρας επί των συγκεκριμένων πόρων.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια της συνόδου της G7 στη Γαλλία ότι τα χρήματα ανήκουν στο Ιράν και έχουν απλώς δεσμευθεί, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής τους. Παράλληλα, τόνισε ότι η πρόσβαση στα κεφάλαια θα εξαρτηθεί από την τήρηση των δεσμεύσεων της Τεχεράνης κατά τη διάρκεια της 60ήμερης διαπραγματευτικής περιόδου.
Σύμφωνα με τον αναλυτή του Middle East Institute, Άλεξ Βατάνκα, η αποδέσμευση των κεφαλαίων δεν αποτελεί μόνο οικονομικό αλλά κυρίως πολιτικό ζήτημα εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών. Το μνημόνιο προβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα καταστήσουν διαθέσιμα τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια, ωστόσο η διαδικασία θα είναι σταδιακή και θα συνδέεται με την τήρηση συγκεκριμένων όρων.
Οι εκτιμήσεις για τα παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία κυμαίνονται μεταξύ 100 και 120 δισ. δολαρίων, με τα κεφάλαια να βρίσκονται σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, το Ιράκ και η Νότια Κορέα. Ωστόσο, οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις φαίνεται να επικεντρώνονται σε ένα πρώτο πακέτο ύψους 24–25 δισ. δολαρίων.
Κεντρικό σημείο της διαφωνίας παραμένει ο έλεγχος των χρημάτων. Η Τεχεράνη επιδιώκει πλήρη κυριαρχία στη διάθεσή τους για έργα υποδομών και ανάπτυξης, ενώ η Ουάσιγκτον επιθυμεί αυστηρά ελεγχόμενη χρήση τους, κυρίως για ανθρωπιστικές ανάγκες και εγκεκριμένες πολιτικές δαπάνες.
Παράλληλα, δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εκφράζουν ανησυχίες ότι μέρος των κεφαλαίων θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε περιφερειακές οργανώσεις και συγκρούσεις. Οι ΗΠΑ έχουν καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε χρηματοδότηση οργανώσεων που θεωρούνται τρομοκρατικές θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαναφορά των περιορισμών και ανάκληση της πρόσβασης στα κεφάλαια.
