Γιατί οι Κεντρικές Τράπεζες «φορτώνουν» χρυσό

Γιατί οι Κεντρικές Τράπεζες «φορτώνουν» χρυσό

Πολύ συχνά, η μνήμη των αγορών είναι πολύ ασθενής. Αυτό μπορούμε να πούμε πως συμβαίνει και τώρα με τον χρυσό και τα πολύτιμα μέταλλα. Ενώ στο δεύτερο μισό του 2025 η άνοδος του χρυσού, του ασημιού και της πλατίνας συνάρπασε τους επενδυτές και έδωσε πολύ ισχυρά και γρήγορα κέρδη σε όσους είχαν πάρει εγκαίρως θέση.

Η πορεία του χρυσού ήταν καθημερινά στα πρώτα θέματα του διεθνούς Τύπου και οι αναλυτές των χρηματιστηριακών έκαναν αγώνα δρόμου για να προσαρμόσουν τις τιμές στόχους τους στην πραγματικότητα στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων. Η μεγάλη κούρσα τελείωσε στο τέλος του Ιανουαρίου και τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου και από τότε μέχρι τώρα είναι προφανές πως ο χρυσός δυσκολεύεται πάρα πολύ να «σηκώσει κεφάλι» και κινείται μέσα σε ένα σχετικά στενό εύρος διακύμανσης με ελαφρά πτωτική τάση. Τις τελευταίες μέρες μάλιστα η τιμή του έφθασε κοντά στα 4.000 δολάρια/ουγγιά, σχεδόν 25% κάτω από τα ψηλά που είχε σημειώσει στο τέλος Ιανουαρίου.

Η προσέγγιση αυτού του επιπέδου κινητοποίησε αρκετούς αγοραστές, οι οποίοι ξαναέφεραν τον βασιλιά των πολύτιμων μετάλλων στην περιοχή των 4.300 - 4.500 δολαρίων/ουγγιά. Παρόμοια είναι και η συμπεριφορά των υπόλοιπων πολύτιμων μετάλλων, δηλαδή του ασημιού, της πλατίνας και του παλλαδίου. Αν θέλαμε να αναζητήσουμε το τι προκάλεσε το τέλος του ράλι και έφερε την ταλαιπωρία που ακολούθησε, δεν είναι πολύ δύσκολο να το βρούμε. Ξεκινώντας από το προφανές, δηλαδή το γεγονός πως ο χρυσός και τα πολύτιμα μέταλλα είχαν δώσει τεράστια κέρδη μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Ο χρυσός είχε ανεβεί κατά σχεδόν 150% από την αρχή του 2024 μέχρι την αρχή του 2026 ενώ το ασήμι τετραπλασίασε την τιμή του στο ίδιο διάστημα. Όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται να γίνει κάτι συγκεκριμένο για να επικρατήσουν ξαφνικά οι πωλητές γιατί πολύ απλά, η αγορά μένει κάποια στιγμή από καύσιμα.

Η φυσιολογική αλλαγή κατεύθυνσης έγινε πιο έντονη καθώς άλλαξαν και οι διεθνείς γεωπολιτικές συνθήκες μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Μέση Ανατολή, ξαναζωντάνεψε ο πληθωρισμός και ανέβηκαν και οι αποδόσεις των κρατικών αμερικανικών ομολόγων που πολύ συχνά είναι οι βασικοί «αντίπαλοι» του χρυσού. Όλα αυτά έκαναν την κατάσταση πιο δύσκολη για το κίτρινο μέταλλο αλλά μεγάλη ζημία έκανε κάτι άλλο.

Οι πωλήσεις χρυσού από κρατικές και ημικρατικές οντότητες. Είναι γνωστό πως μέσα στους τελευταίους μήνες έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές πωλήσεις από δύο πολύ ισχυρούς διεθνείς «παίκτες», δηλαδή την Τουρκία και την Ρωσία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του World Gold Council, μέσα στους πρώτους πέντε μήνες του 2026 η Τουρκία πούλησε σχεδόν 80 τόνους χρυσού, δηλαδή κοντά στο 10% των αποθεμάτων που διέθετε στην αρχή του χρόνου. Την ίδια περίοδο, οι ρωσικές πωλήσεις πλησίασαν τους 30 τόνους ενώ σημαντική ήταν και η δραστηριότητα του Ουζμπεκιστάν που πούλησε λίγο πάνω από 20 τόνους.

Οι πωλήσεις αυτές είχαν διαφορετικές αιτίες σε κάθε περίπτωση, με τις τουρκικές να σχετίζονται με τον πόλεμο στο Ιράν και την ανάγκη υπεράσπισης της παραπαίουσας τουρκικής λίρας, τις ρωσικές με τα τεράστια πολεμικά έξοδα της χώρας και αυτές του Ουζμπεκιστάν με κινήσεις διαχείρισης των συνολικών αποθεματικών της κεντρικής τράπεζας μετά την πολυετή άνοδο της τιμής του χρυσού.

Παρά το γεγονός πως την ίδια περίοδο συνεχίστηκαν οι αγορές από πολλές κεντρικές τράπεζες, οι παραπάνω πωλήσεις είχαν σαν αποτέλεσμα, για πρώτη φορά από την αρχή του 2024, την εμφάνιση αρνητικού ισοζυγίου στις μηνιαίες κινήσεις των διεθνών κεντρικών τραπεζών, τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο. 

Τι σκέφτονται όμως γενικά οι κεντρικές τράπεζες για τον χρυσό; Πιστεύουν πως έχει φτάσει το τέλος των συστηματικών αγορών που παρατηρούνται εδώ και μερικά χρόνια; Όχι, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Πάλι με την βοήθεια των στοιχείων του World Gold Council και συγκεκριμένα της ετήσιας έρευνας με όνομα «Central Banks Gold Reserves Survey 2026», η οποία διεξήχθη μεταξύ της 5ης Φεβρουαρίου και της 19ης Μαΐου και η οποία έχει σαν στόχο την καταγραφή των εκτιμήσεων των κεντρικών τραπεζών για την εξέλιξη των αποθεμάτων χρυσού των διεθνών κεντρικών τραπεζών, είδαμε κάποια πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Σύμφωνα με την έρευνα το 89% των ερωτηθέντων εκτιμά πως τα συνολικά αποθεματικά των κεντρικών τραπεζών σε χρυσό θα αυξηθούν τους επόμενους μήνες, ενώ το 45% εκτιμά πως θα αυξηθούν τα αποθεματικά σε χρυσό της δικής τους τράπεζας (αυτό είναι το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί ποτέ σε αυτή την ετήσια έρευνα) και μόνο το 1% πιστεύει πως θα μειωθούν τα αποθεματικά της δικής τους τράπεζας, πάντα για τους επόμενους δώδεκα μήνες. 

Είναι σαφές πως παρά την δύσκολη για τον χρυσό πρόσφατη συγκυρία, μία από τις πιο βασικές πηγές ζήτησης, αυτή των διεθνών κεντρικών τραπεζών, στην ουσία παραμένει πολύ ισχυρή, επιβεβαιώνοντας την άποψη που υποστηρίζει πως όλο και περισσότερα κράτη και κεντρικές τράπεζες επιθυμούν να αυξήσουν το ποσοστό χρυσού στα αποθεματικά τους, για πολλούς λόγους, οικονομικούς και γεωπολιτικούς.

Η αναταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος στην Μέση Ανατολή μπορεί να είχε ως παράπλευρη συνέπεια τις πωλήσεις χρυσού που είδαμε προηγουμένως αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα έπεισε ακόμα περισσότερο για την ανάγκη αύξησης του μεριδίου του χρυσού στα κρατικά αποθεματικά. Αυτό, κατά την άποψή μας, σημαίνει πως η βασική πηγή ζήτησης για τον χρυσό και για τα υπόλοιπα πολύτιμα μέταλλα θα παραμείνει ισχυρή, ειδικά αν η ειρήνη επιστρέψει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Μία άλλη πηγή ζήτησης, δηλαδή ο προβληματισμός για την συνεχή αύξηση του κρατικού δανεισμού στις περισσότερες χώρες του κόσμου και για την συνεχή χειροτέρευση των δημοσιονομικών μεγεθών, θα εξακολουθήσει να υπάρχει για καιρό, καθώς η αύξηση των κρατικών δαπανών προς υποστήριξη των αμυντικών αναγκών και της συμμετοχής στην επενδυτική κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης μάλλον θα φουσκώσει περισσότερο τα ελλείμματα.

Παρών είναι και ο τρίτος πυλώνας ζήτησης, ο οποίος έχει άμεση σχέση με τους δύο προηγούμενους και είναι βέβαια ο προβληματισμός γύρω από το μέλλον του αμερικανικού δολαρίου. Όλα αυτά βέβαια δεν εγγυώνται την άμεση επιστροφή του χρυσού, του ασημιού και των άλλων πολύτιμων μετάλλων σε μία ανοδική πορεία. Χρειάζεται και η συμμετοχή των επενδυτών, οι οποίοι μετά την απότομη αλλαγή πορείας τον χειμώνα είναι διστακτικοί καθώς φοβούνται πως θα περάσει καιρός μέχρι να κινηθεί και πάλι ισχυρά ανοδικά.

Δεν είναι εύκολο να πούμε πότε θα επιστρέψουν στον χρυσό και το ασήμι. Δεν αποκλείεται να χρειαστεί αρκετός χρόνος ακόμα για να χωνέψει η αγορά τα τεράστια κέρδη από το ράλι του 2024 και 2025 και να ξεχαστούν οι μεγάλες ζημιές από την απότομη πτώση του χειμώνα. Μπορεί όμως, όπως ανέφεραν οι αναλυτές της Barclays σε σημείωμα προς τους πελάτες τους την προηγούμενη Δευτέρα, τα πράγματα μπορεί να αρχίσουν να καλυτερεύουν για τον χρυσό τώρα που φαίνεται πως η κατάσταση εξομαλύνεται στη Μέση Ανατολή και αρχίζουν να υποχωρούν οι φόβοι για διατήρηση του πληθωρισμού σε πολύ υψηλά επίπεδα, καθώς είναι γνωστό πως σε βραχυπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα, η άνοδος των επιτοκίων αναφοράς και των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων συνήθως βάζουν φρένο στη ζήτηση για πολύτιμα μέταλλα (σχετική αναφορά είδαμε σε άρθρο του Barron’s από την 16η Ιουνίου). 

Είναι δύσκολο να προβλέψουμε πότε τελικά θα επιστρέψει η επενδυτική ζήτηση και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε περαιτέρω χρηματιστηριακή ταλαιπωρία για τον βασιλιά των πολύτιμων μετάλλων. Από την στιγμή όμως που οι βασικές πηγές ζήτησης παραμένουν ενεργές, λογικά κάποια στιγμή θα έρθει και η ώρα της επιστροφής των επενδυτών.