Το νέο κόμμα Τσίπρα υπονομεύει το επενδυτικό κλίμα

Το νέο κόμμα Τσίπρα υπονομεύει το επενδυτικό κλίμα

Εδώ και ημέρες τα πρωτοεμφανιζόμενα στελέχη του κόμματος Τσίπρα, διαγωνίζονται στο δημοφιλές για την Αριστερά άθλημα των «δωρεάν» παροχών. Το οποίο πάντα συνοδεύεται από φοροεπιδρομές. Αφού τίποτα στη ζωή ως γνωστόν δεν είναι δωρεάν. Και το ενδιαφέρον είναι ότι ομολογούν τα σχέδια τους, χωρίς καν να τους βασανίσει κανείς. Δίνοντας ερμηνείες και διαστάσεις οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την οικονομική πραγματικότητα. Τόσο ευτυχισμένοι αισθάνονται μέσα στον επαναστατικό τους οίστρο και την άνευ ορίων πλάνη τους, που δεν αναλογίζονται τη βλάβη που προκαλούν στην οικονομία και στο επενδυτικό κλίμα.

Είναι προφανές ότι το κόμμα Τσίπρα, εν έτει 2026 κουβαλάει αυτούσιο όλο το εμμονικό ιδεοληπτικό οπλοστάσιο του 2015. Έτσι ένα από τα πρώτα μέτρα που προτείνει είναι η αύξηση του συντελεστή φορολογίας μερισμάτων των εταιριών από το 5% στο 15%. 

Βέβαια, προτού φορολογηθούν τα μερίσματα έχει προηγηθεί η φορολόγηση των εταιρικών κερδών η οποία είναι της τάξης του 22%. Που βρίσκεται πολύ κοντά στον μέσο ευρωπαϊκό όρο που βρίσκεται στο 21,6% σύμφωνα με το Tax Foundation. Δηλαδή, μιλάμε για έναν συνολικό φορολογικό συντελεστή πολύ υψηλότερο του «καπιταλιστικού» 5% που θέλουν να τριπλασιάσουν.

Ας δούμε τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη για να καταλήξουμε σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα. 

Οι 10 χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές των εταιρικών κερδών στην Ευρώπη είναι:

Οι 5 υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές των εταιρικών κερδών στην Ευρώπη είναι:

Όσον αφορά την φορολογία των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους από τα κέρδη των εταιρειών, η Ελλάδα με τον συντελεστή του 5%, βρίσκεται στις χαμηλότερες θέσεις στην Ευρώπη, μετά το 0% της Λετονίας, της Εσθονίας και της Μάλτας, καθώς και το 5% της Βουλγαρίας. Ακολουθεί η Σλοβακία με 7%, η Κροατία με 12%, η Ουγγαρία με 16% και καταλήγουμε στο Ηνωμένο Βασίλειο με 39%, τη Δανία με 42% και την Ιρλανδία με 51%

Αν συνυπολογίσουμε την φορολογία κερδών και μερισμάτων τότε καταλήγουμε στον ακόλουθο ενδεικτικό πίνακα:

Βλέπουμε δηλαδή αντικειμενικά ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση των εταιρικών κερδών και των μερισμάτων που εισπράττουν οι μέτοχοι στην Ελλάδα είναι σχετικά χαμηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Γεγονός απολύτως λογικό. Αφού οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές έρχονται να αντισταθμίσουν τις αδυναμίες που παρουσιάζει η Ελλάδα, στην προσέλκυση κεφαλαίων και επενδύσεων.

Ποιο θα ήταν άλλωστε το βασικό κίνητρο για έναν επενδυτή να έρθει να τοποθετήσει τα κεφάλαια του σε μια χώρα η οποία μόλις πριν από 16 χρόνια είχε πτωχεύσει; Ποιο θα ήταν το κίνητρο σε μια χώρα που είχε φλερτάρει με την έξοδο από το ευρώ; Ποιο θα ήταν το κίνητρο σε μια χώρα που είχε επιβάλει capital controls; Ποιο θα ήταν το κίνητρο σε μια χώρα που έδιωχνε τους επενδυτές; Ποιο θα ήταν το κίνητρο σε μια χώρα που πάλευε να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα; Ποιο θα ήταν το κίνητρο σε μια χώρα της οποίας η ανεργία ήταν στο 20%; Μα τα υψηλότερα τελικά κέρδη, που θα αντιστάθμιζαν τα πάσης φύσεως ρίσκα που συνόδευαν μια επένδυση στη χώρα μας. 

Και ακόμα και τώρα αυτό το 25,9% που υπολογίζει το Tax Foundation, είναι ένα επιπλέον κίνητρο για ένα επενδυτή ώστε να ρισκάρει να παλέψει με την γραφειοκρατία, την πολυνομία, το ρυθμιστικό, κανονιστικό και ελεγκτικό πλαίσιο που μόνο προβλήματα δημιουργούν, το αδιέξοδο από την αλληλεπικάλυψη των αρμοδιοτήτων, τη βάσανο των αδειοδοτήσεων, τις ενστάσεις, τις αργόσυρτες νομικές και δικαστικές διαδικασίες, καθώς και τις αντιδράσεις των συνδικαλιστών και των τοπικών κοινωνιών.

Δυστυχώς δεν είμαστε ούτε Ελβετία, ούτε Ιρλανδία, ούτε Γαλλία. Είμαστε μια χώρα που μετά από αγώνες έχει επιτύχει να επανεμφανιστεί στο διεθνή επενδυτικό χάρτη μόλις το 2019, μετά από εννέα χρόνια βαθιάς κρίσης. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η διάσωση του τραπεζικού συστήματος και η τεράστια προσπάθεια από την πλευρά της κυβέρνησης, των επιχειρήσεων, των επενδυτών και των εργαζόμενων, συνέβαλαν στο να ξανακερδίσει η ελληνική κεφαλαιαγορά την αξιοπιστία της και να απολαύσει την εμπιστοσύνη των αγορών.

Κι έρχονται σήμερα από το πουθενά οι σοφοί του Ιδρύματος Τσίπρα και ενώ η προσπάθεια της χώρας νια προσελκύσει επενδύσεις, να αυξήσει τις θέσεις απασχόλησης και να ισχυροποιήσει ακόμα περισσότερο το ΑΕΠ συνεχίζεται, να δυναμιτίσουν με τις προτάσεις τους το κλίμα και να στείλουν στις αγορές το μήνυμα ότι τα πάντα μπορούν να αλλάξουν στις εκλογές. 

Να πούμε κατ’ αρχάς ότι η «πίστη» της Αριστεράς ότι οι υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές οδηγούν σε μεγαλύτερα κρατικά έσοδα έχει διαψευστεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως, εκ του αποτελέσματος έχει αποδειχθεί ότι οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές οδηγούν στη εμφάνιση υψηλότερης φορολογητέας ύλης και στην αύξηση των δημοσίων εσόδων. Ωστόσο, αυτή η απλή πραγματικότητα δεν ταιριάζει με τις θέσεις που εκφράζουν τα νέα στελέχη του κόμματος Τσίπρα. 

Το μέτρο υποτίθεται ότι προτείνεται για να χτυπηθούν οι 1.500 «υπερπλούσιοι» που εμφανίζουν σύμφωνα με το κόμμα Τσίπρα έσοδα ύψους 4,5 δισ. ευρώ. Και η φορολόγηση των οποίων θα φέρει με ένα «μαγικό τρόπο» αυτά τα 4,5 δισ. ευρώ στα δημόσια ταμεία. Προφανώς, εδώ γίνεται το πρώτο και πιο βασικό λογικό σφάλμα. Διότι η αύξηση της φορολογίας των μερισμάτων δεν θα πλήξει μόνο τους 1.500, αλλά και τους δεκάδες χιλιάδες εγχώριους μικροεπενδυτές που έχουν επενδύσει τις οικονομίες τους στις μετοχικές βάσεις των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών, τα ασφαλιστικά ταμεία, τα συνταξιοδοτικά ταμεία καθώς και τους χιλιάδες μεριδιούχους που έχουν επενδύσει μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Φυσικά, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών θα μεταβάλει άρδην και την οπτική των ξένων θεσμικών επενδυτών απέναντι στο Euronext Athens. Σήμερα οι ξένοι επενδυτές, στρατηγικοί και μη, κατέχουν πάνω από το 65% της συνολικής κεφαλαιοποίησης της αγοράς. Οποιαδήποτε μεταβολή των χρηματοοικονομικών δεικτών, των αποδόσεων, των αποτιμήσεων και των προβλέψεων θα μεταβάλει σε σημαντικό βαθμό την «αξία» των θέσεων των ξένων θεσμικών επενδυτών. Οι οποίοι δεν θα έχουν κανέναν απολύτως λόγο να εισπράττουν χαμηλότερα μερίσματα, να υφίστανται μείωση των αποδόσεων τους και να αντιμετωπίζουν ένα ρίσκο που δεν είχαν προηγουμένως. Καθώς είναι πολύ πιθανό, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών των μερισμάτων, να αποτελεί μόλις το πρώτο αντιεπενδυτικό βήμα μιας κυβέρνησης με πυρήνα την ομάδα Τσίπρα.

Με δυο λόγια θα μειωθεί η ελκυστικότητα του Χρηματιστηρίου, με καθαρά οικονομικά και επενδυτικά κριτήρια, αφού η μερισματική απόδοση, το λεγόμενο «dividend yield» θα μειωθεί. Και ως γνωστόν το μέρισμα αποτελεί βασικό συστατικό μιας χρηματιστηριακής επενδυτικής επιλογής, που καθορίζει το «cash flow» ενός θεσμικού χαρτοφυλακίου. Παράλληλα θα υπονομευτεί και η αξιοπιστία του, αφού η «αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού» αποθαρρύνει όλους όσοι επιθυμούν μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις σε ένα σταθερό περιβάλλον χωρίς εκπλήξεις και κινδύνους. 

Εάν μάλιστα επιχειρηθεί το 15% της φορολόγησης των μερισμάτων να επεκταθεί στο σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας, τότε θα αποτελέσει το υπ’ αριθμόν «ένα» αντικίνητρο για τη δημιουργία νέων επενδύσεων και θέσεων απασχόλησης. 

Σε μια εποχή που η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω καινοτόμων επενδύσεων αποτελεί την προτεραιότητα κυβέρνησης και επιχειρηματιών, η ομάδα του Αλέξη Τσίπρα, υπόσχεται χαμηλότερες αποδόσεις στα κεφάλαια που επενδύονται, δυσκολότερες ημέρες για τους ξένους θεσμικούς επενδυτές, λιγότερα χρήματα στις τσέπες των μικροεπενδυτών, ασθενικά έσοδα στα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά ταμεία και ξεκάθαρη μείωση της απασχόλησης. Και όλα αυτά για μια εμμονική ιδεοληπτική άποψη για την οικονομία, η οποία έχει διαψευστεί πανηγυρικά από το 2019 μέχρι σήμερα.