Το τέλος της Μαρίνας Τσβετάγιεβα

Το τέλος της Μαρίνας Τσβετάγιεβα
Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα με την οικογένειά της

Ήταν 26 Αυγούστου του 1941 όταν η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, αυτή η θαυμάσια προσωπικότητα και μεγάλη ποιήτρια, έστειλε στην κομματική επιτροπή του Ιδρύματος Λογοτεχνίας το παρακάτω σημείωμα:

Σας παρακαλώ να με διορίσετε λαντζιέρα στο εστιατόριο του Ιδρύματος Λογοτεχνίας.

Η κομματική επιτροπή αρνήθηκε.

Ας δούμε πως περιγράφει η Λυδία Τσουκόφσκαγια αυτές τις τραγικές στιγμές:

<...> … Σκάλα. Απότομα σκαλιά. Μακρύς διάδρομος με μεγάλα, καθαρά, πλυμένα πλακάκια, άδειο βεστιάριο με κουρτίνα· ο διάδρομος είναι γεμάτος πόρτες και σε μία από αυτές υπάρχει η πινακίδα: «Κομματικό Γραφείο». Από εκεί ακούγονται συγκεχυμένες φωνές. Η πόρτα είναι ανοιχτή.

Ακριβώς απέναντι, ακουμπώντας στο τοίχο και δίχως να παίρνει το βλέμμα της από την πόρτα, γκρίζα ολάκερη, στέκεται η Μαρίνα Τσβετάγιεβα.

- Εσείς; ! – είπε ορμώντας προς το μέρος μου, άρπαξε το χέρι μου, την ίδια στιγμή όμως τράβηξε το δικό της και ξαναπήγε στη θέση της. – Μην φύγετε! Μείνετε μαζί μου.

Μήπως, θα έπρεπε παρόλα αυτά να χτυπήσω την πόρτα του «Κομματικού Γραφείου»: Δεν μπορούσα όμως να αφήσω μόνη της την Μαρίνα Ιβάνοβνα.

Ακουμπώντας το ποτήρι στο πάτωμα, έσκυψα πάνω από το διαχωριστικό της κρεμάστρας και έβγαλα από εκεί την μοναδική καρέκλα. Η Μαρίνα Ιβάνοβνα έκατσε. Ξανάπιασα το ποτήρι. Η Μαρίνα Ιβάνοβνα μετακινήθηκε και μου έτεινε το μοναδικό ελεύθερο χέρι της: κάτσε. Έκατσα στην ακρούλα.

- Τώρα αποφασίζουν για τη μοίρα μου – μουρμούρισε. – Αν μου αρνηθούν την άδεια παραμονής στο Τσιστόπολ, θα πεθάνω. Έχω την αίσθηση ότι οπωσδήποτε θα μου αρνηθούν. Θα πέσω στον Κάμα.

Δεν άρχισα να την διαβεβαιώνω ότι δεν θα αρνηθούν, αλλά αν αρνηθούν, τότε θα πρέπει να συνεχίσουμε την υποβολή αιτήσεων. Πάνω από την τοπική καθοδήγηση, υπάρχει και η μοσχοβίτικη. («Και ποιος ξέρει, - σκέφτηκα, - που να βρίσκεται τώρα, αυτή η μοσχοβίτικη καθοδήγηση;») Της έλεγα διαρκώς διάφορα λόγια παρηγοριάς, δίχως νόημα. Στη ζωή υπάρχουν αδιέξοδα, έλεγα, τα οποία απλά μοιάζουν με αδιέξοδα, ξαφνικά όμως εξαφανίζονται. Εκείνη δεν μ’ άκουγε – το μόνο που την ενδιέφερε να κάνει ήταν να κοιτάζει επίμονα την πόρτα. Δεν γυρνούσε το κεφάλι της προς το μέρος μου, δεν άφηνε από το βλέμμα της την πόρτα, ακόμη και τις στιγμές που μου μιλούσε.

- Εδώ, στο Τσιστόπολ, υπάρχουν άνθρωποι, εκεί δεν υπάρχει κανείς. Εδώ τουλάχιστον στο κέντρο έχει πέτρινα σπίτια – εκεί μόνο ξύλινα.

Της θύμισα ότι ακόμη και στο Τσιστόπολ θα πρέπει να ζήσει μαζί με τον γιο της όχι στο κέντρο, όχι σε κάποιο πέτρινο σπίτι, μα σε κάποια αγροτική ίζμπα. Χωρίς παροχή νερού. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Όπως ακριβώς και στην Ελάμπουγκα.

- Εδώ όμως έχει ανθρώπους, - ακατανόητα και εκνευρισμένα επαναλάμβανε εκείνη. – Στην Ελάμπουγκα φοβάμαι.

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του Κομματικού Γραφείου και βρήκε στον διάδρομο η Βέρα Βασίλιεβνα Σμιρνόβα, σύζυγος του φίλου μου Βάνια Χαλτούριν. Την Βέρα Βασίλιεβνα τη γνώριζα ελάχιστα, με τον Βάνια όμως ήμασταν φίλοι από το Λένινγκραντ, σχεδόν από τα σχολικά μας χρόνια. Ο Βάνια μετακόμισε στην Μόσχα και παντρεύτηκε την Βέρα Βασίλιεβνα. Τώρα είναι στον στρατό, ενώ η Βέρα Βασίλιεβνα εδώ, ζει κοντά σ’ εμένα, κι εγώ, πετάγομαι μερικές φορές να την επισκεφτώ, προκειμένου να μάθω αν είχε γράμμα από τον Βάνια.

Η Τσβετάγιεβα σηκώθηκε να συναντήσει την Βέρα Βασίλιεβνα με μια απότομη και νευρική κίνηση. Την κοίταξε στο πρόσωπο με την ίδια επιμονή με την οποία μέχρι πριν λίγο κοιτούσε την πόρτα. Θαρρείς και δεν στεκόταν μπροστά της απλά μια κυρία της λογοτεχνίας, μια συγγραφέας παιδικών βιβλίων, αλλά η ίδια η μοίρα.

Η Βέρα Βασίλιεβνα μίλησε χωρίς εκείνη την γραφειοκρατική ψυχρότητα, και την ίδια στιγμή όχι χωρίς δυσαρέσκεια. Γι’ αυτό και ένα μικρό μουσκεμένο μαντίλι σκούπιζε συνεχώς τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Η συζήτηση, μάλλον, ήταν έντονη κι επιπλέον είχε και καύσωνα.

- Η υπόθεσή σας έληξε θετικά, - ανακοίνωσε εκείνη. – Δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί ο Τρένεφ τάχθηκε κατηγορηματικά εναντίον. Ο Ασέγιεφ δεν ήρθε, είναι άρρωστος, έστειλε όμως επιστολή με την οποία τάσσεται υπέρ σας. («Να τη συζήτηση με τον Κβίτκο», - σκέφτηκα.) Σε τελική ανάλυση του Σοβιέτ κατέληξε να αποφασίσει με απλή πλειοψηφία και η πλειοψηφία τάχθηκε υπέρ, και το έγγραφο που απευθύνεται στην Τβεριακόβα εξ ονόματος του Σοβιέτ, έχει ήδη συνταχθεί και υπογραφεί. Θα το δώσουμε μόνοι μας στο Δημοτικό Συμβούλιο, εσείς τώρα πρέπει να βρείτε ένα δωμάτιο. Μόλις το βρείτε ενημερώστε την Τβεριακόβα για την διεύθυνση σας και αυτό είναι όλο.

Στη συνέχεια η Βέρα Βασίλιεβνα τη συμβούλευσε να αναζητήσει δωμάτιο στην οδό Μουτλέροφ – εκεί, πίστευε, ότι υπάρχει κενά δωμάτια. Στη συνέχεια είπε:

- Αναφορικά με την αίτησή σας για την θέση της λαντζιέρας στο υπό κατασκευή εστιατόριο για τους συγγραφείς, θα πρέπει να ξέρετε ότι υπάρχει πλήθος αιτήσεων ενώ η θέση είναι μία. Θα κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να την πάρετε εσύ. Ελπίζω να τα καταφέρουμε.

Η Βέρα Βασίλιεβνα μας αποχαιρέτησε κι επέστρεψε στο Κομματικό Γραφείο για να συνεχιστεί η συνεδρίαση. Εμείς κατεβήκαμε από τη σκάλα.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ακούσει τίποτα ούτε για το υπό δημιουργία εστιατόριο των συγγραφέων (τι ευτυχία! Θα χρειάζεται να βρίσκω κηροζίνη μόνο για την λάμπα!), ούτε για την θέση της λαντζιέρας, που ήθελε η Τσβετάγιεβα. Ω, φυσικά, φυσικά, η δουλειά δεν είναι ντροπή! Ο Θεός να δώσει! Μα αν είναι δυνατόν κανείς να μην ντρέπεται: εγώ, ας υποθέσουμε, κάθομαι στο τραπέζι, τρώω τη σούπα, μασάω μπιφτέκια από καρότα, και αφού τελειώσω τα πιάτα, τα κουτάλια, τα πιρούνια, δεν θα τα πλύνει όποιος κι όποιος, μα η Μαρίνα Τσβετάγιεβα; Αν η Τσβετάγιεβα διοριστεί λαντζιέρα, τότε γιατί η Αχμάτοβα να μην γίνει καθαρίστρια, ενώ αν ζούσε ο Αλεξάντρ Μπλοκ θα μπορούσε να γίνει θερμαστής του εστιατορίου. Πραγματικό εστιατόριο συγγραφέων.

- Να, βλέπετε, όλα καλά, - είπα, όταν βγήκαμε στην πλατεία. – Τώρα πηγαίνετε να βρείτε ένα δωμάτιο στην οδό Μπούτλεροφ και μετά κατευθείαν στην Τβεριακόβα.

Τότε, κατάλαβα ότι η Μαρίνα Ιβάνοβνα κάθε άλλο παρά χαρούμενη ήταν για την ευτυχή κατάληψη του ζητήματος με την άδεια παραμονής.

- Αξίζει, άραγε τον κόπο να ψάξω; Έτσι κι αλλιώς δεν θα βρω τίποτα. Καλύτερα να σηκωθώ και να πάω πίσω στην Ελάμπουγκα.

- Μα όχι! Το βρεις εδώ δωμάτιο δεν είναι καθόλου δύσκολο.

- Το ίδιο είναι. Και δωμάτιο να βρω, δεν θα μου δώσουν δουλειά. Πώς θα ζήσω μετά;

Άρχισα να της λέω ότι στο Σοβιέτ των εκκενωθέντων υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που γνωρίζουν και αγαπούν τα ποιήματά της, και ότι θα κάνουν τα πάντα ώστε να δουλέψει ως λατζιέρα, - έτσι και η ίδια και ο γιος της δεν θα πεινάσουν.

- Καλά, - συμφώνησε η Μαρίνα Ιβάνοβνα, - θα πάω, να ψάξω.

Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι πρέπει να πάω οπωσδήποτε στο σπίτι. Ο Ζένια ήταν άρρωστος. Ότι γενικά πρέπει να μείνω με τα παιδιά μου. Ότι πρέπει να τους πάω το μέλι, αφού τους το είχα υποσχεθεί και το περιμένουν.

- Καλά, - συμφώνησε η Μαρίνα Ιβάνοβνα με αναπάντεχη πραότητα. Θα έρθω μαζί σας, θα περιμένω να τελειώσετε τις δουλειές σας και μετά θα πάμε μαζί στην οδό Μπουτλέροφ.

Διασχίσαμε την οδό Λέβ Τολστόι. Κρατούσα από το χέρι την Μαρίνα Ιβάνοβνα και στο άλλο χέρι κρατούσα το ποτήρι.

- Σας γνωρίζω μόλις πέντε λεπτά, - είπε η Μαρίνα Ιβάνοβνα μετά από μια σύντομη παύση, - νιώθω όμως μαζί σας πολύ ελεύθερα. Όταν έφευγα από την Μόσχα, δεν πήρα μαζί μου τίποτα. Κατανοούσα απολύτως πως η ζωή μου τελείωσε. Δεν πήρα μαζί μου ούτε καν τις επιστολές του Πάστερνακ... Πείτε μου σας παρακαλώ,- σταμάτησε και υποχρέωσε κι εμένα να σταματήσω. – Πείτε μου σας παρακαλώ, τι σας κάνει να πιστεύετε πως η ζωή αξίζει; Δεν αντιλαμβάνεστε το μέλλον που έρχεται;

- Αξίζει – δεν αξίζει – έχω πάψει από καιρό να το σκέφτομαι. Τον τριάντα επτά με συνέλαβαν, το τριάντα οκτώ εκτέλεσαν τον σύζυγό μου. Για μένα η ζωή, αναμφίβολα, δεν αξίζει, και σε κάθε περίπτωση μου είναι αδιάφορο το πώς και το που. Έχω όμως την κόρη μου.

- Μα δεν αντιλαμβάνεστε ότι όλα τελείωσαν! Και για εσάς, και για την κόρη σας, και γενικά.

Στρίψαμε στο δρόμο μου.

- Τι θα πει γενικά; - ρώτησα.

- Γενικά, τελείωσαν όλα! – Έκανε στον αέρα ένα μεγάλο κύκλο με το χέρι της που έμοιαζε παράξενο έτσι που ήταν τυλιγμένο με τσουβαλόπανο. – Να, για παράδειγμα, η Ρωσία! – Οι Γερμανοί;

- Ναι, και οι Γερμανοί.

- Δε ξέρω. Δεν ξέρω, αν θα κατακτήσουν την Ρωσία οι Γερμανοί, κι αν την κατακτήσουν, για πόσο. Δεν το πολυσκέφτομαι αυτό. Είμαι επιστρατευμένη. Οι επιστρατευμένοι απαγορεύονται να σκέφτονται. Τώρα έχω υπό την προστασία μου δύο παιδιά, και είμαι υπεύθυνη γι’ αυτά. Για τη ζωή τους, την υγεία τους, την ηρεμία τους, τις σπουδές τους, τη διασκέδασή τους.

<...> Στο σπίτι όλα καλά. Έφαγα βιαστικά κρύα μακαρόνια. Η Ίντα έπαιζε χαρτιά με την σπιτονοικοκυρά, και ο Ζένια, φορώντας μάλλινες κάλτσες και με μια κομπρέσα στο σβέρκο, τριγυρνάει. Η Λιούσα ήταν απασχολημένη με το μαντάρισμα: είχε περάσει μια κάλτσα σε ένα μεγάλο ξύλινο κουτάλι – δώρο της σπιτονοικοκυράς. Κάθισα δίπλα στον πάγκο. Δεν μείναμε όμως για πολλή ώρα μαζί: η Λιούσα είδε από μακριά τον Πιότρ Αντρέγιεβιτς Σεμίνιν να έρχεται βιαστικά.

Είναι δικέφαλος! Μαμά, κοίτα! – έχει δύο κεφάλια! Διασχίζοντας το δρόμο, ερχόταν στην ίζμπα μας, ο φίλος μου, ο ποιητής Πιότρ Αντρέγιεβις Σεμίνιν, τον οποίο δεν είχαν πάρει ούτε στο στρατό ούτε στην πολιτοφυλακή, εξαιτίας μιας ασθένειας των ματιών του. Κουβαλούσε στους ώμους τον μικρό του γιο. Αφήνοντας τον Σάσα στη γη, κάθισε δίπλα μου. Κάποιος του είπε ότι είπα στην Τσβετάγιεβα να ψάξει δωμάτιο, και πέρασε να ρωτήσει, αν βρέθηκε τίποτα. Του είπα πως έχουν τα πράγματα.

- Ξέρετε με ποιον μοιάζετε; - είπα. – Αξύριστος, ηλιοκαμένος, φοράτε και μαύρο πουκάμισο με μαζεμένα μανίκια; Εσείς, όταν κουβαλάτε τον ξανθομάλλη ομορφονιό σας, μοιάζετε με κλέφτη – τσιγγάνο, που έκλεψε ένα παιδάκι από την πόλη. Είναι τόσο όμορφος. Ο μικρός λόρδος Φάουντλερ – ίδιος. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας κεντημένος γιακά και ένα βελούδινο σακάκι.

Ο Σάσα, σιωπηλός, ζήτησε από τη Λιούσα το ξύλινο κουτάλι, σιωπηλά το έσερνε πάνω στο παγκάκι. Δεν είχα ξαναδεί πιο όμορφο μωρό. Χρυσοί βόστρυχοι. Λευκό τρυφερό πρόσωπο. Μαύρα μάτια, μάτια φρύδια κάτω από τους χρυσούς βοστρύχους και μαύρες βλεφαρίδες τόσο μακριές που σκέπαζαν το μισό πρόσωπο. Ο Πιότρ Αντρέγιεβιτς δεν μου χαμογέλασε.

- Τι, άσχημο ήταν το ανακοινωθέν, - ρώτησα.

Έγνεψε.

- Σαν τη χθεσινό;

- Χειρότερο.

Στη συνέχεια μου διηγήθηκε για τη συνεδρίαση του Σοβιέτ των απομακρυσθέντων – αποδείχτηκε πως ήταν μέλος του Σοβιέτ και ήταν παρών. Στην αρχή κάλεσαν την Μαρίνα Ιβάνοβνα – είχε προσκληθεί εκ των προτέρων – και της ζήτησαν να εξηγήσει γιατί θέλει να μετακομίσει από την Ελάμπουγκα στο Τσιστόπολ. Ο Σεμίνιν θεωρούσε αυτή την ερώτηση ξεδιάντροπη, εκδικητική. «Βλέπετε εμείς δεν είμαστε ανακριτικό όργανο, ούτε αστυνομία, αυτό δεν είναι ερώτηση, είναι ανάκριση! – επαναλάμβανε διαρκώς. – Τι δουλειά έχει ο καθένας να ξέρει πού και γιατί αυτή θέλει να ζήσει; Η Μαρίνα Ιβάνοβνα απάντησε με μονότονη φωνή, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες συνεχώς λέξεις που είχε αποστηθίσει: «Στην Ελάμπουγκα υπάρχει μόνο ένα εργοστάσιο παραγωγής αλκοολούχων ποτών. Εγώ θέλω όμως ο γιος μου να πάει σχολείο. Στο Τσιστόπολ θα τον γράψω στην τεχνική σχολή. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη θέση της λαντζιέρας. . .» Εκείνη έφυγε κι εμείς περάσαμε στη συζήτηση. Διάβασαν δυνατά τη επιστολή του Ασέγιεφ: υποστηρίζει την αίτηση της Τσβετάγιεβα. Ο Τρένεφ μίλησε απαράδεκτα. Δήλωσε πως η Τσβετάγιεβα και όταν ζούσε στη Μόσχα είχε «υπεροπτική» συμπεριφορά . . Ναι, βλέπετε αυτή δεν τα παρατούσε, μετέφραζε! Στη συνέχεια θεώρησε σκόπιμο να θυμίσει στους συντρόφους πως η εποχή είναι πολεμική, και ο σύζυγος της Τσβετάγιεβα, βλέπετε, έχει συλληφθεί και η κόρη της επίσης· και ξανά, έχουμε πόλεμο, θα πρέπει να διπλασιάσουμε την επαγρύπνησή μας, όλοι αυτοί ήταν μέχρι πρόσφατα εμιγκρέδες, ο σύζυγος της Τσβετάγιεβα στο παρελθόν ήταν αξιωματικός των Λευκών. Αν η κυβέρνηση θεώρησε σκόπιμο να στείλει την Τσβετάγιεβα στην Ελάμπουγκα, τότε ας ζήσει εκεί, εμείς όμως δεν πρέπει να ανακατευτούμε στις εντολές της κυβέρνησης.... Θανατηφόρα δημαγωγία. Μου προκαλεί αηδία μέχρι τώρα. Τι δουλειά έχει εδώ η κυβέρνηση; Τι δουλειά έχει το ότι έχουμε πόλεμο; Αυτά η Λέσχη Λογοτεχνών αποφάσισε ότι το Τσιστόπολ είναι γεμάτο και άρχισε να εγκαθιστά λογοτέχνες στην αμέσως επόμενη πόλη... Με πολλή ενέργεια έφεραν αντιρρήσεις στον Τρένεφ ο Μπορίς Αμπράμοβιτς Ντέρμαν, η Βέρα Σμιρνόβα, είπα κι εγώ μερικά πράγματα … Στη συνέχεια ψηφίσαμε. Ο Τρένεφ έμεινε με τη μίζερη μειοψηφία του, σχεδόν όλοι ψήφισαν υπέρ.

<...> Περιμέναμε μέχρι τις 10 και μισή. Ο Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς φορώντας τις πυτζάμες του ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Είχε 38 πυρετό. Η Τατιάνα Αλεξέγιεβνα δυο φορές βγήκε στο δρόμο να κοιτάξει. Είδα ότι ο Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς δεν ήταν καλά: οι κόκκινες κηλίδες του πυρετού έκαιγαν στο εξαντλημένο του πρόσωπο. Έπρεπε να φύγω. Μετά τις 10 η ώρα στο Τσιστόπολ είναι νύχτα βαθιά. Συνεννοηθήκαμε ως εξής: τώρα θα φύγω, το πρωί θα πεταχτώ στο κοινόβιο και θα μάθω: αν όλα είναι καλά, αν επέστρεψε να διανυκτερεύσει εκεί η Μαρίνα Ιβάνοβνα. Και να ενημερώσω τους Σνέιντερ.

Το πρωί πήγα πολύ νωρίς. Στο κατώφλι του κοινοβίου με προϋπάντησε η ίδια η Βαλέρια Βλαντίμιροβνα. Με συνάντησε λέγοντας:

- Σ’ εσάς ερχόμουν.

Η Μαρίνα Ιβάνοβνα είχε διανυκτερεύσει στο κοινόβιο. Το πρωί έφυγε επειγόντως για την Ελάμπουγκα. Είχε αποφασίσει να μεταφέρει τον γιο στο Τσιστόπο, μαζί να ψάξουν να βρουν δωμάτιο και, αφού το βρουν, να τελειώσει με την Τβεριάκοβα την υπόθεση.

«Λογικό μου φαίνεται, - έγραψα στη Τατιάνα Αλεξέγιεβνα και έστειλα το σημείωμα με τη Λιούσα – Ο γιος της, καλύτερα από εμάς, θα ξέρει τι δωμάτιο τους χρειάζεται».

… Απ’ όσο μπορώ να υπολογίσω, η Τσβετάγιεβα έφυγε από το Τσιστόπολ για την Ελάμπουγκα στις 28 Αυγούστου. Λίγες μέρες αργότερα στο ταχυδρομείο, στην ουρά για τον κισέ, άκουσα το τρομερό νέο: ήρθε από την Ελάμπουγκα ο γιος της Μαρίνας Ιβάνοβνα, ο Μουρ. Πήγε στον Ασέγιεφ με μια επιστολή και του είπε:

- Η μητέρα μου κρεμάστηκε.

* * *

Στις 30 Αυγούστου 1941 η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, απελπισμένη που δεν μπορούσε να ζήσει με την ελάχιστη αξιοπρέπεια και να ταΐσει τον γιο της Γκεόργκι αυτοκτόνησε με μία θηλιά σε ένα στάβλο.

Η ειρωνεία της τύχης είναι πως όταν ο Μπορίς Παστερνάκ την βοηθούσε να μαζέψει τα λιγοστά της υπάρχοντα, έδεσε τη βαλίτσα της με ένα σχοινί λέγοντας αστειευόμενος: είναι τόσο γερό το σχοινί που μπορείς να κρεμαστείς μ' αυτό.

Αυτό είναι το τελευταίο ποίημα που έγραψε.

«Έστρωσα για έξι το τραπέζι έξι . . .»

Τον πρώτο στίχο μονότονα επαναλαμβάνω
Και όλο μια λέξη διορθώνω:
«Έστρωσα για έξι το τραπέζι» . . .
Εσένα μόνο ξέχασα – τον έβδομο.

Χαρούμενα περνούσαμε οι έξι.
Στα πρόσωπα σταλαγματιές βροχής . . .
Πως μπόρεσες σε τούτο το τραπέζι
Τον έβδομο να λησμονήσεις – την έβδομη . . .

Λυπημένοι οι επισκέπτες,
Άχρηστο το κρυστάλλινο σερβίτσιο.
Θλιμμένοι αυτοί – θλιμμένος κι εσύ
Η ακάλεστη, η πιο θλιμμένη απ’ όλους.

Λυπημένα και σκοτεινά.
Αχ! Μην τρώτε και μην πίνετε.
- Πώς μπόρεσα τον αριθμό να λησμονήσω;
Πώς μπόρεσα στο λογαριασμό να λαθέψω;

Πως μπόρεσες, πως τόλμησες να μην κατανοήσεις,
Πως οι έξι μας (δυο αδελφή, ο τρίτος
Εσύ με τη γυναίκα σου, ο πατέρας με τη μάνα)
Είμαστε επτά, αφού είμαι κι εγώ στον κόσμο.

Για έξι έστρωσες τραπέζι,
Μα μ’ έξι δε γέμισε ο κόσμος.
Αντί για σκιάχτρο ανάμεσα στους ζωντανούς - -
Φάντασμα θέλω να ΄μαι με τους δικούς σου . . .

(Δικούς μου) . . .
Δειλή σαν κλέφτης,
Ω, ψυχή ανέγγιχτη!
Μπροστά στο σερβίτσιο που δεν υπάρχει
Θα κάτσω η ακάλεστη εβδόμη.

Να! Έριξα το ποτήρι!
Κι αυτό που διψούσε να χυθεί,
Τ’ αλάτι όλο των ματιών, το αίμα όλο των πληγών - -
Απ’ το τραπεζομάντιλο – στο πάτωμα.

Μα, φέρετρο δεν υπάρχει! Ούτε και χωρισμός!
Λύθηκαν τα μάγια του τραπεζιού, γκρεμίστηκε το σπίτι.
Σαν θάνατος στο γαμήλιο τραπέζι
Ήρθα εγώ στο δείπνο αυτό.
…Κανείς: ούτε αδελφός, ούτε γιος, ούτε σύζυγος,
Ούτε φίλος – κι εγώ παρόλα αυτά κατηγορώ:
- Τραπέζι έστρωσες για έξι ψυχές
Εμένα όμως δεν με κάθισες στην άκρη.

6 Μαρτίου 1941