Το τίμημα της «επιτυχίας»

Το τίμημα της «επιτυχίας»

Του Κωνσταντίνου Μποτόπουλου

Την ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα απασχολεί αυτόν τον καιρό ένα καίριο αλλά σχεδόν ρητορικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν η κυβερνητική κατάρρευση - γιατί δεν υπάρχει άλλη λέξη που να περιγράφει αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας - να επήλθε τη στιγμή ακριβώς που θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, για πρώτη φορά από τότε που ήρθε στην εξουσία, η κυβέρνηση έχει να παρουσιάσει κάποιες «επιτυχίες» (τη «λύση» του Σκοπιανού και την «έξοδο» από το μνημόνιο);

Η μονολεκτική απάντηση βρίσκεται στα εισαγωγικά που αναγκαστικά μπαίνουν στις λέξεις «επιτυχίες», «λύση» και «έξοδος», η δε λίγο πιο αναλυτική ελπίζω να τροφοδοτηθεί από τις σκέψεις που ακολουθούν.

Η κυβέρνηση πληρώνει την καθυστερημένη αποκάλυψη τριών παθογενειών που χαρακτήρισαν όλη την πορεία της, αλλά αποκτούν άλλη διάσταση στο φως των «επιτυχιών» της: της κατά βούλησιν και επ' ωφελεία της ερμηνείας του «λαϊκού αισθήματος» (λαϊκισμός), της διαρκούς μετατροπής του άσπρου σε μαύρο (εξαπάτηση) και της έλλειψης ήθους έναντι των πολιτικών και κοινωνικών αντιπάλων της (εκχυδαϊσμός). Επειδή αυτά τα τρία στοιχεία ενυπήρχαν και χαρακτήριζαν κάθε πράξη της, είτε, στις πλείστες περιπτώσεις, αρνητική για το δημόσιο συμφέρον, είτε όχι, κι επειδή η κυβέρνηση υπέπεσε τώρα στην ύβριν να πανηγυρίσει και να αυτο-ηρωοποιηθεί, οι «επιτυχίες» έγιναν μεγαλύτερο, και πάντως πολύ πιο ορατό, μπούμερανγκ από τις ώς τώρα πολλές αποτυχίες.

Η απώλεια της επαφής με το λαϊκό αίσθημα συντελέστηκε επειδή η κοινωνία ενστικτωδώς κατάλαβε πως το μεν Σκοπιανό χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως πολιτικάντικο εργαλείο εσωτερικής χρησιμότητας, το δε τέλος ενός τρίτου μνημονίου, που η ίδια η κυβερνητική πολιτική είχε αχρείαστα φέρει, συνοδεύεται από διαιώνιση της λιτότητας και της αναπτυξιακής δυσπραγίας. Κι αυτό το αίσθημα φούντωσε κι έγινε απόρριψη - που περιλαμβάνει ακόμα και τα θετικά στοιχεία της συμφωνίας και του εν πάση περιπτώσει κλεισίματος ενός πολύ επαχθούς κύκλου - όταν η κυβερνητική κομπορρημοσύνη συνδυάστηκε με μετωπική επίθεση κατά των πολιτικών και κοινωνικών φωνών που δεν βλέπουν τα πράγματα όπως τους σερβίρονται και όταν, σε αμέσως επόμενο χρόνο, εξώκειλε σε θεωρίες συνωμοσίας.

Αντί να μετατρέψει μια ημιτελή προσπάθεια σε κοινό κτήμα και σε εφαλτήριο για προβληματισμό και ενότητα, η κυβέρνηση έσπευσε, όπως έκανε πάντα, να στήσει «αφήγημα» και να διχάσει. Ετσι, όμως, το μόνο που κατάφερε ήταν να καταστήσει πιο σαφή τη διαχειριστική ανεπάρκεια και τις εσωτερικές αντιφάσεις της. Ούτε η αποδοχή σκέτα «μακεδονικής» ιθαγένειας και γλώσσας για μια χώρα που δεν θα λέγεται σκέτη Μακεδονία, ούτε η υπογραφή, μαζί με τη συμφωνία «εξόδου» από το μνημόνιο, σειράς μέτρων που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τα «μνημονιακά», είναι λεπτομέρειες. Και πάντως η κυβέρνηση φρόντισε να τις βάλει μπροστά στη μύτη όλων μας διαφημίζοντάς τες κι εμφανίζοντάς τες ως μονόδρομους.

Θύμα του ίδιου πολιτικού νόμου έπεσαν και το ΠΑΣΟΚ των αρχών της κρίσης και η Νέα Δημοκρατία της δεύτερης και κανονικά τελευταίας φάσης της: αποκόπηκαν από το λαϊκό αίσθημα κι έχασαν τα κοινωνικά και εκλογικά τους ερείσματα όχι τόσο όταν έπαιρναν τα δύσκολα μέτρα, αλλά μόλις άρχισαν να νιώθουν και να εκδηλώνουν ότι τα κατάφεραν. Η πτώση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι πιο παταγώδης και φθοροποιός αλλά, εν όψει των επιδόσεών τους, και πιο δίκαια.

* Αναδημοσίευση από τον «Φιλελεύθερο» της Παρασκευής 29 Ιουνίου 2018.