Η ρητορική του αυταρχισμού

Η ρητορική του αυταρχισμού

O Γιάννος Παπαντωνίου είναι αθώος. Τουλάχιστον είναι αθώος μέχρι να καταδικαστεί από ένα δικαστήριο. Ισχύει υπέρ του το τεκμήριο της αθωότητας – τόσο από το ελληνικό όσο και από το ευρωπαϊκό δίκαιο. Άρα κακώς τα μέσα ενημέρωσης τον παρουσιάζουν ως ήδη ένοχο. Ας περιμένουμε να δούμε τι θα πει το δικαστήριο. Το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι μια λεπτομέρεια. Συνδέεται με την ποιότητα της δημοκρατίας μας.

Το ίδιο ισχύει και για την φοιτήτρια Σάρα Μαρντίνι, πρόσφυγα από την Συρία, που είναι επίσης σήμερα προφυλακισμένη στον Κορυδαλλό, μαζί με τρεις άλλους συναδέλφους της που διέσωζαν πρόσφυγες στο Αιγαίο. Οι τέσσερις διασώστες είναι προφυλακισμένοι με την κατηγορία ότι δήθεν διακινούσαν πρόσφυγες σε συνεργασία με αγνώστους στην Τουρκία. Ιστοσελίδες και εφημερίδες τους περιγράφουν ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης αν και δεν έχει ακόμα γίνει δίκη.

Οι δημοσιεύσεις αυτές δεν εκπλήσσουν, αφού η διαπόμπευση κατηγορουμένων είναι μόνιμο χαρακτηριστικό του ελληνικού τύπου τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα οι διαρροές της δικογραφίας προς τον τύπο από αστυνομικούς, γραμματείς ή δικαστές, που παραβιάζουν παράνομα τη μυστικότητα της διαδικασίας είναι κάτι συνηθισμένο στην χώρα μας, ενώ δεν ερευνάται ποτέ από την αστυνομία.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό των δύο αυτών περιπτώσεων είναι όμως ότι και οι δύο προφυλακίσεις έχουν έντονο πολιτικό χρώμα. Στην περίπτωση του κ. Παπαντωνίου, η προφυλάκιση έγινε μετά από παραινέσεις του βουλευτή Χανίων και αναπληρωτή Υπουργού, Παύλου Πολάκη, ο οποίος σταθερά λέει ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι ανήκουν στην φυλακή – κάτι που επιβεβαίωσε με αντίστοιχου περιεχομένου δηλώσεις και ο επίσημος εκπρόσωπος της κυβέρνησης.

Στην περίπτωση της Σάρα Μαρντίνι η παραίνεση για φυλάκιση έγινε από τον πρώην βουλευτή των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, κ. Νικολόπουλο – οποίος κατηγόρησε στην Βουλή την συγκεκριμένη Μη Κυβερνητική Οργάνωση ότι «διακινεί» πρόσφυγες στο Αιγαίο ως μέρος μιας διεθνούς συνωμοσίας του Τζώρτζ Σόρος πριν μερικούς μήνες.

Τα λόγια Πολάκη και Νικολόπουλου θα ήταν ασήμαντα και γραφικά, αν δεν είχαν οδηγήσει ανθρώπους να χάσουν της ελευθερία τους αλλά και αν δεν είχαμε ισχυρές ενδείξεις ότι εκφράζουν ακριβώς την πολιτική του κ. Τσίπρα. Η άσκηση πίεσης προς την δικαιοσύνη δεν είναι ένα ατύχημα ή ένα λάθος από άσχετους ανθρώπους. Είναι σταθερή πολιτική της σημερινής κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση συνηθίζει να ασκεί πίεση στην δικαιοσύνη είτε έμμεσα, είτε άμεσα. Ο κ. Τσίπρας διόρισε στο προσωπικό του γραφείο την πρώην πρόεδρο του Αρειου Πάγου κ. Θάνου αμέσως μόλις συνταξιοδοτήθηκε από το δικαστικό σώμα. Όταν η δικαιοσύνη δεν συμμορφώνεται, η κυβέρνηση την χαρακτηρίζει ως διεφθαρμένη. Έτσι ακριβώς έκανε τον Οκτώβριο του 2016 η τότε εκπρόσωπος της κυβέρνησης Όλγα Γεροβασίλη με αφορμή την αντισυνταγματικότητα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες, καταδικάζοντας τότε το Συμβούλιο της Επικρατείας ως υποστηρικτές της «διαπλοκής».

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2017, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εξέδωσε δελτίο τύπου στο οποίο έλεγε: «Συστηματικά και μεθοδικά επιχειρείται εδώ και καιρό η πλήρης υποταγή και χειραγώγηση της Δικαιοσύνης ώστε να λειτουργεί όχι ως ανεξάρτητη εξουσία αλλά ως κυβερνητικός μηχανισμός». Η ένωση συμπλήρωσε ότι η προσπάθεια χειραγώγησης γίνεται από πολιτικά πρόσωπα:

«Υπουργοί και Βουλευτές εκτοξεύουν καθημερινά αστήρικτες κατηγορίες σε βάρος Δικαστών και Εισαγγελέων για μεροληπτικές αποφάσεις και ύπαρξη σκοπιμοτήτων που στόχο έχουν δήθεν την παρεμπόδιση του Κυβερνητικού έργου. Επιχειρούν έτσι να τρωθεί το κύρος της Δικαιοσύνης ώστε να μπορούν να την ελέγχουν ευκολότερα και να εμφανιστούν οι ίδιοι ως μοναδικοί υπερασπιστές της νομιμότητας και «γνήσιοι εκφραστές του κοινού συμφέροντος».

Πιο ξεκάθαρα από οποιαδήποτε άλλη καταγγελία, την προηγούμενη εβδομάδα η πρώην εισαγγελέας Διαφθοράς Ελένη Ράικου, μίλησε για μέλος της κυβέρνησης που απαιτούσε από εκείνην διώξεις εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Η πράξεις του προσώπου αυτού – που πιθανολογείται ότι είναι αναπληρωτής υπουργός – είναι κι αυτές ίσως ποινικού ενδιαφέροντος, ως παράδειγμα κατάχρησης εξουσίας. Μέσα στο γενικό χάος που επικρατεί με τους θεσμούς με την σημερινή κυβέρνηση, η σημασία της καταγγελίας αυτή ίσως υποτιμήθηκε. Έρχεται όμως να συμπληρώσει την εικόνα μια συστηματικής χειραγώγησης της δικαιοσύνης από τον Σύριζα, που κορυφώθηκε με την υπόθεση Novartis.

Η μέθοδος αυτή είναι γνωστή από λαϊκιστικές κυβερνήσεις αλλού στην Ευρώπη. Μια εκλεγμένη κυβέρνηση απαξιώνει τα θεσμικά αντίβαρα στην εξουσία της, κατηγορώντας τους θεσμούς αυτούς ως όργανα της «άρχουσας τάξης». Οι επιθέσεις αυτές ενισχύουν το διάχυτο συναίσθημα του θυμού μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης για τις αδικίες του πολιτικού συστήματος. Ο λαϊκισμός αυτός έχει μια βάση στην πραγματικότητα. Η παγκοσμιοποίηση και η υπερβολική ισχύς του χρηματοοικονομικού τομέα δημιούργησαν τεράστιες ανισότητες και αδικίες.

Στην Ελλάδα πράγματι υπήρξε και υπάρχει εκτεταμένη διαφθορά. Δημαγωγοί και εθνικιστές εκμεταλλεύονται όμως αυτές τις πραγματικές αδικίες, φτιάχνοντας μια απατηλή εικόνα και συνδέοντας – ψευδώς- τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της εποχής μας με φανταστικούς εχθρούς, όπως π.χ. την Ευρωπαϊκή Ένωση, τους μετανάστες, ή τον Τζώρτζ Σόρος. Υπόσχονται έτσι μαγικές λύσεις.

Oι Ευρωπαίοι λαϊκιστές, από τον Τσίπρα και τον Σαλβίνι μέχρι τον Ορμπάν, υιοθετούν τα προεκλογικά συνθήματα του Σύριζα: «Ή εμείς ή αυτοί» και «'Η τους τελειώνουμε, ή μας τελειώνουν». Μέρος της ίδιας ακριβώς ρητορικής είναι και η επίθεση προς τους δικαστές. Η λογική είναι ότι δημοκρατία είναι ό,τι θέλει η κυβέρνηση, αφού κέρδισε την πλειοψηφία.
Δημοκρατία είναι όμως μια ηθική σχέση ισότητας με τους συμπολίτες μας. Σε μια δημοκρατία γνωρίζουμε ότι είμαστε όλοι το ίδιο ελεγχόμενοι από το κράτος δικαίου. Έχουμε όλοι το ίδιο δικαίωμα ψήφου.

Οι εκπρόσωποί μας στην βουλή έχουν δικαίωμα ισηγορίας, ώστε να ελέγχουν την κυβέρνηση και να διαμορφώνουν τους νόμους της χώρας. Η δημοκρατία απαιτεί θεσμούς ισότητας και λογοδοσίας μαζί με θεσμούς αντιπροσώπευσης. Έτσι σε μια δημοκρατία κανείς δεν έχει πολιτικούς εχθρούς. Έχουμε αντιπάλους, αλλά όχι εχθρούς, αφού οι διαφορές μας επιλύονται ήπια και ειρηνικά με τις διαδικασίες που ορίζει το δημοκρατικό σύνταγμα. Αντίστοιχα, η διαφθορά δεν χρειάζεται ειδική πολιτική δίωξη. Τα δικαστήρια οφείλουν να καταδιώκουν την διαφθορά χωρίς καμία πολιτική παρέμβαση ή σκέψη.

Για αυτό το τεκμήριο αθωότητας και η σχολαστική τήρηση του νόμου έχουν σημασία. Κάθε μικρό επεισόδιο απαξίωσης της δικαιοσύνης από την κυβέρνηση, επηρεάζει την εικόνα της δημοκρατίας. Καλλιεργεί την αυταρχική αντίληψη των «εχθρών του λαού» και τη λογική ότι οι θεσμοί είναι εμπόδιο στα δικαιώματα της πλειοψηφίας. Η κυβέρνηση Σύριζα/ΑνΕλ μπορεί να έχει ακόμα λίγους μήνες ζωής, αλλά η ζημιά που μπορεί να κάνει στους θεσμούς είναι ακόμα μεγάλη.


Ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης είναι καθηγητής δημοσίου δικαίου στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και δικηγόρος στο Λονδίνο