Η Ελλάδα αδιαφορεί για τα παιδιά της

Η Ελλάδα αδιαφορεί για τα παιδιά της

Του Νίκου Μηλαπίδη

«Η Δάφνη απασχολείται στο σχολείο μέχρι τις 5 μ.μ., ενώ η μεγάλη η Αθηνά μέχρι τις 6 μ.μ. Όταν τα παιδιά επιστρέφουν σπίτι, είναι διαβασμένα», μου λέει στο τηλέφωνο, ο 42χρονος φίλος μου, από το Βερολίνο.

Ο Γ. Χ. στέλεχος επιχειρήσεων μετακόμισε τον Ιούνιο του 2014 στη Γερμανία, με τη γυναίκα του και τις δυο κόρες του 5 και 7 ετών. Τα χαμηλά εισοδήματα, το γενικότερο κλίμα ανασφάλειας και η απουσία δομών στήριξης στην Ελλάδα επηρεάζουν αρνητικά τα νέα ζευγάρια και τους ωθούν στην μετανάστευση ή στην αναβολή της απόφασης να κάνουν παιδί.


Για πρώτη φορά στη δημογραφική της Ελλάδας, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο πληθυσμός των ατόμων ηλικίας 0-14 ετών είναι μικρότερος από αυτόν των άνω των 65 ετών. Το 2017, οι 65+ ήταν κατά 800.000 περισσότεροι από τα άτομα ηλικίας έως 14 ετών Ακόμη ταχύτερη αύξηση εμφανίζει ο πληθυσμός ηλικίας άνω των 85 ετών.

Αν, μάλιστα, την περίοδο 1991 – 2000 η Ελλάδα δεν είχε δεχτεί αυξημένο κύμα μετανάστευσης, κυρίως από την Αλβανία σήμερα δεν θα είχε πληθυσμό μεγαλύτερο από αυτόν του 1990. Οι επιστήμονες στην Επιτροπή στη Βουλή για το Δημογραφικό ήταν κάθετοι: Η μείωση του μόνιμου πληθυσμού στην Ελλάδα, δεν πρόκειται να ανακοπεί υπό οποιαδήποτε σενάρια ως το 2050! Θα είμαστε ενάμισι εκατομμύριο λιγότεροι – και πολύ πιο γέροι.

Ωστόσο, το φαινόμενο του δημογραφικού ζητήματος είναι πολυπαραγοντικό, καθώς εμφανίζεται και σε εύρωστες κοινωνίες, π.χ. στη Γερμανία που η δημιουργία οικογένειας βρίσκεται χαμηλά στο αξιακό σύστημα των Γερμανών, σε αντίθεση με τους Γάλλους, για τους οποίους η πολυμελής οικογένεια αποτελεί κοινωνικό πρότυπο.

Το δημογραφικό βρισκόταν «ψηλά» στην τελευταία προεκλογική ατζέντα και στις εκλογές στη Βαυαρία. Αντιμετωπίζονται με τρόμο οι προβλέψεις των στατιστικολόγων για περαιτέρω συρρίκνωση του πληθυσμού, δεδομένου ότι η πληθυσμιακή ομάδα που αναπαράγεται περισσότερο είναι οι «μη Γερμανοί».

Η δημογραφική γήρανση του συνολικού πληθυσμού έχει δύο βασικά δεδομένα. Ένα κακό την υπογεννητικότητα, δηλαδή τον περιορισμό των γεννήσεων, και ένα καλό την παράλληλη αύξηση του προσδόκιμου ζωής, καθώς όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ζούμε περισσότερο.

Στην Ελλάδα, δεν «γέννησε» το δημογραφικό πρόβλημα η οικονομική κρίση αλλά το επέτεινε. Από το 2011 έως το 2017 ο πληθυσμός μας μειώνεται διαρκώς, γεγονός που οφείλεται στο ότι τόσο το φυσικό όσο και το μεταναστευτικό ισοζύγιο είναι αρνητικά.

Γεννιούνται λιγότερα παιδιά, φεύγουν περισσότεροι νέοι. Αλυσιδωτά, η μείωση του πλήθους των ατόμων εργάσιμης ηλικίας στη διάρκεια επιταχύνεται και πυροδοτεί την ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος, της υγείας και της οικονομίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ του 2ου τριμήνου του 2018, στα 3,8 εκατ. άτομα που ήταν το σύνολο των απασχολουμένων αντιστοιχούν περίπου 3,5 εκατ. συνταξιούχοι και άνεργοι. Οι συντάξεις των οποίων σε ένα μεγάλο ποσοστό, όπως και τα επιδόματα ανεργίας πληρώνονταν από τις εισφορές 3,8 εκατ. εργαζομένων, από τους οποίους οι 613.119 αμείβονταν με μισθό 328 ευρώ.  

Με την υψηλότερη ανεργία στη ΕΕ, την part-time απασχόληση να γίνεται ο κανόνας και την μαύρη εργασία να εκρήγνυται, πώς είναι δυνατόν όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι να μπορούν να στηρίζουν τις δαπάνες υγείας και τις συντάξεις όλο και περισσότερων συνταξιούχων;

Προφανώς τα νούμερα δεν βγαίνουν, εκτός βέβαια αν μειώνονται οι συντάξεις όσο περνά ο καιρός και αν οι ήδη απαράδεκτες υπηρεσίες δημόσιας υγείας γίνουν ακόμη χειρότερες.

Μια χώρα με τόσο τραυματισμένη οικονομία, όπου κυριαρχεί η αποεπένδυση, η υπερχρέωση και η υπερφορολόγηση ενδιαφέρεται προκλητικά και αποκλειστικά για τους συνταξιούχους!

Ενώ η Ελλάδα, δαπανά το 20,7% του ΑΕΠ για κοινωνική προστασία, πάνω και από τον κοινοτικό μ.ο, (19,1%), η μερίδα του λέοντος δαπανάται στις συντάξεις γήρατος.

Από το προαναφερθέν 20.7%, για συντάξεις δαπανούμε 16% του ΑΕΠ**, το υψηλότερο στην ΕΕ, με κοινοτικό μ.ο στο 10,25%.

Η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση στις δαπάνες για τη στήριξη της οικογένειας και των παιδιών (ποσοστό 0,6%), υποδιπλάσιο του κοινοτικού μέσου όρου (1,7%).

Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από το μέσο κοινοτικό όρο στις δαπάνες και για την παιδεία, ως προέκταση για την στήριξη της οικογένειας και της ανατροφής παιδιών.
Αντιθέτως, εξακολουθεί να κατέχει μακράν την πρώτη θέση στις αμυντικές δαπάνες.

Η αλλαγή του οικονομικού μοντέλου και η εισροή νέων ξένων επενδύσεων υψηλής αξίας για την αντιμετώπισης της ανεργίας και την αύξηση του εθνικού μας εισόδηματος είναι η η μοναδική εθνική στρατηγική επιλογή που θα έπρεπε να συζητούμε ενόψει των εκλογών, ώστε να μπορούμε και συντάξεις να δίνουμε, και κοινωνικό κράτος να έχουμε είναι.

Η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας με την παράλληλη μείωση του μεριδίου των συντάξεων ως ποσοστό του ΑΕΠ, φαίνεται να είναι ο μοναδικός δρόμος για την ανάσχεση του δημογραφικού ζητήματος.

Ανάπτυξη χρειάζεται αυτή η χώρα. Αν το δίλημμα των εκλογών περιοριστεί στο ονοματολογικό και την περικοπή των συντάξεων, τότε η τύχη της χώρας είναι προδιαγεγραμμένη.

* O Νίκος Μηλαπίδης είναι Νομικός, Διευθυντής ΚΟ στο «Ποτάμι».

** Στοιχεία Eurostat