Για το σκάκι

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019, 00:02
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Σήμερα έχω την πολύ μεγάλη χαρά να συζητώ με τον Τάκη Δρεπανιώτη, τον γνωστό, έγκριτο μεταφραστή, όχι για τη μετάφραση (πράγμα που ευελπιστώ να κάνουμε μια άλλη φορά) ή γενικώς για τα βιβλία αλλά για το σκάκι — είναι από τους πλέον ειδικούς στην Ελλάδα: διεθνής διαιτητής σκακιού από το 1980, έχει εκτός των άλλων διατελέσει πρόεδρος του Σκακιστικού Ομίλου Καλλιθέας και μέλος της Ελληνικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας σε διάφορα πόστα. Διαβάστε αυτά που έχει να μας πει, είτε είστε σκακιστής οποιουδήποτε επιπέδου είτε όχι. Θα αποζημιωθείτε και με το παραπάνω. Τον ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο του, όπως και εσάς για τις κοινοποιήσεις αυτής της συζήτησης.

— Αγαπητέ κύριε Δρεπανιώτη, να πάρουμε λίγο τα πράγματα από την αρχή; Από πότε έχουμε σκάκι με τη σημερινή μορφή του; Πού πρωτοεμφανίστηκε και πότε έγινε πραγματικά διάσημο;

Τ.Δ.: Πρώτα-πρώτα, φίλε Κυριάκο, θέλω να σε ευχαριστήσω γι’ αυτή την ευκαιρία να πούμε λίγα πράγματα για το σκάκι από τη φιλόξενη στήλη σου στον Φιλελεύθερο. Το σκάκι είναι ένας κόσμος ολόκληρος, συνδυάζει στοιχεία αγωνιστικά, δημιουργικά, επιστημονικά και παραμένει το κορυφαίο παιχνίδι στον κόσμο για δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Το σκάκι είναι, βέβαια, ένα παιχνίδι με παράδοση πολλών χιλιάδων χρόνων και υπάρχουν γραπτά στοιχεία και απεικονίσεις και βιβλία με οδηγίες από τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. Οι σημερινοί κανόνες του σκακιού είναι ευρύτερα αποδεκτοί από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τοπικές παραλλαγές διατηρήθηκαν πολλές δεκαετίες, αλλά τα πρώτα μεγάλα διεθνή σκακιστικά συνέδρια (όπως λέγονταν τότε τα τουρνουά) και η ανάδειξη «παγκόσμιων» πρωταθλητών (δηλαδή Ευρωπαίων με εσάνς Αμερικής) ουσιαστικά «κλείδωσαν» το σκάκι στη σημερινή μορφή του.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να βρούμε συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία το σκάκι γίνεται «διάσημο» σε παγκόσμιο ή τοπικό επίπεδο. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι σήμερα παίζουν σκάκι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι (όχι μόνο επί της σκακιέρας, αλλά κυρίως μέσα από τις διαδικτυακές πλατφόρμες) και όχι πια μόνο στην Ευρώπη αλλά σε όλο τον κόσμο. Είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής διαδικασίας με τοπικά ή παγκόσμια ξεπετάγματα. Το σκάκι είναι κάτι σαν τον έναστρο ουρανό: όλοι ξέρουν ότι υπάρχει γύρω μας και, όποτε υπάρχουν ιδιαίτερες αφορμές, πολύ περισσότεροι βλέπουν τις αναλαμπές από τα αστέρια του και τις μάχες τους.

— Πότε «ήρθε» στην Ελλάδα; Και πόσο γρήγορα έγινε γνωστό και αγαπήθηκε από τους πολλούς;

Τ.Δ.: Μια γνωστή φράση-κλισέ είναι ότι η Ελλάδα ενώνει Δύση και Ανατολή. Αν χρειαστεί ποτέ ένα γρήγορο παράδειγμα, μας το προσφέρει το σκάκι. Γνωρίζουμε ότι το σκάκι ξεκίνησε από την Ινδία και εξαπλώθηκε προς την Ανατολή (όπου δημιουργήθηκε το, αρκετά διαφορετικό, κινέζικο σκάκι) και προς τη Δύση μέσω Περσίας και της αραβικής εξάπλωσης. Το σκάκι στα περσικά ονομάζεται σατράντζ, λέξη που όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη εξελληνίστηκε σε «ζατρίκιο». Ήταν δημοφιλέστατο ως «τεχνικό παίγνιο» με την επίσημη σημερινή ορολογία, δηλαδή παιζόντουσαν στοιχήματα με αυτό και γι’ αυτό η Άννα Κομνηνή, στο βιβλίο «Αλεξιάδα», ζητάει γύρω στα 1150 τη ρητή απαγόρευσή του. Φυσικά, το σκάκι επέζησε. Και στις ιβηρικές γλώσσες, το σκάκι δείχνει αυτή την προέλευσή του: ονομάζεται αχεντρές (ajedrez).

Σαχ («σάχης») είναι ο βασιλιάς στα περσικά και ένας πάγιος κανόνας του παιχνιδιού είναι ότι ειδοποιούμε τον αντίπαλο όταν του απειλούμε τον βασιλιά. Δεν μπορούμε να του τον πάρουμε με χωσιά. Ο βασιλιάς δεν αιχμαλωτίζεται: πεθαίνει και χάνει την παρτίδα. Πώς ειδοποιούμε; Μα, με το επιφώνημα «σαχ!»

Στις κεντρικές μεσογειακές χώρες, στη Γαλλία και την Ιταλία, και τις βορειότερες ευρωπαϊκές χώρες, που εμπορεύονταν με αυτές, το παιχνίδι πήρε το όνομά του από αυτό το επιφώνημα. Στις ιταλικές διαλέκτους, το «σαχ» έγινε «σκάκο» και το παιχνίδι του έγινε «σκάκι». Όπως τόσες βενετσιάνικες λέξεις, η ονομασία ήρθε ξανά στα ελληνικά, τώρα από τα δυτικά, και μάλιστα (όπως συμβαίνει συχνά στη γλώσσα) θεωρήθηκε ότι είναι πληθυντικός. Οι σκάκοι, το παιχνίδι των σκάκων. Κάπου γράφει ο Ξενόπουλος ότι «έπαιζαν σκάκους».

Όμως σκακιστικές επιρροές στον ελληνικό χώρο δεν έχουμε μόνο από την Ανατολή και από τη Δύση. Έχουμε και από τον Βορρά, όπως δείχνουν π.χ. το σωζόμενο ξύλινο κουτί με πιόνια από το σκάκι που είχε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μαζί του όταν, μετά την αποτυχία της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία, φυλακίστηκε από τους Αυστριακούς στο φρούριο Μούγκατς της Ουγγαρίας.

Ας σταθώ και στο πότε αγαπήθηκε από τους πολλούς στην Ελλάδα, επειδή πιστεύω ότι έχω βάλει κι εγώ ένα μικρό λιθαράκι. Το ορόσημο θεωρώ πως ήταν οι δύο Σκακιστικές Ολυμπιάδες που έγιναν στη Θεσσαλονίκη το 1984 και το 1988, στον χώρο της ΔΕΘ. Η δεύτερη δεν έφτασε βέβαια το μεγαλείο και τη λαμπρότητα της πρώτης (η οποία έθεσε παγκόσμια στάνταρ για τη συγκεκριμένη διοργάνωση όπου συμμετέχουν κάθε δύο χρόνια σχεδόν διακόσιες χώρες, σε ομαδικούς αγώνες «όπεν» και «γυναικών»). Όμως ήταν αποφασιστικής σημασίας επειδή παγίωσε το «εξωτικό» ενδιαφέρον που είχε προκληθεί πριν από τέσσερα χρόνια για το σκάκι.

— Και το αθλητικό σκάκι; Από πότε έχουμε αγώνες;

Τ.Δ.: Αναφέραμε ήδη μεγάλους αγώνες στον 19ο αιώνα. Στην Ελλάδα, πρώτες προσπάθειες για πρωταθλήματα έγιναν προπολεμικά. Ήταν περισσότερο «της παρέας», καθώς περιορίζονταν κυρίως σε Αθηναίους σκακιστές και κορυφαίοι σκακιστές δεν συμμετείχαν για διάφορους λόγους. Στην επίσημη σκακιστική ιστορία, τα πρωταθλήματα αυτά αναφέρονται με τη χρονολογία τους, χωρίς αρίθμηση. Η επίσημη αρίθμηση αρχίζει με την ίδρυση της Ελληνικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας, το 1948. Πάντως, για πολλά χρόνια οι αγώνες ήταν επικεντρωμένοι στην Αθήνα· ο Θεσσαλονικιός Τρ. Σιαπέρας, κορυφαίος σκακιστής, έπρεπε να φιλοξενηθεί επί μήνες στην Αθήνα για να κερδίσει, μάλλον άνετα, τον τίτλο στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Πραγματικά πανελλήνια μορφή άρχισαν να παίρνουν οι αγώνες από το 1968, με την καθιέρωση της Α΄ Εθνικής και το πρώτο ατομικό πρωτάθλημα που έγινε εκτός Αθηνών, στο μακρινό Ξυλόκαστρο…

Η μεγάλη αγωνιστική εξέλιξη (στην Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια) έρχεται από τη δεκαετία του 1980. Είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Του φιλικού πολιτικού περιβάλλοντος που εξασφαλίζει κεντρικά και περιφερειακά αδιανόητους πόρους για το σκάκι, μιας νεανικής διοίκησης που έχει εικόνες από τα διεθνή πράγματα και θέλει να τα εφαρμόσει στη χώρα και ενός ειδικού συστήματος αγώνων που ονομάζεται ελβετικό (κάτι σαν νοκάουτ όπου ξαναπαίζεις, με βαθμολογία) και εφαρμόζεται στο σκάκι, επιτρέποντας την ταυτόχρονη συμμετοχή στους ίδιους αγώνες ακόμη και εκατοντάδων αθλητών με διαφορετική δυναμικότητα. Η πληροφορική, οι πρώτες αυτόνομες ηλεκτρονικές σκακιέρες και το Διαδίκτυο αργότερο —που σημαίνει πανταχού παρόντες διαθέσιμοι συμπαίκτες— συμβάλλουν καθοριστικά.

Το σημαντικό που πρέπει να θυμάται ο αναγνώστης είναι ότι το αγωνιστικό σκάκι παίζεται με χρονόμετρο. Οι κανόνες είναι οι ίδιοι, αλλά η υποχρέωση να παίζεται ένας αριθμός κινήσεων σε συγκεκριμένο χρόνο (συνήθως στην αναλογία 2 ώρες για 40 κινήσεις για κάθε παίκτη) μετατρέπει το παιχνίδι σε άθλημα. Και από άθλημα ξανά σε παιχνίδι, όταν ο χρόνος για όλη την παρτίδα γίνεται «μπλιτς» από ένα πεντάλεπτο ή και λιγότερο για τον καθένα.

— Σε τι θέση βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα στο αγωνιστικό σκάκι;

Τ.Δ.: Το 1982 είχαμε συνοδεύσει, για πρώτη φορά μαζί με την «αντρική» ομάδα, και την Εθνική ομάδα γυναικών στη σκακιστική Ολυμπιάδα της Λουκέρνης. Η ομάδα είχε πάει σπουδαία και στην τελετή λήξης επιβραβεύτηκε ως η κορυφαία της τρίτης παγκόσμιας κατηγορίας, της τρίτης εικοσάδας, με άλλα λόγια. Ήταν μεγάλη επιτυχία, σε μια εποχή που οι τρεις σκακιστικές υπερδυνάμεις ήταν η Σοβιετική Ένωση, η Γιουγκοσλαβία και η Ουγγαρία.

Σήμερα, και οι δυο εθνικές μας ομάδες διεκδικούν θέσεις στη δεκάδα — και αυτό παρά το γεγονός ότι από την παλιά Σοβιετική Ένωση έχουν προκύψει τουλάχιστον πέντε μεγάλες σκακιστικές δυνάμεις (Ρωσία, Ουκρανία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν), ότι υπάρχουν πλέον οι μεγάλες δυνάμεις της Ανατολικής Ασίας (Κίνα, Ινδία, Βιετνάμ), ότι η «μεγάλη των πλάβι σχολή» παραμένει σε παραγωγική και αγωνιστική δράση και ότι η αυξημένη αθλητική κινητικότητα σημαίνει ότι μπορείς να δεις επικεφαλής της ομάδας κάποιας άσημης χώρας έναν κορυφαίο γκρανμέτρ ή μια τέως παγκόσμια πρωταθλήτρια.

Στο ατομικό επίπεδο, έχουν υπάρξει πολλές επιτυχίες (εννοώ, πρωτιές) σε νεανικά παγκόσμια πρωταθλήματα. Πάλι με πρωτοπόρους τις σκακίστριές μας. Σημαντικά ατομικά αποτελέσματα σημειώνουν και οι πολλοί πια γκρανμέτρ μας (δεν είχαμε ούτε έναν πριν από το 1985). Δυστυχώς δεν έχουμε κατορθώσει ακόμη να έχουμε σκακιστές του σκακιστικού Έβερεστ, του top-100, με αξιολόγηση από 2700 και πάνω. Το γιατί είναι ένα μεγάλο και περίπλοκο ζήτημα. Παίζει ρόλο και η μεγάλη σε διάρκεια αγωνιστική σταδιοδρομία των κορυφαίων.

— Καθώς γνωρίζετε πολύ καλά και εκ των έσω το αγωνιστικό σκάκι στη χώρα μας, θέλετε να μας μιλήσετε για τη δική σας συμβολή σε αυτό και για το πώς έχουν τα πράγματα σήμερα, σε επίπεδο συλλόγων αλλά και παραπέρα;

Τ.Δ.: Γράφτηκα στον Σκακιστικό Όμιλο Καλλιθέας το 1974. Ο πατέρας μου, που ήταν στην ιδρυτική παρέα του Πειραϊκού Ομίλου Σκακιστών (από τα παλαιότερα σωματεία της χώρας) το 1948, και αργότερα έγινε πρόεδρος του Σκακιστικού Ομίλου και της Σκακιστικής Ομοσπονδίας, δεν ήθελε να μπλέξω με αθλητικά σωματεία επί Χούντας — και είχε δίκιο φυσικά. Όμως το ’74 ήμουν πια πρωτοετής φοιτητής και, μολονότι έπαιζα αρκετά καλά (προπονούμενος κυρίως με τον πατέρα μου), είχα χάσει πολύ προπονητικό χρόνο για να γίνω σκακιστής κορυφής. Έτσι, το 1982, σε ηλικία 26 χρονών, κρέμασα το δελτίο μου όπως απαιτούσε ο τότε διαβόητος αθλητικός νόμος 75/75 και μπήκα στη νέα διοίκηση της ΕΣΟ, μετά από αρχαιρεσίες που ακολούθησαν την πρόωρη απώλεια του πατέρα μου (σε ηλικία 58 χρονών). Ταυτόχρονα ανέλαβα και την προεδρία του Σκακιστικού Ομίλου Καλλιθέας (ήμουν δυο χρόνια γραμματέας του το ’80-’81).

Από εκεί και πέρα, η παρουσία μου ήταν κατά βάση τριπλή: Ως διεθνής διαιτητής σκακιού (από το 1980), ως πρόεδρος του Σκακιστικού Ομίλου Καλλιθέας και ως μέλος της Σκακιστικής Ομοσπονδίας, σε διάφορα πόστα. Από την προεδρία του ΣΟΚ παραιτήθηκα το 2007 και από μέλος του ΔΣ του σωματείου δέκα χρόνια αργότερα. Το 2016 αποσύρθηκα και από τη διοίκηση της ΕΣΟ (θα μπορούσα να έχω επανεκλεγεί· η υπερκομματική παράταξη που διοικεί από το 1982, η μοναδική αθλητική ομοσπονδία με αρχαιρεσίες με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής και όχι πλειοψηφικό, έβγαλε και τους 21 συμβούλους).

Η παρουσία, η θητεία καθενός σε μια ομάδα καλό είναι να κρίνεται από τρίτους και, ίσως, και από τα αποτελέσματα. Αναλάβαμε τη Σκακιστική Ομοσπονδία με καμιά τριανταριά ενεργά σωματεία — τώρα είναι πάνω από 200. Ο αριθμός των σκακιστών έχει δεκαπλασιαστεί. Δεκάδες χιλιάδες παιδιά μαθαίνουν σκάκι στα σχολεία. Υπάρχουν ακόμη κανονισμοί που έγραψα πριν από δεκαετίες και παραμένουν όπως ήταν τότε.

Από την άλλη, ανέλαβα τον ΣΟ Καλλιθέας ως ομάδα Α΄ Εθνικής με μοναδικό τίτλο ένα Κύπελλο Ελλάδας και σε μια δεκαετία κατακτήσαμε πέντε πρωταθλήματα Α΄ Εθνικής και ένα Κύπελλο ακόμη. Ήταν η εποχή που η Καλλιθέα ήταν συνώνυμη με το ελληνικό σκάκι. Ήμουν εκεί και τη δεκαετία του 1990 της πτώσης ως την Γ΄ Εθνική και της ανάδυσης ως σκακιστικού τοπόσημου της Καλλιθέας της Χαλκιδικής [χαμόγελο]. Και την εποχή της επιστροφής κ.ο.κ.

Σκέφτηκα να γράψω απομνημονεύματα, αλλά δεν θα είχαν ιδιαίτερο εμπορικό ενδιαφέρον. Άλλωστε δεν έχω κρατήσει αναλυτικά ημερολόγια και σημειώσεις, και η μνήμη θυμάται επιλεκτικά. [γέλια]

— Υπέροχα όλα αυτά. Λοιπόν, είναι ένα «λαϊκό» παιχνίδι το σκάκι τελικά; Ένα παιχνίδι για λίγους; Ένα παιχνίδι κάποιας αριστοκρατίας;

Τ.Δ.: Το σκάκι ήταν πάντα λαϊκό παιχνίδι. Παιζόταν σε καφενεία, με στοιχήματα, από τους φανατικούς οπαδούς του. Ορόσημο στην εξέλιξή του ήταν η κεντρική παρέμβαση στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες της επιρροής της, όταν για πρώτη φορά το σκάκι καλλιεργήθηκε επιστημονικά. Με προπόνηση, με αναλύσεις, με αθλητικά στοιχεία. Ως τότε εύλογα υπήρχε η εικόνα της αριστοκρατίας που παίζει σκάκι, αλλά δεν θα έλεγα ότι είναι σωστή. Απλώς το σκάκι φάνηκε περισσότερο όταν έφτασε από τις ταβέρνες στα ψηλά σαλόνια και χρηματοδοτήθηκαν από κάποιους εύπορους σκακιστές οι κορυφαίοι του παιχνιδιού.

Είναι ενδιαφέρον ότι, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, στην Ελλάδα έπαιζαν σκάκι κυρίως (όχι απόλυτα, βέβαια) δυο διακριτές ομάδες του πληθυσμού. Αριστεροί που το είχαν μάθει στις εξορίες και στρατιωτικοί που το είχαν μάθει ως στρατηγικό παίγνιο. Οι διακρίσεις αυτές εξαφανίστηκαν ουσιαστικά μετά τη ραγδαία ανάπτυξη της δεκαετίας του 1980.

Το σκάκι είναι παιχνίδι για όλους. Καθένας μπορεί να απολαύσει το αγωνιστικό σκάκι, μόνο του ή μαζί με κάποιες από τις πολλές παραφυάδες του, ιδιαίτερα σήμερα που ένας πρόθυμος συμπαίκτης βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στην οθόνη του υπολογιστή ή του κινητού μας.

— Ας πούμε κάτι άλλο: έχουμε και αρκετά λογοτεχνικά βιβλία που μιλούν για το σκάκι, σωστά;

Τ.Δ.: Ναι, βέβαια. Και σκακιστικές ιστορίες, και σκακιστικές αναφορές σε διάφορα λογοτεχνικά έργα. Τα έντονα συναισθήματα που γεννάει το σκάκι, όχι μόνο ως άθλημα αλλά και ως δημιουργία, προσφέρουν πολλή έμπνευση σε κάθε λογοτεχνικό είδος.

Περιέργως, όταν στο σκάκι μιλάμε για βιβλία, αναφερόμαστε κυρίως στη σκακιστική βιβλιογραφία, τις χιλιάδες βιβλία που κυκλοφορούν παγκόσμια ακόμη και σήμερα, που θα έλεγες ότι όλα είναι ψηφιακά, με οδηγίες για τις καλύτερες κινήσεις, με υποδείξεις στρατηγικής για το άνοιγμα (το ξεκίνημα), το μέσο και το φινάλε της παρτίδας, με τρόπους επίθεσης και άμυνας. Εδώ θα ήθελα, αν μου επιτρέπεται, να αναφέρω ότι έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για τη σκακιστική βιβλιογραφία (έχω μεταφράσει πολλούς τίτλους στα ελληνικά) και ότι το επόμενο πρότζεκτ μου είναι η δημιουργία μιας «προεδρικής» (όπως Αμερική [γέλια]) σκακιστικής βιβλιοθήκης στον σύλλογό μου, με βάση τους περισσότερους από χίλιους τίτλους της προσωπικής συλλογής μου.

— Χίλιοι τίτλοι! Μάλιστα… Λοιπόν: από τον Deep Blue της ΙΒΜ στον AlphaZero της Google. Οι υπολογιστές μάς νίκησαν στο σκάκι. Πειράζει;

Τ.Δ.: Όχι, εκτός αν μας πειράζει που το γιωταχί μας κάνει το Μαραθώνας-Στάδιο σε είκοσι λεπτά με ανοιχτούς δρόμους. Θα μας πείραζε μόνο αν κάποιος προσπαθούσε να κερδίσει τους δρομείς ταξιδεύοντας με το γιωταχί του. Και δυστυχώς, αυτό είναι σήμερα ένα μεγάλο και επίκαιρο πρόβλημα στο αγωνιστικό σκάκι: οι σκακιστές που «κλέβουν» χρησιμοποιώντας ψηφιακές συσκευές ή συστήματα επικοινωνίας…

— Και μια ακόμη αφελής ερώτηση: μπορεί οποιοσδήποτε να μάθει να παίζει καλό σκάκι; Και, εντέλει, να το απολαμβάνει; Για παράδειγμα, εγώ το εγκατέλειψα (νωρίς), γιατί δεν σταύρωσα ποτέ νίκη.

Τ.Δ.: Σκάκι μπορείς να παίζεις από τεσσάρων μέχρι 104 χρονών, για να παραφράσω το σχετικό. Να παίζεις ΚΑΙ να το απολαμβάνεις. Όπως μπορείς να ρίχνεις σουτάκια και να παίζεις διπλό ή 5x5 όσο κρατάνε οι δυνάμεις σου. Μπορεί κανείς να απολαμβάνει το τρέξιμο αν δεν κάνει τον Μαραθώνιο κάτω από πέντε ώρες και αν κολυμπάει το χιλιόμετρο σε μιάμιση; Φυσικά και μπορεί. Και οι νίκες έρχονται μαζί με τις ήττες μέχρι να «τοποθετηθείς» στο επίπεδο της παικτικής σου άνεσης. Στα προπονητικά μου χρόνια έχω δει πολλά παιδιά με ταλέντο που τα παράτησαν νωρίς γιατί δεν άντεχαν τις αρχικές ήττες. Έχω δει και παιδιά με ταλέντο που τα παράτησαν επειδή βαρέθηκαν τις συνεχείς νίκες παίζοντας σκόπιμα εναντίον πολύ πιο αδύνατων αντιπάλων.

Όμως το κλασικό παράδειγμα που θα διηγούμαι πάντα ήταν όταν, στην αρχική του ομιλία, ένας νέος (σε ηλικία) προπονητής στον σύλλογό μας είπε δείχνοντας τον πίνακα αποτελεσμάτων του εσωτερικού πρωταθλήματος: «Δεν ξέρω ποιος από εσάς θα γίνει πρωταθλητής, ξέρω όμως ποιος δεν θα γίνει ποτέ τίποτα στο σκάκι. Αυτός εδώ, με μηδέν νίκες σε 13 αγώνες». Και έδειξε τον τελευταίο.

Μερικά χρόνια αργότερα αυτός ο τελευταίος, από τους πιο πεισματάρηδες και στοχοπροσηλωμένους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, ήταν από τους πρώτους Έλληνες γκρανμέτρ, κατέκτησε πρωταθλήματα και τίτλους, τιμήθηκε διεθνώς και ακολούθησε μεγάλη σταδιοδρομία έξω από τα ελληνικά σύνορα.

— Απίστευτη ιστορία! Για να τελειώσουμε όμως: πείτε μας πέντε λόγους για τους οποίους είναι καλό να ασχοληθεί κάποιος, και δη ένας νέος, με το σκάκι.

Τ.Δ.: Ελπίζω ότι οι λόγοι φάνηκαν μέσα από τη συζήτησή μας. Ξεκίνησα λέγοντας ότι το σκάκι είναι ένας ολόκληρος κόσμος πνευματικής άθλησης. Ασκεί χρήσιμες πνευματικές ικανότητες. Μοιάζει αντικοινωνικό (μα τόσες ώρες αμίλητος;…) αλλά είναι βαθιά κοινωνικό. Είναι κάτι που σε συνοδεύει μια ζωή και, αν φτάσεις σε κάποιο αγωνιστικό επίπεδο, δεν μπορείς να το εγκαταλείψεις ποτέ σου.

Ο κύριος λόγος είναι όμως επειδή, όπως είχε πει ένας μεγάλος Γερμανός σκακιστής, ο Ζίγκμπερτ Τάρας, «Το σκάκι μπορεί, όπως η μουσική και ο έρωτας, να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο».

— Αγαπητέ κύριε Δρεπανιώτη, φίλτατε Τάκη, ευχαριστώ πολύ!

-A +A

Δημοφιλέστερα Άρθρα