Πόσο θα κρατήσει η ευφορία στις αγορές

Πόσο θα κρατήσει η ευφορία στις αγορές

Με τους μεγαλύτερους χρηματιστηριακούς δείκτες της υφηλίου να βρίσκονται κοντά ή σε ιστορικά υψηλά, το ερώτημα που απασχολεί μετά τη συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν είναι το εξής: μπορεί η ανακούφιση που κυριαρχεί σήμερα στα παγκόσμια χρηματιστήρια να μετατραπεί σε ένα βιώσιμο bull story για τις αγορές;

Διότι μπορεί την Πέμπτη να πέρασαν περίπου 20 δεξαμενόπλοια από τα Στενά του Ορμούζ, ωστόσο, χθες Σάββατο το Ιράν ανακοίνωσε ότι κλείνει ξανά το πέρασμα γιατί το Ισραήλ συνεχίζει τις επιθέσεις κατά του Λιβάνου. Μάλιστα, ιρανικά μέσα μετέδωσαν ότι οι διπλωμάτες πηγαίνουν στην Ελβετία με πολύ χαμηλές προσδοκίες, αφού η αμερικανική πλευρά δεν τηρεί τη συμφωνία.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα για τον τερματισμό του πολέμου και την αποκατάσταση των εμπορικών ροών από τα Στενά του Ορμούζ, η αβεβαιότητα παραμένει στα ύψη και κανείς δεν μπορεί να πει με ασφάλεια ότι οδεύουμε σε εξομάλυνση των συνθηκών.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ING εκτιμά ότι η ανακούφιση που κυριαρχεί σήμερα στις αγορές δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως πλήρης εξάλειψη των γεωπολιτικών κινδύνων αλλά μάλλον ως αντίδραση στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ που προβλέπει το μνημόνιο που υπέγραψαν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη. Παρ’ όλα αυτά, ο οίκος σημειώνει ότι οι αγορές ίσως είναι υπερβολικά αισιόδοξες αναφορικά με την ταχύτητα αποκατάστασης της ομαλής διέλευσης της ναυσιπλοΐας στο πολύ κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα.

Και αυτό γιατί ακόμα και αν τελικά τηρηθεί η αρχική συμφωνία και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πολύ χαμηλότερα από την περίοδο του πολέμου, με το Brent να κλείνει την εβδομάδα στα 80 δολάρια το βαρέλι, η κατάσταση δεν είναι τόσο εύκολα αναστρέψιμη.

Οι νάρκες που έχουν τοποθετηθεί θα πρέπει πρώτα να βρεθούν και μετά να απομακρυνθούν, τα ασφάλιστρα θα πρέπει να υπολογιστούν εκ νέου και τα πλοία θα πρέπει να φορτωθούν και να αρχίσουν να περνούν ξανά από τα Στενά. Πρόκειται για μία πολύ χρονοβόρα διαδικασία που ενδέχεται να διαρκέσει αρκετούς μήνες πριν επιστρέψουμε στις εμπορικές ροές πριν τον πόλεμο.

Τι θα γίνει με τον πληθωρισμό

Η αποκλιμάκωση των ανοδικών πιέσεων στις τιμές του πετρελαίου αναμφίβολα αποτελεί ένα πολύ καλό νέο για τις αγορές και την παγκόσμια οικονομία. Όμως όποιος πιστεύει ότι έτσι απλά η ακρίβεια θα υποχωρήσει γιατί άνοιξαν τα Στενά του Ορμούζ, πλανάται πλάνην οικτράν. Αυτό που θα συμβεί είναι ότι το πληθωριστικό κύμα που φέρνει νέες ανατιμήσεις θα διαρκέσει λιγότερο από τις εκτιμήσεις των προηγούμενων εβδομάδων.

Είναι μία εξέλιξη που αφενός επιτρέπει στις κεντρικές τράπεζες να βάλουν την… ταμπέλα «παροδικό» στο φαινόμενο του πληθωρισμού, αλλά αφετέρου προβληματίζει για το αν θα πρέπει να αυξήσουν ή να παγώσουν τα επιτόκια.

Το τι θα πράξουν οι κεντρικές τράπεζες είναι ίσως η εξέλιξη-κλειδί για την τάση των επόμενων μηνών στις αγορές.

Και κάτι ακόμη: αν η συμφωνία τηρηθεί και αποτελέσει το έναυσμα για επιτυχημένες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών, είναι πολύ πιθανό να επιστρέψουμε στη μακροοικονομική κατάσταση που οι περισσότεροι αναλυτές προέβλεπαν στις αρχές του 2026 και πριν τον πόλεμο. Μία κατάσταση στην οποία ο πληθωρισμός θα αποδειχθεί χαμηλότερος των προσδοκιών και οι κεντρικές τράπεζες θα επαναφέρουν στο τραπέζι τις πολυπόθητες για τα χρηματιστήρια μειώσεις επιτοκίων.

Ακόμη όμως και σε ένα όχι τόσο αισιόδοξο σενάριο, η Fed ενδέχεται να παγώσει τις αυξήσεις που προετοιμαζόταν να εφαρμόσει, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι στην ΕΚΤ ήδη εκφράζονται οι πρώτες αμφιβολίες για το timing της πρώτης αύξησης μετά το 2023, που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα.

Στο βασικό σενάριο, η ING εκτιμά ότι οι ροές πετρελαίου θα αποκατασταθούν σε ποσοστό 75% μέσα στον Ιούλιο και πλήρως τον ερχόμενο Οκτώβριο. Παρ’ όλα αυτά, η τιμή του Brent τοποθετείται στα 85 δολάρια το βαρέλι στο δ’ τρίμηνο, 5 δολάρια υψηλότερα από το κλείσιμο της Παρασκευής, ενώ ο οίκος δεν βλέπει το Brent να υποχωρεί στα 72 δολάρια πριν το τέλος του 2027.

Στο ίδιο σενάριο και στις ΗΠΑ, ο πληθωρισμός αναμένεται να εξασθενήσει στο 3,6% στο δ’ τρίμηνο, για να φτάσει στον στόχο του 2% το καλοκαίρι του 2027. Επομένως, η Fed μπορεί να εξετάσει εκ νέου να μειώσει τα επιτόκια, όπως διακαώς ζητεί από την αρχή της θητείας του ο Τραμπ, κάποια στιγμή μέσα στο 2027, σε μία πολύ ευνοϊκή για τις μετοχές εξέλιξη.

Στην Ευρώπη, η ING πιστεύει ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί πλέον να κάνει πίσω με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε δεύτερη διαδοχική αύξηση των επιτοκίων τον Ιούλιο, ακόμα και αν οι τιμές της ενέργειας υποχωρούν. Οι προληπτικές αυτές αυξήσεις θα αντισταθμιστούν κατά κάποιο τρόπο με μία μείωση των επιτοκίων προς τα μέσα του 2027.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι αγορές ενδέχεται - στο βασικό σενάριο πάντα που θέλει τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν να τηρείται – να αρχίσουν μετά το καλοκαίρι να προεξοφλούν ακόμα και τις πρώτες μειώσεις επιτοκίων, πυροδοτώντας ένα νέο ράλι.

Στην περίπτωση ωστόσο που Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν δεν καταφέρουν να προστατεύσουν την ειρηνευτική συμφωνία, οι αγορές δεν αποκλείεται να κινηθούν εντελώς αντίθετα, ανησυχώντας μέσα στους επόμενους μήνες ακόμα και για νέα ύφεση, εξαιτίας των επιπτώσεων του πολέμου.