Συνηθίζουμε να μελετούμε αναλύσεις σχετικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, κυρίως πάνω στην Αμερικανική, στην Κινεζική και Ευρωπαϊκή οικονομία. Λησμονώντας ότι μέσα στο μάτι του πολεμικού και οικονομικού κυκλώνα βρίσκονται κυρίως οι χώρες της Αραβικής Χερσονήσου. Χώρες που κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας βρίσκονται σε μια διαδικασία οικονομικής και κοινωνικής μεταμόρφωσης και μετάλλαξης. Χώρες που βλέπουν ότι το «success story» της μετατροπής της περιοχής σε μια μεγάλη Ελβετία της Μέσης Ανατολής, ανατρέπεται με βίαιο και απότομο τρόπο.
Οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), δηλαδή η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Ομάν και το Μπαχρέιν αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια με υψηλούς ρυθμούς σε μια τροχιά σταδιακής απεξάρτησης της οικονομίας τους από τα ενεργειακά έσοδα. Σήμερα βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με τις οικονομικές συνέπειες της κλιμάκωσης των συγκρούσεων στην περιοχή, των διαταραχών στις θαλάσσιες οδούς και των πληγμάτων από τα πυραυλικά κτυπήματα της Τεχεράνης.
Ας δούμε τα πρώτα βασικά προσωρινά οικονομικά στοιχεία που έδωσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για την αναθεώρηση της πορείας του ΑΕΠ των χωρών του GCC μέσα στο 2026 και τις εκτιμήσεις του για το 2027, με βάση την προοπτική τερματισμού του πολέμου.
Για την Σαουδική Αραβία η αρχική πρόβλεψη για το 2026 ήταν στο +4,5%, την οποία το ΔΝΤ μειώνει κατά -1,4% στο +3,1% και για το 2027 αναμένει +4,5%. Η χώρα εξάγει κυρίως αργό πετρέλαιο, χημικά και πλαστικά με βασικούς εμπορικούς προορισμούς την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και τη Νότιο Κορέα.
Για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα η αρχική πρόβλεψη για το 2026 ήταν στο +5,0%, την οποία το ΔΝΤ μειώνει κατά -1,9% στο +3,1% και για το 2027 αναμένει +5,3%. Τα ΗΑΕ εξάγουν κυρίως αργό πετρέλαιο, χρυσό, κοσμήματα και προϊόντα επανεξαγωγής προς την Κίνα και την Ινδία.
Για το Κατάρ η αρχική πρόβλεψη για το 2026 ήταν στο +6,1%, την οποία το ΔΝΤ μειώνει κατά -14,7% στο -8,6% και για το 2027 αναμένει +8,6%. Το Κατάρ εξάγει κατά βάση υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) και ήλιο, με βασικούς προορισμούς την Κίνα, την Ινδία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ιαπωνία.
Για το Κουβέιτ η αρχική πρόβλεψη για το 2026 ήταν στο +5,1%, την οποία το ΔΝΤ μειώνει κατά -4,5% στο -0,6% και για το 2027 αναμένει +2,8%.
Για το Ομάν η αρχική πρόβλεψη για το 2026 ήταν στο +4,0%, την οποία το ΔΝΤ μειώνει κατά -0,5% στο +3,5% και για το 2027 αναμένει +3,4%.
Για το Μπαχρέιν η αρχική πρόβλεψη για το 2026 ήταν στο +3,3%, την οποία το ΔΝΤ μειώνει κατά -3,8% στο -0,5% και για το 2027 αναμένει +4,5%.
Τι παρατηρούμε;
Ότι οι χώρες οι οποίες έχουν επενδύσει μεθοδικά σε ένα ευρύτερο φάσμα επιλογών πέρα από τους υδρογονάνθρακες, έχουν πληγεί σε μικρότερο βαθμό, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι ίδιες οικονομίες εμφανίζουν συγκριτικά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα όχι μόνο λόγω της διαφοροποίησης του αναπτυξιακού τους μοντέλου, αλλά και λόγω του αποθέματος δημοσιονομικής ικανότητας που διαθέτουν. Οι μη πετρελαϊκές δραστηριότητες, παρ’ όλο που πλήττονται και αυτές, διαθέτουν ισχυρότερα περιθώρια ανθεκτικότητας. Ωστόσο ο «φόβος του πολέμου» και το αυξημένο ρίσκο, ανέκοψε την ροή ξένων άμεσων επενδύσεων (FDI). Παράλληλα οι «κρατήσεις» στον τουρισμό, όπου έχουν επενδυθεί δισεκατομμύρια δολαρίων καταρρέουν.
Αντιθέτως το Κατάρ που παραμένει εξαρτημένο από τους υδρογονάνθρακες, βλέπει την οικονομία του να συρρικνώνεται έντονα λόγω της απότομης διακοπής παραγωγής και εμπορίας κυρίως υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Πιο συγκεκριμένα, η κήρυξη κατάστασης ανωτέρας βίας, υπό τον διεθνή όρο «force majeure» από την QatarEnergy μετά την επίθεση στις εγκαταστάσεις της Ras Laffan που μείωσε την παραγωγική ικανότητα κατά 17%, πάγωσε τις εξαγωγές LNG, οδηγώντας τις τιμές LNG στην Ασία σε άνοδο άνω του 140%. Και το οξύμωρο είναι ότι το Κατάρ το οποίο μέχρι πρότινος ήταν και η μόνη αραβική δύναμη που στήριζε το «ριζοσπαστικό Ισλάμ» και χρηματοδοτούσε αντίστοιχες οργανώσεις, σήμερα δέχεται τις οικονομικές συνέπειες από κατάρρευσης αυτού του συστήματος.
Τα στοιχεία του ΔΝΤ, καταγράφουν το βαρύ πλήγμα των οικονομιών των χωρών του Περσικού Κόλπου, κυρίως στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής. Πετροχημικές μονάδες, μονάδες LNG (Ras Laffan), εργοστάσια αλουμινίου (ALBA Μπαχρέιν, Emirates Global Aluminium) και λιπασμάτων όπως της ουρίας (το 35% του παγκόσμιου εμπορίου περνά από το Ορμούζ), και της αμμωνίας λειτουργούν με μειωμένη δυναμικότητα ή σταμάτησαν λόγω εμποδίων εξαγωγών και ζημιών από πυραυλικές επιθέσεις. Το πλήγμα αυτό επηρεάζει σε παγκόσμιο όπως έχει αναλυθεί εκτενώς στο liberal markets, τους πολυεστέρες, τις συσκευασίες, τα λιπάσματα και τα αυτοκίνητα.
Οι καθημερινές απώλειες εσόδων για τις χώρες του Κόλπου αγγίζουν τα $2 δισ., ενώ η συνολική ζημιά στο ΑΕΠ της περιοχής μπορεί να φτάσει ακόμα και τα $194 δισ. δολάρια σύμφωνα με εκτιμήσεις της UNDP/UN. Οι πάσης φύσεως επενδύσεις έχουν παγώσει. Οι τιμές των ακινήτων αναζητούν ισορροπία σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα. Το υψηλό ρίσκο, η αύξηση των ασφαλίστρων πολέμου και η αβεβαιότητα οδηγούν σε αναβολή μεγάλα και φιλόδοξα έργα στον τομέα του τουρισμού, των μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ακόμα και του εμβληματικού project Vision 2030. Μεγάλες αεροπορικές εταιρείες όπως η Emirates και η Qatar Airways αντιμετωπίζουν διακοπές στα δρομολόγια τους, οι εισαγωγές τροφίμων και οι μονάδες αφαλάτωσης απειλούνται, δημιουργώντας πληθωριστικές πιέσεις.
Η κρίση του 2026 αναδεικνύει την εύθραυστη φύση της ευημερίας των οικονομιών των χωρών του Κόλπου. Ενώ τα κράτη αυτά διαθέτουν τεράστια κρατικά επενδυτικά κεφάλαια (Sovereign Wealth Funds) για να απορροφήσουν τους κραδασμούς βραχυπρόθεσμα, η δομική εξάρτησή τους από τα Στενά του Ορμούζ παραμένει η «Αχίλλειος πτέρνα» τους. Η κρίση λειτουργεί ως καταλύτης για επιτάχυνση της διαφοροποίησης του βασικού οικονομικού μοντέλου, με ενίσχυση των μη πετρελαϊκών τομέων, των εναλλακτικών αγωγών και λιμανιών καθώς και των εμπορικών δεσμών, με Ασία και Ευρώπη. Η ανάκαμψη θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα λήξης του πολέμου και την πλήρη και ομαλή αποκατάσταση ναυσιπλοΐας. Ωστόσο χωρίς βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές, οι χώρες του Κόλπου κινδυνεύουν να χάσουν την οικονομική υπεροχή τους και κατέκτησαν τα τελευταία χρόνια. Η επόμενη μέρα θα απαιτήσει και μια επαναξιολόγηση της στρατηγικής ασφάλειας των ενεργειακών τους πόρων, με την απαίτηση για σχετικές επενδύσεις να αυξάνεται δραματικά.
