Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στο Ιράν ξυπνά τις αγορές στα ρίσκα βαθύτερου οικονομικού πόνου
Shutterstock
Shutterstock

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στο Ιράν ξυπνά τις αγορές στα ρίσκα βαθύτερου οικονομικού πόνου

Η επανεκτίμηση της πιθανότητας βαθύτερου οικονομικού άλγους από τη σύρραξη στο Ιράν ωθεί τους επενδυτές σε πωλήσεις, από κρατικά ομόλογα μέχρι μετοχές και χρυσό, καθώς αναζωπυρώνονται οι φόβοι για μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση στις αγορές.

Οι αγορές έχουν γυρίσει αισθητά πιο απαισιόδοξες όσον αφορά στη διάρκεια της σύγκρουσης στο Ιράν και πλέον την βλέπουν να συνεχίζεται για μήνες, εκτιμούν στον επενδυτικό οίκο Amundi.

Η εκτίμηση στις αγορές έχει γυρίσει από επίλυση εντός εβδομάδων σε επίλυση μέσα σε μήνες, δήλωσε ο επικεφαλής επενδύσεων της Amundi στην τηλεόραση του Bloomberg, στο περιθώριο συνεδρίου που διοργάνωσε η Bank of America στο Παρίσι.

Tην Πέμπτη οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτοξεύτηκαν με την κλιμάκωση των επιθέσεων στον Περσικό Κόλπο να απειλούν με μακροπρόθεσμες ζημιές σε μεγάλες ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης στο φυσικό αέριο εκτινάχτηκαν έως 35% σε επίπεδα υπερδιπλάσια σε σχέση με πριν από τον πόλεμο ενώ το πετρέλαιο Brent άγγιξε τα $119 το βαρέλι.

«Oσο περισσότερο διαρκεί αυτό, τόσο μεγαλύτερες οι αρνητικές συνέπειες», σύμφωνα με στελέχη της Pimco που μίλησαν στο ίδιο συνέδριο. «Eνα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ που δεν έχει αποτιμηθεί αυτή τη στιγμή αλλά αν συνεχιστεί θα επιβραδύνει την οικονομία».

Oι strategist της JPMorgan εκτιμούν ότι όσοι υποθέτουν ότι θα υπάρξει γρήγορη επίλυση του πολέμου στο Ιράν κάνουν ένα υψηλού ρίσκου στοίχημα, δεδομένου του πόσο αρνητικά επηρεάζουν συνήθως οι απότομες αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου τις μετοχές.

Η ομάδα των strategist της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας επισημαίνει ότι οι επενδυτές δεν πετυχαίνουν να αποτιμήσουν σωστά τις πιθανές οικονομικές ζημιές από τις εκρηκτικές αυξήσεις του κόστους ενέργειας, παρά το γεγονός ότι τα τέσσερα από τα πέντε ενεργειακά σοκ από τη δεκαετία του 1970 οδήγησαν σε ύφεση.

«Παρότι ένα μέρος της υπερτίμησης σε παράγοντες υψηλού ρίσκου και σε κερδοσκοπικούς τομείς της αγοράς έχει εξαλειφθεί, εξακολουθούμε να βλέπουμε εφησυχασμό», αναφέρουν σε έκθεση της JPMorgan.

H συσχέτιση του δείκτη αναφοράς S&P500 και του πετρελαίου τείνει συνήθως να γίνεται «όλο και πιο αρνητική» όταν οι τιμές του αργού αυξάνονται περίπου κατά 30%.

H αγορά έχει επικεντρωθεί στις πληθωριστικές επιπτώσεις της ανόδου του πετρελαίου αλλά η πιο σημαντική επίδραση είναι η οικονομική πίεση που προκαλείται από μια παρατεταμένη διακοπή της λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ. 

Στον πυρήνα αυτής της ανησυχίας βρίσκεται η καταστροφή της ζήτησης που προκαλείται από τις εκρηκτικές αυξήσεις των τιμών πετρελαίου.

Η συνολική άνοδος του πετρελαίου Brent από το ξέσπασμα του πολέμου έφτασε το 60% μετά τις ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις που προκάλεσαν ζημιές στο μεγαλύτερο εργοστάσιο εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο στο Κατάρ. Ο δείκτης S&P500 έχει χάσει 3,7% από την έναρξη της σύγκρουσης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της JPMorgan, κάθε διαρκής αύξηση των τιμών πετρελαίου κατά 10% θα μπορούσε να μειώσει την ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 15 έως 20 μονάδες βάσης.

Σε περίπτωση που οι τιμές πετρελαίου παραμείνουν για το υπόλοιπο της χρονιάς στα τρέχοντα επίπεδα, γύρω στα $110 το βαρέλι, οι προβλέψεις για τα κέρδη των εταιρειών που απαρτίζουν τον S&P500 θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 2 με 5 ποσοστιαίες μονάδες.