Δεκαετές ομόλογο: Ξεπέρασαν τα 36 δισ. ευρώ οι προσφορές
Shutterstock
Shutterstock

Δεκαετές ομόλογο: Ξεπέρασαν τα 36 δισ. ευρώ οι προσφορές

Ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον καταγράφηκε στην επανέκδοση του υφιστάμενου 10ετούς ελληνικού ομολόγου με λήξη τον Ιούνιο του 2036, καθώς οι συνολικές προσφορές που υποβλήθηκαν ανήλθαν στα 36 δισ. ευρώ, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΟΔΔΗΧ προς το Χρηματιστήριο.

Μέσα από τη συγκεκριμένη έκδοση, το Ελληνικό Δημόσιο άντλησε κεφάλαια ύψους 3 δισ. ευρώ, με τη μεγάλη υπερκάλυψη να αποτυπώνει το έντονο ενδιαφέρον των επενδυτών για τους ελληνικούς κρατικούς τίτλους και την εμπιστοσύνη που εξακολουθεί να επιδεικνύει η αγορά στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Η νέα επανέκδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου δεν έχει ως βασικό στόχο την άντληση επιπλέον χρηματοδότησης για το Δημόσιο, αλλά εντάσσεται στη στρατηγική ενίσχυσης της καμπύλης αποδόσεων των ελληνικών κρατικών τίτλων και της βελτίωσης της ρευστότητας στη δευτερογενή αγορά.

Την ίδια στιγμή, οι αγορές κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις προσδοκίες για περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προχωρήσει σε νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίασή της στις 11 Ιουνίου.

Παρά το διεθνές αυτό περιβάλλον, η ελληνική αγορά ομολόγων διατηρεί θετική εικόνα και παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Ενδεικτικό είναι ότι η απόδοση του ελληνικού 10ετούς τίτλου στη δευτερογενή αγορά διαμορφώνεται στο 3,77%, ενώ το περιθώριο έναντι του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου, του οποίου η απόδοση κινείται στο 3,07%, παραμένει στις 78 μονάδες βάσης, γεγονός που αντανακλά τη σταθερή εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τους ελληνικούς κρατικούς τίτλους.

Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωζώνης με το χαμηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, παρά το περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων που επικρατεί διεθνώς.

Ειδικότερα, το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους διαμορφώθηκε το 2025 στο 2,18%, παρουσιάζοντας μικρή αποκλιμάκωση σε σχέση με το 2,27% του 2024. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη μακρά μέση διάρκεια των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διάρθρωσης του ελληνικού χρέους, που περιορίζουν την άμεση επίδραση των μεταβολών στα επιτόκια.

Την ίδια εικόνα επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ). Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στο τέλος Μαρτίου του 2026 διαμορφωνόταν στο 1,38% σε ταμειακή βάση, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων ανταλλαγής επιτοκίων (swaps).

Εάν συνυπολογιστούν τόσο οι πράξεις swaps όσο και οι αναβαλλόμενοι τόκοι των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), το αντίστοιχο κόστος εξυπηρέτησης ανέρχεται στο 1,84%, επιβεβαιώνοντας ότι η ειδική δομή του ελληνικού δημόσιου χρέους εξακολουθεί να λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας για τα δημόσια οικονομικά.